Η Κλαίρη Χατζηγιάννη μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Ακόμη Εδώ – Χώρο στο χρόνο».
1. Κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο “Ακόμη εδώ – Χώρο στο χρόνο” από τις εκδόσεις ΦΊΛΝΤΙΣΙ. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Είναι ένα βιωματικό έργο. Μιλά για τη ζωή μας μέσα στα χρόνια, για το πώς μεγαλώνουμε, πώς αλλάζουμε, πώς μας κοιτά η κοινωνία σε κάθε ηλικία και τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Επιπλέον, μιλά και παραδέχεται και κάτι ακόμη: για το πώς κοιτάμε κι εμείς οι ίδιοι τους ανθρώπους που μεγαλώνουν, μέσα από όσα έχουμε μάθει, συνηθίσει και κουβαλάμε σχεδόν ασυνείδητα από γενιά σε γενιά. Ο κεντρικός του άξονας είναι ο ηλικιακός ρατσισμός, όπως τον ζει στην σύγχρονη εποχή μας, ένας άνθρωπος στην καθημερινότητά του, επαγγελματικά και κοινωνικά. Είναι μια προσωπική διαδρομή, ειπωμένη με απλό και καθαρό τρόπο και ύφος.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; Τι σηματοδοτεί;
Ο τίτλος «Ακόμη εδώ;» είναι μια γνώριμη φράση που πολλοί έχουμε ακούσει κατά καιρούς ή έχουμε νιώσει έμμεσα. Περιέχει, άλλες φορές έκπληξη ή αμφισβήτηση και κάποιες άλλες, ακόμα και ενόχληση. Το «Χώρο στο Χρόνο» έρχεται σαν απάντηση στο «Ακόμη εδώ». Δηλώνει παρουσία. Δηλώνει ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να υπάρχει, να εξελίσσεται και να δημιουργεί σε κάθε φάση της ζωής του, με τα δικά του «όπλα» και την δική του διάθεση.
3. Πού οφείλεται ο ηλικιακός ρατσισμός και ποιος φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη για την ανακύκλωση του φαινομένου;
Οφείλεται κυρίως στον φόβο: φόβο για το πέρασμα του χρόνου, για την αλλαγή ρόλων, για την απώλεια ελέγχου και θέσης. Σε κοινωνικό επίπεδο, συνδέεται με ένα μοντέλο που εξυψώνει τη νεότητα, την ταχύτητα και την «άμεση απόδοση», συχνά εις βάρος της εμπειρίας και της συνέχειας. Ευθύνη δεν έχει μόνο το κοινωνικό σύστημα ή οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις που θεσμοθετούν άτυπα ή τυπικά ηλικιακά όρια, αλλά και εμείς οι ίδιοι όταν αναπαράγουμε στερεότυπα χωρίς να τα αμφισβητούμε. Στην πράξη, ο ηλικιακός ρατσισμός λειτουργεί κυκλικά: τον δεχόμαστε, αλλά συχνά τον αναπαράγουμε κιόλας. Κρίνουμε τους μεγαλύτερους ως «ξεπερασμένους» και τους νεότερους ως «άπειρους» ή «άχρηστους», χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Έτσι, δίνουμε και παίρνουμε ρατσισμό, από θέση φόβου, άμυνας ή συνήθειας. Όσο δεν αναγνωρίζουμε αυτόν τον κύκλο, συνεχίζουμε να τον συντηρούμε.
4. Είναι η επικοινωνία η απάντηση ή το χάσμα των γενεών γεννά αναπόφευκτα στερεότυπα;
Το χάσμα των γενεών υπάρχει, αλλά δεν είναι πρόβλημα από μόνο του. Πρόβλημα γίνεται όταν δεν υπάρχει επικοινωνία, όταν δεν ακούμε πραγματικά ο ένας τον άλλον. Η επικοινωνία δεν λύνει τα πάντα, είναι όμως απολύτως χρήσιμη, γιατί μας επιτρέπει να καταλάβουμε από πού μιλά ο άλλος, τι φοβάται, τι κουβαλά και τι μπορεί να προσφέρει. Μειώνει την παρεξήγηση, αποδυναμώνει τα στερεότυπα και μας βοηθά να δούμε την ηλικία όχι ως όριο, αλλά ως διάθεση, τρόπο σκέψης και εμπειρία. Επιπλέον, δημιουργεί χώρο για συνύπαρξη, όχι για ανταγωνισμό ή «πόλεμο».
