Γράφει η Λευκοθέα – Μαρία Γκολγκάκη, συγγραφέας
Στην Ελλάδα, τη χώρα που έγραψαν και έζησαν ιερά τέρατα του είδους, από την εποχή του Ομήρου, των αρχαίων τραγικών, των Σεφέρη, Ελύτη, Καρούζο, και τόσων άλλων που υπηρέτησαν την ποίηση, αυτών που αποκάλυψαν τις μουσικές πτυχές της γλώσσας, πειραματίστηκαν επίμονα με διαφορετικές μορφές στροφών και μέτρα, υπάρχουν ευτυχώς ακόμη άνθρωποι, που επιμένουν πως η ποίηση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εποχή μας αφού έχει παραμεληθεί και υπονομευθεί άδικα, τυγχάνει κακής αποδοχής και όσο λυπηρό κι αν μοιάζει, για κάποιους ξεθωριάζει στην αφάνεια μιας και πιστεύουν πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από δέκα-δεκαπέντε δυσανάγνωστες αράδες με ακαταλαβίστικο νόημα πάνω σε μια σελίδα.
Εκπλήσσει ίσως ένας τέτοιος χαρακτηρισμός, ακούγεται σαν ύβρις, είναι σχεδόν βίαιος και χυδαίος. Όμως ας μην ξεχνάμε πως ζούμε σε μια εποχή που λατρεύει τα άγονα θέματα κεκαλυμμένα με αυτό που δήθεν ονομάζεται σαφήνεια, ταχύτητα, ωφελιμότητα. Μια εποχή που θέλει τα πάντα να είναι χρήσιμα, μετρήσιμα, κυριολεκτικά και απεχθάνεται ό,τι αντανακλά τις φιλοσοφικές απόψεις που αναζητούν νόημα, τις υπερβατικές πεποιθήσεις. Αυτό μας μαθαίνουν, με αυτό το μοντέλο παρακμής ζητούν εμμέσως από εμάς να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, με αυτό το μούδιασμα, το νέο σύστημα αξιών, με το βλέμμα στραμμένο σε έναν άδειο ουρανό και τον ανιαρό συμβιβασμό του ακρωτηριασμού να ασπαζόμαστε το δημοφιλές, να κοιτάζουμε χωρίς να βλέπουμε, να μιλάμε δίχως να ακούμε.
Μοιάζει ανήκουστο να οδηγούμαστε σε κάτι τέτοιο. Ας σκεφτούμε λίγο την εξέλιξη της ποίησης. Από την επική, τη λυρική, τη δραματική. Αυτό εγείρει το ερώτημα: Πώς μεταδόθηκαν αυτά τα θαυμάσια κείμενα; Αρχικά επειδή οι δέκτες υπήρξαν καλοί ακροατές και μπορούσαν έπειτα να απαγγείλουν από μνήμης. Άτυπα γινόταν μια αμοιβαία συμφωνία μεταξύ ποιητών και ακροατών οι οποίοι μάλιστα απολάμβαναν αυτή τη νοητική επαφή.
Παραθέτω απόσπασμα του Σεφέρη από τις Δοκιμές, εισαγωγή στον Έλιοτ: «Είναι κακό σημάδι ή άσχημο σύστημα ν΄ αρχίσουμε προσεγγίζοντας την ποίηση από το λογικό της νόημα, και κυρίως πως η ποίηση είναι λογοτεχνία προφορική. Μολονότι σήμερα έχουμε πάρει τη συνήθεια να διαβάζουμε με τα μάτια, πρέπει σαν λογοτεχνία προφορική να την αντικρύσουμε πρώτα-πρώτα, αν θέλουμε να την καταλάβουμε. Γιατί αυτή είναι η πηγή της και αυτή είναι η φίλη της : ο προφορικός λόγος,… η ποίηση που δεν προσκαλεί τη φωνή είναι κακή ποίηση. Και όμως πόσοι απ΄ αυτούς που διαβάζουν ποιήματα, αισθάνονται την ανάγκη να τ΄ ακούσουν για να τα καταλάβουν. Και πόσοι λιγότεροι ξέρουν να τ΄ ακούσουν.»
Ο ποιητής εναντιώνεται στις αρχές που διέπουν τον κόσμο μας. Κι αυτό γιατί υπηρετεί ένα είδος λόγου που αρνείται να βιαστεί. Ο ποιητής σταματά, αφουγκράζεται, νιώθει. Νιώθει, σε ένα κόσμο εθισμένο στον θόρυβο. Και αυτό, είναι σχεδόν πράξη ανυπακοής. Ο ποιητής είναι ανυπάκουος. Αρνείται τη μονοσήμαντη ερμηνεία, δεν σπαταλιέται για να καταλήξει να προσπέσει γονυπετής στη δικτατορία και την ένδεια του κυριολεκτικού. Αψηφά τις νόρμες, δεν περιγράφει τον κόσμο, τον ξαναπλάθει. Δε μεταδίδει νόημα με μια απλή δήλωση, λέγοντας «αυτό είναι». Αντίθετα επιμένει: «Αυτό που ήδη έχει όνομα, θα μπορούσε να είναι και κάτι άλλο». Σκεφτείτε: Πώς θα εξηγήσει την πραγματικότητα αφού η πραγματικότητα είναι πολυεπίπεδη, απεριόριστη και διφορούμενη;
Ο μέγας Σεφέρης, επηρέασε μια ολόκληρη γενιά ποιητών, άφησε μάλιστα μεγάλο αποτύπωμα στην Κύπρο. Παιδί της φιλοσοφίας του Σεφέρη, υπήρξε και ο Κώστας Μόντης, ο σπουδαίος αυτός Κύπριος ποιητής-δεξιοτέχνης του λόγου.
