Ο συγγραφέας-Κώστας Πετρουλάς απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος “Η φυλακή των αθώων”.
1.Κυκλοφόρησε το νέο σας μυθιστόρημα “Η φυλακή των αθώων” από τις εκδόσεις Σμίλη. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά και γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που περιστρέφεται γύρω από έναν πολιτικό κορμό και αναφέρεται στα μέλη μιας εξτρεμιστικής οργάνωσης «λαϊκής βίας».
Εξελίσσεται σε δέκα κεφάλαια. Το πρώτο περιλαμβάνει τη αυτοδιάλυση της οργάνωσης και αφήνει κρυφό ένα «λάθος» το οποίο συντέλεσε σ’ αυτήν τους την απόφαση. Επίσης, θέτει ευρύτερα ερωτήματα σχετικά με τη συμμετοχή τους στην πολιτική, στα οποία καλείται να απαντήσει η πλοκή.
Τα οχτώ ενδιάμεσα κεφάλαια είναι οι βιογραφίες των πρωταγωνιστών. Αναπτύσσονται σαν αυτοτελείς νουβέλες ή διηγήματα, ανάλογα με το βάρος των ηρώων στην υπόθεση. Μέσα στα γεγονότα, τις καταστάσεις και τις ανάλογες συμπεριφορές, ενυπάρχουν οι εξηγήσεις και οι αιτιολογίες, για την προσχώρησή τους σ’ αυτό το είδος πολιτικής δράσης, καθώς και για τις στάσεις τους στο μυστήριο γεγονός.
Στο τελευταίο κεφάλαιο αποκαλύπτονται όσα κάποτε διαδραματίστηκαν και συντέλεσαν στην απόφαση της διάλυσής τους. Σε μια ασυνήθιστη και σκληρή δίκη, οι ρόλοι ένοχων και αθώων εναλλάσσονται, και το μεγάλο ραντεβού καταλήγει σε μια απρόσμενη λύση, αλλά και στην κάθαρση.
Επέλεξα τον συγκεκριμένο τίτλο επειδή η πλοκή στεγάζεται σε δύο ειδών συμβολικές «φυλακές αθώων».
Η μία είναι εκείνων οι οποίοι συναποτελούν την αδρανή κοινωνία. Εκείνων που είναι κλεισμένοι και υποταγμένοι σε ένα άδικο σύστημα και δεν μάχονται να σωθούν μαζί με τους συνανθρώπους τους, από μια άδικη μοίρα.
Η άλλη είναι οι ιδέες που παγιδεύουν κάποιον και τον οδηγούν σε απάνθρωπες πράξεις, ενώ ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του αθώο.
Η πλοκή αφήνει τον αναγνώστη να αποφασίσει ποια είναι «φυλακή αθώων», πόσο αθώων, αλλά και το αν υπάρχει τέτοια φυλακή.
2. Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους;
Το βασικό τους κίνητρο, το φανερό τουλάχιστον, είναι να αποδώσουν κοινωνική δικαιοσύνη. Σε μια εποχή όπου ο μαρξιστικός – λενινιστικός, υπαρκτός «σοσιαλισμός» ήταν ακόμα ζωντανός σαν πρότυπο, θεώρησαν ότι μπορούν να πάρουν στις πλάτες τους το βάρος και την ευθύνη της πρωτοπορίας, που θα καθοδηγούσε μια επανάσταση.
Το μυθιστόρημα, ωστόσο, αναζητάει στα βιώματα των ηρώων όλες τις πλευρές της ανθρώπινης υπόστασης. Μέσα από την πλοκή έρχονται στην επιφάνεια κίνητρα και στόχοι, που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο.
3. Τι είναι αυτό που σας έστρεψε λογοτεχνικά στο θέμα της ένοπλης πάλης και της τρομοκρατίας;
Οι ακραίες καταστάσεις αποκαλύπτουν και ενθαρρύνουν πλευρές που υπάρχουν σε όλους μας, αλλά σε διαφορετικά μεγέθη. Εκείνους που τεντώνουν τα όριά τους και φτάνουν σε συμπεριφορές και δράσεις πέρα από τον μέσο όρο, καθώς τους παρακολουθούμε αντιλαμβανόμαστε και τα δικά μας όρια. Επίσης, οι όποιες δράσεις και τα αποτελέσματά τους έχουν πρόσημο. Η γενναιότητα μπορεί να φέρει μεγάλο καλό, αλλά και μεγάλο κακό. Μου ήταν χρήσιμο να τοποθετήσω τους ήρωές μου στο «μεγάλο» και να αφήσω στην κρίση του αναγνώστη, μέσα από την πλοκή, την περιπλάνησή τους σε ηθικές και ανήθικες ακροβασίες. Επομένως, και την ταύτιση με κάποιους ρόλους, όσο και με την απόρριψη άλλων.