Όσο δεν αναγνωρίζουμε αυτόν τον κύκλο, συνεχίζουμε να τον συντηρούμε. Όταν όμως τον αναγνωρίσουμε και τον συζητήσουμε ανοιχτά -πρωτίστως με τον εαυτό μας- έχουμε πραγματικά τη δυνατότητα να τον σπάσουμε. Αρκεί, βέβαια, όλες οι πλευρές να είναι δεκτικές, ενημερωμένες και συνειδητές. Γιατί η επικοινωνία δεν λειτουργεί από μόνη της, αλλά χρειάζεται διάθεση μάθησης και επίγνωση του ρόλου, που ο καθένας μας παίζει μέσα σε αυτόν τον κύκλο.
5. Τι πιστεύετε ότι θα μείνει ως απόσταγμα στον αναγνώστη;
Ελπίζω να μείνει η αίσθηση ότι δεν είναι μόνος του σε αυτόν τον κόσμο, είτε έχει βρεθεί στη θέση εκείνου που δέχεται τον ρατσισμό είτε, συνειδητά ή ασυνείδητα, στη θέση εκείνου που τον αναπαράγει. Ότι όσα έχει νιώσει, σκεφτεί ή φοβηθεί δεν αποτελούν προσωπική αποτυχία, αλλά κοινή ανθρώπινη εμπειρία, που διατρέχει τις ζωές μας σε κάθε φάση και σε κάθε ηλικία. Και ίσως να μείνει και μια μικρή ώθηση να δει τον εαυτό του και τους άλλους με περισσότερη κατανόηση, ανεξαρτήτως ηλικίας.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Το ερέθισμα ήταν η ανάγκη να μιλήσω ανοιχτά για πράγματα που συνήθως αποσιωπούνται. Πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας, σε όλους μας, και που τα έχουμε συνηθίσει τόσο, ώστε έχουν γίνει σχεδόν ένα με την καθημερινότητά μας.
Η αλήθεια είναι πως δεν ξεκίνησα με στόχο να γράψω βιβλίο. Ξεκίνησα να καταγράφω σκέψεις και εμπειρίες, ιδιαίτερα σε μια φάση της ζωής μου όπου ο ηλικιακός ρατσισμός στον χώρο της εργασίας επιχειρούσε να πάρει αποφάσεις και να κατευθύνει τη ζωή μου και τη ζωή της οικογένειάς μου. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αυτό το υλικό δεν αφορούσε μόνο εμένα, αλλά είχε λόγο ύπαρξης και για άλλους ανθρώπους. Έτσι, επέλεξα να το μοιραστώ. Ήξερα ότι δεν είμαι μόνη και γνωρίζω πως όσα έχω βιώσει ως ηλικιακό ρατσισμό, αφορούν και νεότερους από εμένα, αν δεν τον συνειδητοποιήσουμε κι αν δεν πάψουμε να είμαστε όχι μόνο θύματα, αλλά και, πιθανά ασυνείδητα, θύτες του.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Για μένα, λογοτεχνία είναι πρωτίστως η ειλικρίνεια. Όταν κάτι γράφεται αληθινά, με εσωτερική συνέπεια και ανθρώπινη ευθύνη, χωρίς «θεαματικές πόζες» και χωρίς να προσποιείται κάτι που δεν είναι. Φυσικά, οι ορισμοί, οι θεωρητικές προσεγγίσεις και η φιλολογική και εικαστική επεξεργασία του λόγου είναι ανεκτίμητη αξία και αποτελούν τον πλούτο της λογοτεχνικής παράδοσης, ιδιαίτερα της ελληνικής γλώσσας. Προσωπικά, όμως, με απασχολεί περισσότερο η σύνδεση που δημιουργείται με τον αναγνώστη. Δηλαδή, εκείνη η αίσθηση που κάτι λέγεται αληθινά από την ψυχή του συγγραφέα και αφορά άμεσα και αγγίζει τον αναγνώστη του.