Η ποιήτρια Μαρία Κούρση απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής “Ο χρόνος σε τίτλους”.
Κυκλοφόρησε η νέα σας ποιητική συλλογή “Ο χρόνος σε τίτλους” από τις εκδόσεις «Ηριδανός». Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;
Ο Χρόνος σε τίτλους είναι ένα ποιητικό αφήγημα. Μεμονωμένα ποιήματα ενώθηκαν σε μία ιστορία που ξετυλίγεται σε ένα υποτιθέμενο σκηνικό μιας υποτιθέμενης δίκης.
Ουδείς καταδικάζεται. Ουδείς αθωώνεται.
Τι ρόλο έχει τελικά ο χρόνος στη ζωή μας; Διδάσκει και λυτρώνει ή λειτουργεί ως αέναος δυνάστης;
Είναι η ίδια η ζωή μας. Έχει τον πρώτο ρόλο στα πάντα. Δεν είναι ακριβώς δυνάστης , τον ρόλο του τον γνωρίζουμε από πολύ νωρίς. Είναι ξεκάθαρος, αλάνθαστος, δεν είναι δίκαιος, είναι όμως απολύτως ειλικρινής.
Πόσο μπορεί η γραφή να λειτουργήσει ως εργαλείο διαχείρισης της απώλειας;
Η απώλεια ανέκαθεν υπήρχε στη λογοτεχνία, είναι ένα θέμα τεράστιας σημασίας.
Παρηγορεί η ποίηση, αν και όσο γίνεται.
Πώς έγινε η επιλογή του εικαστικού μέρους της συλλογής και πόσο αναδεικνύει τον λόγο;
Γνώριζα τον Δημήτρη Σεβαστάκη ήδη από προηγούμενη συνεργασία μας σε βιβλίο άλλου συγγραφέα, όπου εκείνος έκανε την εικονογράφηση κι εγώ την επιμέλεια.
Εκτιμώ αφάνταστα τη δουλειά του, την ευγένεια και τη σοφία του.
Του άρεσε πολύ το βιβλίο μου, το είδε στην τελευταία διόρθωση κι η συνεργασία μας ήρθε πολύ φυσικά. Ο Δημήτρης Σεβαστάκης με τίμησε με τα σχέδια που μου πρόσφερε και κοσμούν το βιβλίο μας.
Τι πιστεύετε ότι θα μείνει ως απόσταγμα στον αναγνώστη;
Ίσως όλο το σκηνικό, όπου τα επιρρήματα επεμβαίνουν και καθοδηγούν τις λέξεις, τις προτάσεις, τους ανθρώπους που έρχονται πολύτιμοι επισκέπτες μέσα στην ιστορία μου και στη μουσική του Χρόνου.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Δεν ξέρω τελικά δεν ξέρω.
Ήμουν επτά χρόνων όταν δημοσίευσα για πρώτη φορά ένα ποίημα για μία γάτα σε μια παιδική ανθολογία. Πάντα σκεφτόμουν ποιήματα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.
Αυτήν την αίσθηση , αυτό το αεράκι της ποίησης το θυμάμαι για πρώτη φορά, πολύ μικρή , όταν βρέθηκα με τους γονείς μου στο Παρίσι.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Να μου επιτρέψετε να μην το επιχειρήσω.
Δεν τα πάω καλά με τους ορισμούς, με φοβίζουν.
Είναι ένα είδος αιχμαλωσίας σε ό,τι κλείνουν μέσα τους.
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Γιατί τη θεωρούν περιττή.
Οι νέοι άνθρωποι, νομίζω, διαβάζουν περισσότερο κι αυτό είναι ελπιδοφόρο.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο στην ψηφιακή εποχή μας;
Νομίζω ότι το βιβλίο παραμένει ένα πολύτιμο εργαλείο γνώσης, σοφίας, συντροφιάς και απόλαυσης κι αυτό δεν αλλάζει.
Ένας μήνας καραντίνα. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Ένα λεξικό της ελληνικής γλώσσας
Ένα ελληνογαλλικό λεξικό
Και τα βιβλία με ποιήματα των Σολωμού, Καβάφη, Καρυωτάκη και Ρίτσου.
Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;
Όλα τα χρειαζόμαστε. Ίσως περισσότερο ρομαντισμό, μια κι αυτός χάνεται αργά αργά
μέσα σε έναν γοητευτικά τεχνοκρατικό κόσμο.