/Ελίζα Σουφλή: Σίγουρα είναι δύναμη η μνήμη, είναι ιστορία: η δική μας και των άλλων

Ελίζα Σουφλή: Σίγουρα είναι δύναμη η μνήμη, είναι ιστορία: η δική μας και των άλλων

Η Ελίζα Σουφλή μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία της νέας της ποιητικής συλλογής “Λέξεις στη σειρά”.

1.Κυκλοφόρησε η νέα σας ποιητική συλλογή “Λέξεις στη σειρά” από τις εκδόσεις Λιμάνι. Πώς θα την περιγράφατε συνοπτικά;

Μέσα από την απλότητα των λέξεων, θα έλεγα με δυο φράσεις ότι αυτή η συλλογή αποτελείται από ποιήματα που περιγράφουν το ταξίδι μιας γυναίκας –ενός ανθρώπου γενικότερα– να βρει τον εαυτό της, την ταυτότητά της. Σε αυτήν την αναζήτηση θα βουτήξει στο τραύμα των γενεών, θα αναζητήσει τις προγόνους της, θα μιμηθεί, να υποταχθεί, θα ερωτευθεί, θα υπηρετήσει, μα και θα λατρευτεί και, τελικά, θα ελευθερωθεί.

2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; Τι συμβολίζει;

Δεν υπάρχει τίποτα πίσω από τον συγκεκριμένο τίτλο. Τίποτα δεν κρύβεται, θέλω να πω. Είναι αυτό που νιώθω για τα ποιήματά μου πριν γίνουν αυτό που τους μέλλει, όταν βάλω την τελευταία τελεία: είναι απλώς λέξεις στη σειρά. Έτσι αποφάσισα να ξεκινήσω από κει – απ’ την αρχή δηλαδή.

3. Η μνήμη είναι περισσότερο άγκυρα που μας δένει με το παρελθόν ή μια δύναμη αυτογνωσίας;

Τι υπέροχη ερώτηση… Δυσκολεύομαι, ομολογώ, να απαντήσω, γιατί δεν μπορώ ν ξεχωρίσω, είναι η αλήθεια, αν αυτή η «αγκυροβόληση» έχει για μένα και αρνητική χροιά.

Σίγουρα είναι δύναμη η μνήμη, είναι ιστορία: η δική μας και των άλλων. Χωρίς τη μνήμη είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη, να κρατιόμαστε έρμαια στα ίδια μοτίβα. Ας μην ξεχνάμε πως η μνήμη παραμένει χαρακτηριστικό επιβίωσης, μία ικανότητα που αναπτύχθηκε στον άνθρωπο για να μπορέσει να ξεχωρίσει το «ασφαλές» από το «επικίνδυνο» – κατά τη συλλογή καρπών, για παράδειγμα. Εμείς, σήμερα, όταν αναφερόμαστε στη μνήμη μιλάμε περισσότερο για τις αναμνήσεις· τις στιγμές που μας δένουν με το χθες, με τους τόπους που αφήνουμε πίσω, με τους ανθρώπους που έφυγαν. Και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, η μνήμη καθορίζει την επιβίωση. Αυτός που βαθιά αγαπά, τρέμει να μην ξεχάσει το αντικείμενο της αγάπης του. Θα πω, λοιπόν, ότι ακόμα κι αν κάποιες φορές η μνήμη φέρνει μαζί της πόνο, είναι κι αυτό σημάδι ζωής.

Δε θα επέλεγα επ’ ουδενί να ξεχάσω – οτιδήποτε, οποιονδήποτε. Κυρίως γιατί φοβάμαι, ότι ό,τι έφευγε, μοιραία θα το έφερνα ξανά μπροστά μου και θα κατέληγα να πονώ διπλά. Σε κάθε περίπτωση, τι θα ήταν η ζωή μας αν μέναμε για πάντα αγκυροβολημένοι στα λιμάνια απ’ όπου ξεκινήσαμε;

4. Τι λείπει περισσότερο στη γεμάτη αντιφάσεις κι αδιέξοδα εποχή μας;

Χρειαζόμαστε περισσότερη ενσυναίσθηση. Δεν ξέρω πού εντάσσεται αυτή η μαγική λέξη και αν εντάσσεται, τελικά, κάπου (μάλλον είναι μία κατηγορία μόνη της). Προσωπικά, θεωρώ τον εαυτό μου ρεαλίστρια. Δεν μπορώ να σκέφτομαι πια «ρομαντικά» ή ιδεαλιστικά, όπως έκανα στα είκοσι, σε μία κοινωνία που καταρρέει και συνεχώς απογοητεύει. Πιστεύω σε ιδέες, αλλά πράττω συστηματικά με βάσει τα δεδομένα. Ωστόσο, η βασική αξία που πρεσβεύω είναι η ενσυναίσθηση. Εκεί πιστεύω πως βρίσκεται η σωτηρία. Μπορούμε, δηλαδή, να μιλάμε για δεδομένα και ιδέες, αλλά συνάμα δείχνοντας συμπόνοια, συμπεριλαμβάνοντας τους άλλους χωρίς διακρίσεις, νιώθοντας και, τελικά, όντας σε σύνδεση με τους άλλους και με τον εαυτό μας, σε αυτήν όμως την πραγματικότητα, όχι αναζητώντας κάτι ιδεατό – που κατά πάσα πιθανότητα δε θα έρθει ποτέ.