4. Τι οδηγεί τους ανθρώπους στην προδοσία ακόμη και των πιο δικών τους ανθρώπων;
Νομίζω πως το κίνητρο που οδηγεί στην προδοσία πρέπει να το δούμε φασματικά. Ξεκινάει από την αυτοσυντήρηση, ενώπιον κινδύνου για τη ζωή, και φτάνει κυνικά στη μεγιστοποίηση του προσωπικού όφελους, στην απληστία. Αυτό δεν σημαίνει πως η αυτοσυντήρηση δικαιώνει μια τέτοια πράξη, αλλά μόνο πως το βάρος μιας προδοσίας είναι διαφορετικό, ανάλογα με τον λόγο, την αιτία.
5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Ελπίζω, πιστεύω, τον στοχασμό σε όσα ζητήματα, μεγάλα και μικρά, αγγίζει ή ακτινογραφεί η πλοκή. Θα κατατάξω στα μεγάλα, τον εγκλωβισμό σε ιδέες οι οποίες μπορούν να καταργήσουν τους διαχρονικούς ηθικούς κανόνες, την μαρξιστική κοσμοθεωρία που έβαλε σε δοκιμασία για έναν αιώνα τον πλανήτη, και το δικαίωμα στην ευθανασία. Τα μικρά, ή μικρότερα, είναι πολλά και αμφιβάλλω αν δικαιούμαι να ορίζω έτσι το μέγεθός τους.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Τα ερωτήματα που ανέκαθεν είχα για όλα τα μεγέθη της ζωής. Ακόμη κι αν σε κάποια απ’ αυτά απαντάω πλέον με βεβαιότητα, σε ένα μυθιστόρημα μπορώ να ξεδιπλώνω απόψεις και ιδέες βάζοντας ερωτηματικά. Κατευθύνω τους ήρωές μου σε όλα τα πιθανά μονοπάτια στα οποία αναζητούν το σωστό ή κάνουν το λάθος. Νομίζω πως τη συναρπαστική πλευρά της ιστορίας κάθε ανθρώπου μπορούμε να την κρίνουμε, εφόσον την κοιτάξουμε από όλες τις πιθανές γωνίες, όσες τέλος πάντων μας επιτρέπει η ικανότητά μας να βλέπουμε σφαιρικά. Αναλόγως, προσδοκώ να εντοπίζω τους ίσιους και τους στραβούς δρόμους, οπότε και να μοιράζομαι την όποια γνώση.
Σε όλα αυτά όμως, με οδηγούν, πρώτα απ’ όλα, ανυπόμονα και ανυπόταχτα συναισθήματα. Ίσως αυτό έπρεπε να προηγηθεί στην απάντησή μου. Γράφοντας, συμπάσχω με τους ήρωές μου. Θυμώνω, γελάω, κλαίω, με ό,τι τους συμβαίνει. Τα γεγονότα τα κάνω εγώ να συμβαίνουν, αλλά ξέρω πως ό,τι περιγράφω στους μύθους μου είναι η αληθινή ζωή. Οπότε, δικαιούμαι αληθινά συναισθήματα. Ίσως αυτό είναι το πιο πολύτιμο για μένα, άρα και το ερέθισμα να γράφω.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η τέχνη του λόγου να περιγράφει, ιδέες, αναζητήσεις, σκέψεις, ιστορίες και γενικά, ό,τι μας προκαλεί ιδιαίτερα και σημαντικά συναισθήματα.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Το γεγονός ότι οι επιδόσεις μας στο διάβασμα λογοτεχνίας ανταγωνίζονται μόνο τις βαλκανικές χώρες έχει νομίζω – πρώτα απ’ όλα – μια ιστορική ερμηνεία. Τον 14ο – 16ο αιώνα, όταν η Ευρώπη της Αναγέννησης απαγκίστρωνε τον άνθρωπο από την θρησκευτική ασημαντότητα της ύπαρξής του και τον έφερνε στο κέντρο της ζωής, τότε, τα Βαλκάνια κατακτήθηκαν από την οθωμανική αυτοκρατορία η οποία δεν συμμετείχε στην πνευματική επανάσταση της Δύσης. Η πολιτιστική εκκίνηση των κατεχόμενων ευρωπαϊκών εθνών, ήρθε μετά από 4-5 αιώνες και τόσο απέχουν οι αφετηρίες μας στον δρόμο προς τον πολιτισμό, του οποίου συστατικό μέρος είναι και η λογοτεχνία. Φυσικά, όλα αυτά ακολούθησαν και την ανάλογη οικονομική ανάπτυξη.
Μια άλλη παράμετρος, είναι η τιμή του βιβλίου στην Ευρώπη. Μοιάζει παράδοξο, δεν ξέρω πως το πετυχαίνουν, αλλά είναι οικονομικότερο εκεί, αναλογικά με το ατομικό εισόδημα.
Επίσης, η πολιτισμική συμπεριφορά ενός μεγάλου ποσοστού Ελλήνων έχει ένα βασικό ελάττωμα. «Πουλάει» ενώ τα ράφια του είναι άδεια. Η βιασύνη να προβάλει άποψη χωρίς να έχει αντίστοιχες γνώσεις δένει με την χαμηλή αναγνωσιμότητα λογοτεχνίας – και όχι μόνο –.
