Η συγγραφέας Ελευθερία Χαλίλι μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία του παιδικού βιβλίου “Δεν φοβάμαι το διαφορετικό”.
Ένα παιδικό βιβλίο με τίτλο “Δεν φοβάμαι το διαφορετικό” από τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη. Τι σας ώθησε να το γράψετε;
Αυτό που με ώθησε να γράψω το βιβλίο ήταν όσα βίωνα εκείνη την περίοδο, αλλά και η βαθιά ανάγκη να σταθώ δίπλα σε κάθε παιδί που μπορεί να φοβάται. Να ανοίξω έναν διάλογο γύρω από όσα έχει ανάγκη μια παιδική ψυχή για να ανθίσει και να νιώσει ότι μπορεί να σταθεί στον κόσμο χωρίς να φοβάται τη διαφορετικότητά της.
Ένα παιδί που έδινε τη δική του μάχη με τον καρκίνο. Δεν ήταν όμως μόνο αυτή η μάχη σε τόσο μικρή ηλικία που με συγκλόνισε. Αυτό που με τάραξε περισσότερο ήταν ότι η μικρή μου ηρωίδα δεν φοβόταν τόσο τη μάχη που έδινε, όσο τη στιγμή που θα επέστρεφε στην καθημερινότητά της. Την απασχολούσε το πώς θα την κοιτάξουν οι άλλοι, πώς θα την αντιμετωπίσουν τώρα που δεν θα είναι «ίδια».
Εκεί συνειδητοποίησα κάτι που με συντάραξε βαθιά: ότι ένα παιδί μπορεί να σταθεί με απίστευτη δύναμη απέναντι σε μια ασθένεια, αλλά να φοβάται περισσότερο το βλέμμα των ανθρώπων γύρω του.
Αυτή η σκέψη με έκανε να αναρωτηθώ πόσο έτοιμη είναι πραγματικά η κοινωνία μας να αγκαλιάσει το διαφορετικό. Μιλάμε συχνά για αξίες όπως η αγάπη, η ενσυναίσθηση, η αποδοχή και ο σεβασμός. Θεωρητικά είναι αυτονόητες. Στην πράξη όμως πολλές φορές αποδεικνύεται ότι παραμένουν περισσότερο λέξεις παρά στάση ζωής.
Το «Δεν φοβάμαι το διαφορετικό» δεν γράφτηκε για να δώσει έτοιμες απαντήσεις. Γράφτηκε για να ανοίξει έναν διάλογο. Να επιτρέψει στα παιδιά να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα σε μια αλλαγή και να σταθούν απέναντί της χωρίς ενοχή και χωρίς φόβο.
Σήμερα, κοιτώντας πίσω, καταλαβαίνω ότι το βιβλίο αυτό δεν στέκεται μόνο του. Είναι μέρος μιας διαδρομής που ξεκίνησε από μια πραγματική εμπειρία και εξελίχθηκε σε μια ιστορία για την αποδοχή. Γιατί το διαφορετικό δεν χρειάζεται πάντα να εξηγηθεί· χρειάζεται χρόνο και, κάποιες φορές, μια ιστορία για να μπορέσει να ειπωθεί.
Κάθε εποχή “παλεύει” με τα δικά της στερεότυπα. Ποιο είναι το κυρίαρχο “διαφορετικό” το οποίο φοβόμαστε σήμερα;
Θεωρώ ότι οι άνθρωποι, γενικά, έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη οτιδήποτε ξεφεύγει από αυτό που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε «κανονικό». Μπορεί να είναι μια διαφορετική εμφάνιση, μια ασθένεια, μια δυσκολία ή ένας άλλος τρόπος ζωής. Πολύ συχνά αυτό που μας ξενίζει δεν είναι πραγματικά απειλητικό, απλώς είναι κάτι που δεν έχουμε μάθει να γνωρίζουμε και να κατανοούμε.
Σε μια εποχή, όμως, όπου η εικόνα έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία, το «διαφορετικό» καταλήγει να συνδέεται κυρίως με το «φαίνεσθαι». Με το πόσο διαφέρουμε εξωτερικά, με το πόσο προσπαθούμε να πλησιάσουμε μια ιδανική εικόνα εμφάνισης ή μιας φαινομενικά τέλειας και ευτυχισμένης ζωής. Έτσι καταλήγουμε συχνά να κρίνουμε τους ανθρώπους από αυτό που φαίνεται, πριν ακόμη τους γνωρίσουμε πραγματικά.
Κι όμως, το διαφορετικό που θα έπρεπε πραγματικά να μας προβληματίζει δεν βρίσκεται στην εμφάνιση, αλλά στη συμπεριφορά. Δεν έχει σημασία τόσο το πώς μοιάζει κάποιος, αλλά το πώς φέρεται στους άλλους, πώς μιλά, πώς στέκεται απέναντι στον συνάνθρωπό του.