5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά τι θα αποκομίσει. Νομίζω ότι ο καθένας και η καθεμία μας, όταν πιάνει στα χέρια ένα ποίημα, ένα λογοτέχνημα, ξέρει ήδη τι αναζητά. Αυτό ψάχνει να βρει. Κάποιες φορές το βρίσκει, άλλες όχι. Για μένα ο στόχος είναι πάντα η σύνδεση. Μέσα από τις δικές μου λέξεις, επιθυμώ τη σύνδεση με τους αναγνώστες / τις αναγνώστριές μου και εύχομαι αυτές να αποτελέσουν αφορμή για την εσωτερική αναζήτηση του καθενός / της καθεμίας μας. Πρόκειται για ένα ενδοσκοπικό έργο. Έτσι γράφτηκε τουλάχιστον.

6. Η συγγραφή υπήρξε εξαρχής ένα καταφύγιο έκφρασης των… ανέκφραστων;

Από το γυμνάσιο θυμάμαι να γράφω συστηματικά. Περισσότερο καταγραφή των σκέψεών μου, θα έλεγα. Ίσως γι’ αυτό τελικά να οδηγήθηκα σε ένα πιο αφηγηματικό είδος γραφής. Οπότε, για να απαντήσω στοχευμένα στην ερώτηση: μάλλον οι σκέψεις μου ήταν ανέκαθεν το ερέθισμα – οι στιγμές, οι σκέψεις και οι συναντήσεις. Συμπτωματικά, τα τρία πρώτα βιβλία μου (ίσως όχι και τόσο συμπτωματικά τελικά).

7. Τι αποτελεί συνήθως την ποιητική σας έμπνευση και πόσο δύσκολο ή συμπύκνωση των νοημάτων που απαιτείται;

Για να είμαι ειλικρινής, η ποίηση δεν έρχεται τόσο αβίαστα όσο η αφηγηματική γραφή μου. Βέβαια, θα έλεγα πως ειδικά η τελευταία μου συλλογή είναι περισσότερο περιγραφική. Δε με διακρίνει, άλλωστε, ο λυρισμός συγγραφικά· οι συνδέσεις που γίνονται μεταξύ των λέξεων που επιλέγω χαρακτηρίζονται κυρίως από απλότητα. Τα περισσότερα ποιήματά μου έχουν γεννηθεί μετά από πολύ έντονες στιγμές είτε συναισθηματικά είτε πνευματικά. Θυμάμαι, πολύ χαρακτηριστικά, πριν πέντε χρόνια βρισκόμουν σε μία παραλία στη Μάνη, καλοκαίρι. Ήταν σούρουπο, τα χρώματα μαγικά, το νερό λάδι, η αμμουδιά δροσερή. Βρέθηκα μόνη μου εκείνη τη στιγμή ανάμεσα σε τόσα φυσικά στοιχεία και τη σιωπή και δεν μπορούσα παρά να εκφράσω με κάποιον τρόπο την «ασημαντότητα» που ένιωσα, μα και τη μαγεία. Έπιασα άτσαλα το σταυρόλεξο που είχα μπροστά μου και έγραψα το ποίημα μου «Κυκλαδικό αγγείο» πάνω σε ένα μισολυμένο σκανδιναβικό.

8. Προσαρμόζετε την τεχνική του ποιητικού λόγου ανάλογα με τη θεματολογία ή έχετε έναν συγκεκριμένο τρόπο γραφής;

Δεν περιορίζομαι, όπως κυλήσει ο λόγος. Πολλές φορές ο ποιητικός μου λόγος είναι αρκετά αφηγηματικός – δεν παύει, όμως, να έχει τα ποιητικά χαρακτηριστικά που το ξεχωρίζουν από ένα πεζό κείμενο. Δε θεωρώ, ωστόσο, πως ο τρόπος που γράφω ποίηση διαφέρει ιδιαίτερα από τα πεζά μου. Ίσως περισσότερο στη διάταξη και, σίγουρα, στην ελευθερία. Όταν ξεκινά να γεννιέται ένα ποίημα, νιώθω περισσότερο ελεύθερη, ανέμελη, σαν καλοκαίρι. Θα τολμούσα να πω, αν και μιλώ στην πεζογραφία μου κατά κύριο λόγο για τη θάλασσα, πως θα χαρακτήριζα τα πεζά μου σαν τους προσωπικούς μου χειμώνες.