Τέλος, μια ακόμη αιτία είναι, ότι στην Ευρώπη, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, η ανάγνωση βιβλίων λογοτεχνίας είναι βασική προτεραιότητα.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Αν μιλάμε για το χάρτινο βιβλίο, νομίζω πως είναι υποχρεωμένο να μοιραστεί το πεπρωμένο του με το μικρό σε ηλικία αδερφάκι του, το ψηφιακό βιβλίο. Πιστεύω ωστόσο, πως το χάρτινο βιβλίο δεν κινδυνεύει να χάσει την αξία του. Η φυσική του παρουσία είναι ανεκτίμητη και απολύτως ανταγωνιστική απέναντι στην ψηφιακή συμπύκνωση. Η νίκη του και η παραμονή του θα στηριχτεί σε δύο πυλώνες: στην φυσική του μορφή και στην αυτοτέλεια. Είναι ξεχωριστό, μοναδικό και ανταποκρίνεται στη ροπή του ανθρώπου να αντισταθεί στον μηχανικό κορεσμό. Η ευκολία του ψηφιακού βιβλίου είναι δεδομένη. Δεν πιάνει χώρο, επιτρέπει την πρόσβαση σε χιλιάδες τίτλους, αλλά ταυτόχρονα οδηγεί σε αυτοματισμούς και ταχύτητες που καταστρέφουν την απόλαυση των αργών ρυθμών. Το χάρτινο βιβλίο είναι κατά κάποιον τρόπο, ζωντανό. Χαμηλώνει την ταχύτητα, την οποία επιβάλλει η ψηφιακή ανάγνωση, και δίνει το αργό τέμπο που χρειάζεται ο άνθρωπος ώστε να παίρνει τις ανάσες του και να εμπεδώνει. Φυσικά, ο ψηφιακός ανταγωνιστής του θα έχει πάντα το μερίδιό του. Θα πάρει και παραπάνω πόντους τώρα στην αρχή λόγω μόδας, αλλά δεν θα εξαφανίσει τον φυσικό πρόγονό του. Είναι σαν να πιστεύουμε πως οι άνθρωποι θα προτιμήσουν κάποια στιγμή ψηφιακές γάτες και σκύλους. Μήπως και συντρόφους; Δεν νομίζω πως αυτή η «επιστημονική» φαντασία θα επαληθευτεί.
Το βιβλίο, όλο μαζί, χάρτινο και ψηφιακό, έχει αντίπαλο τις απίστευτα πολλές πληροφορίες στις οποίες έχει εύκολη πρόσβαση όλος ο κόσμος. Ωστόσο, η μοναδικότητα του βιβλίου θα νικήσει. Δεν συγκρίνεται με κάποια άλλη πηγή γνώσης, σε ό,τι αφορά τη δυναμική του στο βάθος, έναντι του μήκους – πλάτους της πληροφορίας. Έχει αληθινό αντίπαλο μόνο τον εαυτό του. Δηλαδή, το αδιάφορο ή κακό βιβλίο, το οποίο δυσκολεύεται να ξεχωρίσει κάποιος από το ενδιαφέρον και το σημαντικό, μέσα σε μια πληθώρα εκδόσεων.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Απ’ αυτά που έχω ήδη διαβάσει; Δύσκολη ερώτηση.
Αν μιλάμε για λογοτεχνία:
«Άπαντα – Ποιήματα» Μανόλης Αναγνωστάκης
«Αλέξης Ζορμπάς» Καζαντζάκης
«Το αστείο» Κούντερα
«Το σπίτι των πνευμάτων» Αλλιέντε
«Έρωτας στα χρόνια της χολέρας» Μάρκες
Αν μιλάμε γενικώς για βιβλία:
«Εξομολογήσεις» Ρουσώ
«Κριτική της πολιτικής οικονομίας» Γ’ τόμος από το Κεφάλαιο του Μαρξ
«Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» Καστοριάδης
«Η ανθρώπινη κατάσταση» Χαννα Άρεντ
«Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια» Βερέμης – Κολλιόπουλος
Πιο ειλικρινής θα ήταν η απάντηση, πως θα προτιμούσα πέντε απ’ αυτά που περιμένουν υπομονετικά στην βιβλιοθήκη μου να έρθει η ώρα τους.
11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρεαλισμό ή ρομαντισμό στην εποχή μας;
Θα απαντούσα… ρεαλιστικό ρομαντισμό. Ευθέως, περισσότερο ρομαντισμό. Όμως, ρομαντισμό που δεν θα χάνεται εντελώς σε μύθους ανεκπλήρωτους, αλλά θα συνοδεύεται από μια στέρεη βάση ρεαλισμού. Που θα ντύνει με συναισθήματα την συμπεριφορά μας χωρίς να ξεφεύγει σε «αέρινες» αυταπάτες. Μιλάω για τον ρομαντισμό πχ του Ουγκώ στους «Άθλιους» και του Διονύση Σολομού στο «Ύμνος εις την ελευθερίαν».