/Μαριάννα Δέρβου: Εξασκούμαστε στη βία τόσο συχνά και σε τέτοιον βαθμό που από ένα σημείο και μετά δεν μας αγγίζει τίποτα

Μαριάννα Δέρβου: Εξασκούμαστε στη βία τόσο συχνά και σε τέτοιον βαθμό που από ένα σημείο και μετά δεν μας αγγίζει τίποτα

Η Μαριάννα Δέρβου απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων «Καρδιά από θάλασσα».

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Καρδιά από θάλασσα». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;

Είναι ένα βιβλίο ταξίδι και, όπως συμβαίνει με κάθε ταξίδι, δεν ακολουθεί μια εύκολη ακύμαντη διαδρομή. Έχει αναταράξεις, κάποιες φορές αρκετά έντονες, κι έχει και στιγμές απανεμιάς που επιτρέπουν στον ήλιο να φανεί. Εκεί κλέβεις μερικές ανάσες παραπάνω.

Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;

Δεν θα έλεγα πως ήταν έμπνευση αλλά περισσότερο ένας προβληματισμός. Εξασκούμαστε στη βία τόσο συχνά και σε τέτοιον βαθμό που από ένα σημείο και μετά δεν μας αγγίζει τίποτα. Και όταν λέω βία, εννοώ οποιοδήποτε σκληρό συναίσθημα που αδυνατούμε να το διαχειριστούμε, από το ψυχολογικό τραύμα, μέχρι τη σωματική κακοποίηση, τον πόλεμο, τον σχολικό εκφοβισμό, όλα αυτά που βλέπουμε και κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε. Τα ρουφάμε σαν σφουγγάρι και περιμένουμε το κάτι παραπάνω. Μαθαίνουμε πως η βία είναι κάτι το κανονικό και πάντα περιμένουμε, τρέμουμε πότε θα συμβεί κάτι ακόμα πιο έντονο. Κι όμως, όταν συμβαίνει είμαστε πάντα τόσο απαθείς.

Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Σίγουρα ο καθένας θα εστιάσει σε διαφορετικά θέματα του βιβλίου. Αυτό είναι λογικό, ειδικά εφόσον πρόκειται για αυτοτελή διηγήματα. Ίσως κάποιοι πιο ευαίσθητοι να αισθανθούν άβολα με τον τρόπο που θίγονται ορισμένα ζητήματα. Δεν το θεωρώ κακό, όμως. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε όλη τη βιαιότητα και τον παραλογισμό που ζούμε, κάτι μας αγγίζει ακόμα.

Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Αντλούμε πάντα από τα τραύματά μας. Αν όλα γύρω μας ήταν καλά, δε θα νιώθαμε την ανάγκη να “βγάλουμε κάτι” από μέσα μας. Για εμένα αυτό ξεκίνησε σαν μια αυτοθεραπεία.  Στην αρχή κρατούσα σημειώσεις, ημερολόγια. Δεν προορίζονταν για να διαβαστούν, ήταν κάτι που έκανα για τον εαυτό μου. Η διαδικασία με ηρεμούσε, οπότε συνέχισα, το εξέλιξα και σταδιακά αυτό το χάος σημειώσεων πήρε μορφή.

Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακό μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;

Αυτή είναι μια ερώτηση που έχει δύο όψεις. Δε νομίζω, όμως, πως το έντυπο βιβλίο απειλείται με κάποιον τρόπο. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα αγαπούν το βιβλίο, θα θέλουν να το ξεφυλλίσουν, να το μυρίσουν. Το βιβλίο λειτουργεί σαν μια ανάπαυλα στους γρήγορους ρυθμούς της κοινωνίας που ζούμε. Προσωπικά μ’ αρέσει η διαδικασία του να πάω σε ένα βιβλιοπωλείο και να χαθώ, να ψάχνω ανάμεσα στα ράφια. Είναι μια ιεροτελεστία. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, όμως, το πόσο έχει συμβάλλει η τεχνολογία στην πρόσβαση στα βιβλία. Άτομα με οπτικές ή κινητικές αναπηρίες μπορούν χάρη στα audiobooks και στη δυνατότητα των φωνητικών εντολών να συμμετέχουν στη λογοτεχνία. Αυτό από μόνο του είναι τεράστιο επίτευγμα. Δεν είναι τόσο το βιβλίο, σαν φυσικό αντικείμενο, που έχει αξία, όσο η συμμετοχή σ’ αυτό και η εμπειρία της ανάγνωσης.

Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Λογοτεχνία είναι η τέχνη του να αφηγείσαι ιστορίες. Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι. Ο συγγραφέας είναι ένας μικρός αρχιτέκτονας. Δημιουργεί εικόνες και κάνει τον αναγνώστη να μπαίνει μέσα σ’ αυτές, να ζει στον μικρόκοσμο που ο ίδιος δημιούργησε. Και αυτός ο κόσμος αλλάζει συνεχώς, με έναν μαγικό τρόπο πλάθεται για τον καθένα εντελώς διαφορετικά.

Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Σε κάθε σύγκριση υπάρχουν πάντα τα πάνω και τα κάτω. Δεν ξέρω αν αποδεδειγμένα ισχύει αυτό, σίγουρα όμως θα υπάρχουν και χώρες που θα βρίσκονται πιο χαμηλά από την Ελλάδα σ’ αυτή την κατάταξη. Αλήθεια είναι πάντως, ότι δε δείχνουμε ιδιαίτερη συμπάθεια προς το βιβλίο. Το διάβασμα δεν είναι κουλ. Αυτό ξεκινάει απ’ το σχολείο ακόμα. Σπάνια δίνονται λογοτεχνικά βιβλία για διάβασμα, οπότε και οι μαθητές καταλήγουν να συνδέουν το βιβλίο με την αποστήθιση και τις εξετάσεις. Η έμφαση δίνεται σε άλλα πεδία. Τα παιδιά μαθαίνουν για κομποστοποίηση και κηπουρική, ενώ δεν έχουν διαβάσει τους κλασικούς. Πώς θα καλλιεργηθεί η αγάπη για τη λογοτεχνία, όταν απαξιώνονται δραστηριότητες που σχετίζονται μ’ αυτή; Αυτή η αντιπάθεια προς το βιβλίο τους ακολουθεί και μετά, ως ενήλικες. Αν δινόταν περισσότερη έμφαση στη φιλαναγνωσία από νωρίς, μέσα στο σχολείο, και αν το σύστημα προωθούσε εξίσου τον καλλιτεχνικό τομέα δίνοντάς του ίσες ευκαιρίες, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Ποιος μπορεί να βγει στην Ελλάδα και να πει “είμαι καλλιτέχνης”, ή “είμαι συγγραφέας;”. Θα του πούνε “ναι, αλλά τι δουλειά κάνεις κανονικά;” Δυστυχώς είναι πολλά τα “αν” και κάποια στιγμή μαθαίνεις να αποδέχεσαι τα πράγματα ως έχουν.

Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;

Νομίζω πως τα πράγματα είναι λίγο πιο χαοτικά. Η μοίρα, με την έννοια μιας προδιαγεγραμμένης αμετάκλητης πορείας που μας ακολουθεί απ’ τα γεννοφάσκια μας, δεν με πείθει. Περισσότερο μου φαίνεται σαν δικαιολογία, ώστε να αποφύγουμε την ευθύνη των πράξεών μας. Υπάρχουν οι αιτίες και υπάρχουν και τα αποτελέσματα. Καθετί που συμβαίνει προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας γεγονότων. Αυτό, όμως, δεν είναι σταθερό και φιξαρισμένο, οποιαδήποτε μεταβολή στις αρχικές συνθήκες θα μπορούσε να αλλάξει το αποτέλεσμα. Όταν όλα γύρω μας αλληλεπιδρούν με τέτοια πολυπλοκότητα, είναι αδύνατον να γνωρίζουμε τα πράγματα εκ των προτέρων ώστε να προβλέψουμε το μέλλον, πόσο μάλλον να το θεωρούμε “γραμμένο”. Λόγω της άγνοιάς μας τείνουμε να αποδίδουμε τα φαινόμενα στην “τύχη”.

Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Αρχικά, ας ξεκινήσουμε με το ότι δεν θα υπήρχε περίπτωση να καταλήξω μόνο σε πέντε βιβλία, ειδικά σε μια συνθήκη καραντίνας, όπου πιθανότατα θα διάβαζα non stop. Ενδεικτικά θα πω, λοιπόν, τα πολύ αγαπημένα: Ανεμοδαρμένα Ύψη της Emily Bronte, Ο Ξένος του Albert Camus, Out της Natsuo Kirino, Γέρμα του Lorca και Γενική Θεωρία της Λήθης του Agualusa. Θα ήθελα και τον Άμλετ του Shakespeare, και δεν θα μπορούσα να μην τον συμπεριλάβω, οπότε ας πούμε αυτά τα έξι. Αν, ωστόσο, δεν μιλάμε αποκλειστικά για λογοτεχνικά βιβλία, θα ήθελα, επίσης, μαζί μου το φωτογραφικό Gypsies του Koudelka το οποίο θεωρώ αριστούργημα και κάποιο βιβλίο φυσικής, που την αγαπώ και με χαλαρώνει, κατά προτίμηση σχετικό με τον χωροχρόνο.

Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;

Τίποτα από τα δύο. Ο άνθρωπος είναι πολυδιάστατος. Ο ρεαλισμός από μόνος του είναι μια στείρα προσέγγιση, πολλές φορές δεν βλέπει όλα τα δεδομένα. Ο ρομαντισμός είναι μια ουτοπία, χάνεσαι μέσα σ’ έναν τόπο άτοπο. Λογική και ενσυναίσθηση χρειαζόμαστε. Χωρίς αυτά δεν μπορούμε ούτε να υπάρξουμε, ούτε να συνυπάρξουμε.