Αν σταθούμε λίγο πιο προσεκτικά, θα δούμε ότι οι άνθρωποι έχουμε πολύ περισσότερα κοινά από όσα μας χωρίζουν. Όλοι έχουμε τις ίδιες βασικές ανάγκες: να αγαπηθούμε, να γίνουμε αποδεκτοί, να νιώσουμε ότι ανήκουμε κάπου. Όταν πραγματικά γνωρίσουμε τον άλλον, τότε το διαφορετικό παύει να είναι κάτι που μας φοβίζει και γίνεται απλώς μια ακόμη όψη της ανθρώπινης ομορφιάς.
Τι θεωρείτε ότι θα αποκομίσουν ως απόσταγμα όσοι το αποκτήσουν;
Θα ήθελα οι αναγνώστες, μικροί και μεγάλοι, να κρατήσουν την ιδέα ότι η διαφορετικότητα δεν είναι κάτι που πρέπει να μας φοβίζει ή να μας απομακρύνει. Είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας και πολλές φορές αποκαλύπτει μια βαθύτερη μορφή ανθρώπινης ομορφιάς, εκείνη που δεν βρίσκεται στην εικόνα αλλά στον τρόπο που στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον.
Αν ένα παιδί κλείσει το βιβλίο και νιώσει ότι δεν χρειάζεται να κρύψει αυτό που το κάνει ξεχωριστό, ή αν ένα άλλο παιδί σταθεί λίγο πιο προσεκτικά απέναντι σε έναν συμμαθητή του που μοιάζει διαφορετικός, τότε νομίζω ότι το βιβλίο έχει ήδη πετύχει τον σκοπό του.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε «διαφορά» υπάρχει ένας άνθρωπος που θέλει απλώς να τον δουν, να τον καταλάβουν και να τον αγκαλιάσουν όπως είναι.
Λείπει από την εκπαιδευτική διαδικασία η στοχευμένη χρήση του παραμυθιού ως διδακτικού εργαλείου;
Δυστυχώς θεωρώ ότι η στοχευμένη χρήση του παραμυθιού ως διδακτικού εργαλείου λείπει σε μεγάλο βαθμό από την εκπαιδευτική διαδικασία. Το εκπαιδευτικό σύστημα συχνά εστιάζει περισσότερο στη στείρα μάθηση και στην αποστήθιση της γνώσης, αφήνοντας λιγότερο χώρο για εργαλεία που καλλιεργούν τη φαντασία και το συναίσθημα των παιδιών.
Κι όμως, τα παιδιά έχουν ανάγκη από ιστορίες. Μέσα από ένα παραμύθι μπορούν να μπουν στη θέση ενός ήρωα, να αναγνωρίσουν συναισθήματα, να κατανοήσουν καταστάσεις και να προσεγγίσουν έννοιες που συχνά είναι δύσκολο να εξηγηθούν μόνο με κανόνες και ορισμούς. Η αφήγηση ανοίγει έναν δρόμο κατανόησης που περνά μέσα από τη φαντασία αλλά φτάνει βαθιά στην καρδιά του παιδιού.
Για αυτό πιστεύω ότι το σχολείο δεν πρέπει να είναι μόνο ένας χώρος μετάδοσης πληροφοριών, αλλά ένας χώρος όπου τα παιδιά καλλιεργούν την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα και την ικανότητα να ονειρεύονται. Σε αυτή τη διαδικασία το παραμύθι μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πολύτιμο παιδαγωγικό εργαλείο, γιατί βοηθά τα παιδιά να βλέπουν τον κόσμο με μεγαλύτερη κατανόηση και ευαισθησία.
Είναι το παιδικό βιβλίο, ο λογοτεχνικός χώρος που θέλετε να υπηρετείτε, ή δεν υπάρχουν τέτοια στεγανά;
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχουν για μένα αυστηρά στεγανά στη λογοτεχνία. Η γραφή γεννιέται συνήθως από μια ανάγκη να ειπωθεί μια ιστορία και όχι από την πρόθεση να υπηρετήσει κανείς έναν συγκεκριμένο χώρο.
Ωστόσο, το παιδικό βιβλίο έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου. Τα παιδιά είναι αναγνώστες ειλικρινείς, ευαίσθητοι και βαθιά ανοιχτοί σε όσα τους προσφέρει μια ιστορία. Βλέπουν τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής και της καρδιάς και για αυτό αφήνονται πιο εύκολα να αγγίξουν τα μηνύματα που κρύβει μια αφήγηση.