«Εγώ άλλα φωνήεντα έχω,
άλλα σύμφωνα,
άλλες τελείες, άλλα θαυμαστικά, άλλα ερωτηματικά.»
Υπέροχο! Στην ποίηση όλα μετουσιώνονται, αλλάζουν. Η ποίηση δεν είναι αφήγηση που απεικονίζει μια αναπαράσταση του παρελθόντος του παρόντος ή του μέλλοντος χωρίς αυτό να σημαίνει πως περιφρονεί τα ζητήματα του κόσμου του οποίου ζει και κινείται, χωρίς να απομακρύνεται από το «λογικό» ή τον κοινωνικό ρεαλισμό. Αντίθετα ασπάζεται την πρωτοπορία, διατηρεί τη δυνατότητα να εξελίσσει, φέρνει την επανάσταση μέσω της γλώσσας, ανατρέπει τους πιο προσεκτικούς υπολογισμούς. Όμως δεν οικειοποιείται της αυτοματοποιημένης πληροφορίας αλλά αποσπάται ως ξένη προς αυτή ενώ παράλληλα περικλείει, συγχωνεύει και αλληλοεπιδρά με τη ζωή. Έχει μέσα τον παλμό της ζωής, ρυθμίζεται από αυτή δίχως να στέκει παγιδευμένη και αποκλεισμένη από την επιλογή.
Κάθε στίχος είναι μια δυνατότητα. Έρχεται ως μια μεταμφιεσμένη βιογραφία του κόσμου που ανιχνεύει το αυθεντικό συναίσθημα, το προκαλεί, το δελεάζει, το παρακάμπτει. Δεν συμβιβάζεται με το να υπομένει τη μοιραία ανία και να παραπονιέται ούτε υποχωρεί με την ανθρώπινη πτώση και την προκαθορισμένη καταστροφή αλλά συγκρούεται με όλα αυτά.
«Για να ακολουθήσεις την ευθεία οδό στην Ποίηση, χρειάζεται να πάρεις τις παρακαμπτήριες», μας λέει ο Ελύτης.
Όμως ο ποιητής έχει περάσει μέσα από τη φωτιά, ορμώμενος από μια εμβρυική δύναμη ευδαιμονίας και πόνου. Αποσυνδέεται από το τώρα και τη θνητότητά του, διαψεύδει διακριτικά τον φυσικό κόσμο, καθιστά την στιγμή αιώνια, ανοίγοντας μια πόρτα που τους περισσότερους ανθρώπους τους τρομάζει, συχνά κι αυτόν τον ίδιο. Γιατί αυτό που θα δει είναι ένα άνοιγμα στο άγνωστο, θα δει τέρατα. Τα δικά του τέρατα και μέσα από τα μάτια του, θα αναγνωρίσουμε κι εμείς που τον διαβάζουμε, τα όποια κτήνη και τέρατα κρύβει η μισητή ερημιά μας.
Διόλου μην αμφιβάλλετε πως πρόκειται περί αιματηρής και συνάμα θεραπευτικής τέχνης. Η μετατόπιση από την ψυχική κατάρρευση στην αναγέννηση. Χρειάζεται σθένος να εισβάλλεις οικειοθελώς στο έρεβος και να μεταμορφωθείς. Να διυλίσεις το συναίσθημά σου είτε αυτό είναι ατομικό, παράλογο, αυθόρμητο, υπερβατικό, ή ακόμη και αξιολύπητο, ρηχό, αφελές. Να κρυσταλλώσεις το ανείπωτο, να πυροδοτήσεις, χαρά, λύπη, οργή, κι ο στίχος σου να γίνει το κερί που θα δώσει φως εκεί μες στο σκοτάδι. Να γίνει μανιφέστο, ακτιβισμός συνυφασμένος με την καλλιτεχνική έκφραση και να υπερβεί την ατομική εμπειρία. «…Τι παράξενο, λέει ο Σεφέρης, ο ποιητής αγαπά περισσότερο εκείνο που του προκάλεσε περισσότερους κόπους».
Η ποίηση έχει μια ανεξάρτητη λογοτεχνική υπόσταση είναι μια κυρίαρχη νότα που ενορχηστρώνει τη ζωή κι εμείς είμαστε αυτοί που αιώνια θα την υπηρετούμε. Εμείς, όχι αυτή εμάς! Διότι η αυθεντική ποίηση, προκαλεί δέος, υψώνεται σε μεγαλείο και κυρίως…δεν υπηρετεί κανέναν.