9. Τι είναι το πρώτο που πρέπει να διορθωθεί στον χώρο του ελληνικού βιβλίου ώστε να βελτιωθεί η προβολή και η πρόσβασή του σε ευρύτερα κοινά;

Η συμπεριληπτικότητα αναμφίβολα. Σίγουρα με τα audiobooks έχουμε κάνει ένα μεγάλο βήμα. Έχοντας εκδώσει και τις δύο ποιητικές μου συλλογές σε κώδικα braille, αναγνωρίζω ότι πρόκειται για μία χρονοβόρα και κοστοβόρα διαδικασία, ωστόσο είναι ένας υπέροχος τρόπος να γεμίσουν οι βιβλιοθήκες με περισσότερους τίτλους προσβάσιμους σε αναγνώστριες και αναγνώστες braille. Επιπλέον, θα ήθελα πολύ να μας δω να επιστρέφουμε στις δανειστικές βιβλιοθήκες. Ίσως να είναι αυτό το κάτι που λείπει. Δεν είναι «φθηνό» χόμπι το διάβασμα, αυτό είναι δεδομένο. Μπορούμε να έχουμε μία δανειστική βιβλιοθήκη σε κάθε γειτονιά; Μικρότερη ή μεγαλύτερη. Η πρόσβαση στη δωρεάν ανάγνωση είναι αναγκαία.

10. Έχετε ήδη εκδώσει και μια συλλογή διηγημάτων. Υπάρχει δημιουργικό δίλημμα επιλογής ανάμεσα σε μια η άλλη μορφή λογοτεχνίας;

Για μένα, όχι. Αναγνωρίζω τη δυσκολία μου να γράψω ποίηση. Χρειάστηκα δέκα χρόνια για να ολοκληρώσω την πρώτη και σχεδόν άλλα τόσα για τη δεύτερη. Προσωπικά, μου είναι πιο εύκολη η αφηγηματική γραφή. Ίσως γιατί και στην καθημερινότητά μου φέρομαι ως συγγραφέας περισσότερο απ’ ό,τι ως ποιήτρια. Έχω «εκπαιδευτεί» με έναν τρόπο να καταγράφω το καθετί. Έτσι, ομολογώ πώς δεν τίθεται δίλημμα. Η ποίησή μου είναι πολύ υπομονετική: περιμένει πάντα καρτερικά την ώρα που θα γεννηθεί, κι όταν αυτή η στιγμή φτάσει, εγώ την καλοδέχομαι.

11. Η Ελλάδα διαθέτει δύο Νόμπελ ποιητικής αλλά πλέον το κοινό του μοιάζει συρρικνωμένο. Είναι θέμα παιδείας, έλλειψης σπουδαίων ποιητών ή σύμπτωμα της εποχής;

Μάλλον εκπαίδευσης του αναγνωστικού κοινού. Είναι «δύσκολο» είδος η ποίηση, πιο δυσανάγνωστο από ένα μυθιστόρημα, ένα αφήγημα. Απαιτεί ο αναγνώστης / η αναγνώστρια να κοπιάσει. Γι’ αυτό οι ποιητικές συλλογές είναι και μικρότερες πάντα σε όγκο: πιο συμπυκνωμένος λόγος, πλήθος όμως νοημάτων, συμβολισμών, συνδέσεων. Δυσκολευόμαστε να κάνουμε τις συνδέσεις, νομίζω. Συνήθως αναζητάμε κάτι πιο απλό, πιο «ανάλαφρο» για να ξεφύγουμε. Με την ποίηση δεν ξεφεύγεις, μάλλον το αντίθετο θα έλεγα. Η ποίηση δεν είναι ποτέ απλή, ανεξάρτητα από τη γλωσσική προσέγγιση που ακολουθείται. Το ίδιο συμβαίνει, βέβαια, και από την άλλη πλευρά, αυτή των ποιητών/τριών. Θέλει υπομονή η ποίηση, επιμονή και δουλειά. Είναι περισσότερο ψυχαναλυτική από τη λογοτεχνία. Ίσως, αν μπορούσα να εξελίξω αυτήν την προσέγγιση, θα έλεγα πως η λογοτεχνία είναι ψυχοθεραπεία, ενώ η ποίηση είναι ψυχανάλυση: πρέπει να ψάξεις βαθύτερα, στα θεμέλια, αλλά όταν φτάσεις, μπορείς πια να κάνεις ριζικές αλλαγές – πολλά ποιήματα προσφέρουν αυτήν την ευκαιρία.