Μεγαλώνοντας, οι άνθρωποι συχνά αρχίζουμε να λειτουργούμε μέσα από φίλτρα λογικής που έχουν επηρεαστεί από προκαταλήψεις, στερεότυπα και κοινωνικά πρότυπα. Για αυτό, αν και δεν θέλω να βάζω όρια στη γραφή, νιώθω ότι το να απευθύνεσαι στα παιδιά είναι ταυτόχρονα μια μεγάλη ευθύνη αλλά και μια βαθιά τιμή. Γιατί οι ιστορίες που συναντούν στην παιδική τους ηλικία πολλές φορές γίνονται κομμάτι του τρόπου με τον οποίο θα δουν τον κόσμο.
Τα παιδιά είναι πιο “δύσκολοι” αναγνώστες από τους μεγάλους;
Με έναν τρόπο, ναι. Τα παιδιά μπορεί να είναι πιο απαιτητικοί αναγνώστες, όχι όμως με την έννοια της δυσκολίας, αλλά με την έννοια της ειλικρίνειας. Ένα παιδί θα καταλάβει πολύ γρήγορα αν μια ιστορία το αγγίζει πραγματικά ή αν απλώς προσπαθεί να του διδάξει κάτι.
Τα παιδιά δεν διαβάζουν από υποχρέωση ούτε από συνήθεια, όπως συχνά κάνουν οι ενήλικες. Διαβάζουν όταν μια ιστορία τους τραβάει, όταν τους συγκινεί, όταν τους κάνει να φαντάζονται. Αν δεν συμβεί αυτό, απλώς θα κλείσουν το βιβλίο.
Για αυτό πιστεύω ότι το να γράφεις για παιδιά είναι μια ιδιαίτερη πρόκληση. Πρέπει να είσαι αληθινός, να σέβεσαι τη νοημοσύνη και την ευαισθησία τους και να τους προσφέρεις μια ιστορία που θα τους μιλήσει πραγματικά. Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται απλώς ιστορίες. Χρειάζονται ιστορίες που να μπορούν να τις πιστέψουν,
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Το ερέθισμα για να ασχοληθώ με τη συγγραφή δεν γεννήθηκε από την επιθυμία να γράψω ένα βιβλίο, αλλά από μια βαθύτερη ανάγκη να εκφράσω σκέψεις και συναισθήματα που ένιωθα ότι δεν χωρούσαν αλλιώς. Κάποιες εμπειρίες στη ζωή μας μάς φέρνουν αντιμέτωπους με ερωτήματα και εικόνες που μένουν μέσα μας και ζητούν έναν τρόπο να ειπωθούν.
Η συγγραφή για μένα έγινε αυτός ο τρόπος. Ένας χώρος όπου μπορούσα να δώσω μορφή σε σκέψεις, να μοιραστώ ιστορίες και να ανοίξω έναν διάλογο γύρω από θέματα που θεωρώ σημαντικά, όπως η αποδοχή, η ενσυναίσθηση και ο σεβασμός.
Κάπως έτσι προέκυψε και το πρώτο βιβλίο. Όχι ως ένα προγραμματισμένο βήμα, αλλά ως μια φυσική συνέχεια μιας εσωτερικής ανάγκης να ειπωθεί μια ιστορία που πίστευα ότι αξίζει να ακουστεί.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Για μένα η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να κατανοούμε βαθύτερα τον άνθρωπο και τον κόσμο γύρω μας. Είναι ο χώρος όπου οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι εμπειρίες παίρνουν μορφή μέσα από τις λέξεις και μετατρέπονται σε ιστορίες που μπορούν να αγγίξουν και άλλους ανθρώπους.
Η λογοτεχνία δεν είναι μόνο αφήγηση. Είναι μια μορφή επικοινωνίας που ξεπερνά τον χρόνο και τα σύνορα, γιατί μέσα σε μια ιστορία μπορούμε να αναγνωρίσουμε κομμάτια του εαυτού μας, ακόμη κι αν αυτή γράφτηκε σε μια άλλη εποχή ή σε έναν μακρινό τόπο.
Ίσως, τελικά, η λογοτεχνία να είναι ένας σιωπηλός διάλογος ανάμεσα σε δύο ανθρώπους· εκείνον που γράφει και εκείνον που διαβάζει. Ένας τρόπος να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε ιστορία υπάρχει πάντα μια ανθρώπινη εμπειρία που ζητά να ακουστεί.
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Νομίζω ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη σχέση των Ελλήνων με τη λογοτεχνία, αλλά γενικότερα τη σχέση μας με την ανάγνωση. Σε πολλές περιπτώσεις το βιβλίο δεν έχει ενταχθεί ουσιαστικά στην καθημερινότητα από μικρή ηλικία, ούτε καλλιεργείται πάντα στο σχολείο ως μια χαρά και μια προσωπική ανάγκη. Συχνά συνδέεται περισσότερο με την υποχρέωση και λιγότερο με την απόλαυση.
Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια εποχή όπου ο χρόνος μας κατακερματίζεται από πολλές μορφές πληροφορίας και ψυχαγωγίας, που διεκδικούν συνεχώς την προσοχή μας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγνωση ενός βιβλίου απαιτεί μια διαφορετική στάση: χρόνο, συγκέντρωση και μια διάθεση να μείνει κανείς για λίγο μόνος με μια ιστορία.
Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι η σχέση με το βιβλίο μπορεί να καλλιεργηθεί. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι ιστορίες έχουν χώρο και αξία, τότε η ανάγνωση δεν γίνεται υποχρέωση, αλλά μια συνήθεια που το συνοδεύει σε όλη του τη ζωή.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Είναι αλήθεια ότι στην ψηφιακή εποχή το βιβλίο έχει χάσει, σε έναν βαθμό, τον χώρο που κατείχε κάποτε. Η καθημερινότητά μας κατακλύζεται από οθόνες, από γρήγορη πληροφορία και αδιάκοπες εναλλαγές εικόνων, που συχνά δεν αφήνουν χώρο για τον χρόνο και τη σιωπή που χρειάζεται η ανάγνωση.
Κι όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο χάνει την αξία του. Ίσως, μάλιστα, σήμερα να είναι ακόμη πιο απαραίτητο. Το βιβλίο μάς προσκαλεί να επιβραδύνουμε, να σταθούμε για λίγο μέσα στη ροή των πραγμάτων, να αφιερώσουμε χρόνο σε μια σκέψη, σε ένα συναίσθημα, σε μια ιστορία που ανοίγει μπροστά μας έναν ολόκληρο κόσμο.
Για αυτό πιστεύω ότι, ακόμη κι αν το βιβλίο φαίνεται να χάνει έδαφος στην ψηφιακή εποχή, δεν θα έπρεπε να χάνει τη θέση του στη ζωή μας. Είναι ένας μικρός χώρος ησυχίας μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας, μια συνάντηση με τις λέξεις, τις σκέψεις και τις ιστορίες των ανθρώπων. Και κάποιες φορές, μέσα σε αυτές τις σελίδες, ο αναγνώστης συναντά και ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού του.
Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Αν είχα μπροστά μου έναν μήνα καραντίνας, θα ήθελα μαζί μου βιβλία που με ταξιδεύουν σε διαφορετικούς κόσμους και σκέψεις. Θα ξεκινούσα με τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Emily Brontë, ένα βιβλίο που πάντα με συγκινεί με τη δύναμη των συναισθημάτων του. Είναι από εκείνα τα βιβλία στα οποία επιστρέφω κάθε φορά που θέλω να ησυχάσω τη βοή μιας ζωής που τρέχει με ταχύτατους ρυθμούς.
Θα έπαιρνα επίσης «Τον Κοκκινολαίμη» του Jo Nesbø, γιατί η ένταση και η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις ιστορίες του τον έχουν κάνει έναν από τους αγαπημένους μου συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας.
Από μια πιο στοχαστική πλευρά, θα διάλεγα το «Για το καλό σου» της Alice Miller και το «Όταν το σώμα λέει όχι» του Gabor Maté, δύο βιβλία που βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει βαθύτερα τον άνθρωπο και τις σιωπηλές ιστορίες που συχνά κρύβονται πίσω από τις εμπειρίες του.
Και φυσικά, θα κρατούσα μαζί μου και κάποιο από τα βιβλία του Harry Potter, για να κάνω ένα μικρό ταξίδι στα παιδικά μου χρόνια και να ξανασυναντήσω εκείνη τη μαγεία της πρώτης ανάγνωσης που μένει πάντα μέσα μας.
Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Δεν ξέρω τι να απαντήσω· ή μάλλον, για να το θέσω καλύτερα, δεν ξέρω τι ακριβώς πιστεύω. Ξέρω μόνο ότι στη ζωή συμβαίνουν πράγματα. Πράγματα που δεν ξέρουμε πώς προκύπτουν και γιατί συμβαίνουν. Πράγματα που κάποιες φορές μας κάνουν να βλέπουμε το φως και άλλες φορές μας βουτούν στο σκοτάδι.
Δεν ξέρω αν αυτό είναι μοίρα ή τύχη. Αυτό που πιστεύω, όμως, είναι ότι σημασία έχει το πώς στεκόμαστε απέναντι σε όσα μας συμβαίνουν. Πώς επιλέγουμε να τα αντιμετωπίσουμε, πώς συνεχίζουμε να προχωράμε και τι άνθρωποι γινόμαστε μέσα από αυτά.
Ίσως τελικά η ζωή να μην είναι μόνο ζήτημα μοίρας ή τύχης, αλλά κυρίως ζήτημα στάσης απέναντι σε όσα φέρνει μαζί της.