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Ομολογώ πως δεν γνωρίζω την διάθεση των υπόλοιπων Ευρωπαίων. Για τους Ελληνες όμως θεωρώ πως είναι πολλοί λόγοι. Μεταξύ άλλων, ο τρόπος της σύγχρονης ζωής, η πίεση της καθημερινότητας και η έλλειψη χρόνου παίζουν σημαντικό ρόλο. Ζούμε σε γρήγορους ρυθμούς και έχουμε συνηθίσει να καταναλώνουμε περιεχόμενο με ταχύτητα. Περιεχόμενο εύπεπτο, που συχνά μας δίνει έτοιμες απαντήσεις και λύσεις, χωρίς να χρειάζεται να δουλέψει ιδιαίτερα ούτε ο νους ούτε το συναίσθημα. Παράλληλα, για πολλές δεκαετίες το σύστημα της παιδεία μας, έμμεσα, έχει παρουσιάσει το βιβλίο ως κάτι «βαρύ», δύσκολο ή ως κάτι που «πρέπει» να διαβαστεί, και όχι ως χώρο απόλαυσης και προσωπικής ανακάλυψης. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι όταν οι άνθρωποι βρουν βιβλία που τους μιλούν μέσα τους απλά, αληθινά και τους αγγίζουν πραγματικά, τότε διαβάζουν.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο στην ψηφιακή εποχή μας;
Το βιβλίο λειτουργεί σαν παύση. Σε έναν κόσμο γρήγορο και θορυβώδη, μας καλεί να επιβραδύνουμε, να συγκεντρωθούμε και να μείνουμε λίγο περισσότερο με μια σκέψη, ένα συναίσθημα, μια ιστορία. Μας βγάζει, έστω προσωρινά, από τη λογική της διαρκούς ειδοποίησης και της άμεσης ανταπόκρισης και μας δίνει χώρο για βάθος. Στην ψηφιακή εποχή αυτός ο ρόλος γίνεται ακόμη πιο σημαντικός.
Επιπρόσθετα, θεωρώ πως το βιβλίο δεν ανταγωνίζεται την τεχνολογία, αλλά μπορεί να συνυπάρξει μαζί της. Η δυνατότητα να διαβάζουμε ηλεκτρονικά κάνει το βιβλίο πιο προσβάσιμο, πιο άμεσο, πιο παρόν στην καθημερινότητά μας. Την ίδια στιγμή, το έντυπο βιβλίο παραμένει μια ξεχωριστή εμπειρία για πολλούς ανθρώπους, γιατί το ξεφύλλισμα, η υφή και ο χρόνος που του αφιερώνεις είναι μέρος της ίδιας της ανάγνωσης. Και τα δύο έχουν τη θέση τους, γιατί αυτό που τελικά μετρά είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον αναγνώστη και στο ίδιο το έργο.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Θα ήθελα βιβλία που μπορώ να διαβάσω ξανά χωρίς να με κουράζουν. Έργα ανθρώπινα, με εσωτερική σκέψη και συναίσθημα. Θα προσπαθούσα να επιλέξω βιβλία που δεν θα με οδηγούσαν σε μια μορφή «καραντίνας ψυχής», αλλά βιβλία που κρατούν συντροφιά ή λειτουργούν ως πνευματική ανάδυση.
Σίγουρα, πάντως, οι επιλογές μου θα προέρχονταν από διαφορετικά πεδία και οπτικές: πνευματικότητα, χιούμορ, ψυχολογία, ανθρώπινες σχέσεις και, φυσικά… λογοτεχνική παρηγοριά. Ενδεικτικά, θα αναφέρω την Alice Bailey, τα έργα της οποίας διαβάζονται για να παρατηρήσει και να συνδεθεί κάποιος με κάτι μεγαλύτερο, χωρίς φόβο και με μια απόλυτα γειωμένη πνευματικότητα.
Το απόλυτα διαχρονικό, εκπαιδευτικό πόνημα του Keith Johnstone, που μιλά για το Improv στο θέατρο και, αναπόφευκτα και στην ζωή. Το γέλιο και την ειρωνεία του Γ. Ξανθούλη με τις «Αδελφές Γαργάρα» του. Τον αλληγορικό «Αλχημιστή», που διαβάζοντας τον, κάπου ανάμεσα στις σελίδες του… κρύβει και έναν Μικρό Πρίγκιπα να μου κλείνει το μάτι. Και, στην απέναντι όχθη, το «Ημερολόγιο ενός κοριτσιού», που με άγγιξε βαθιά στα εφηβικά μου χρόνια, γιατί μιλά για την ευαλωτότητα μιας ηλικίας που συχνά δεν έχει φωνή. Σκιαγραφεί την εμπειρία της μη ακρόασης, της υποτίμησης ή της αμφισβήτησης. Σημεία που με απασχόλησαν κι εμένα στο «Ακόμη εδώ – Χώρο στο Χρόνο», σε ένα ευρύτερο, βέβαια, φάσμα ηλικιών, αλλά με τον ίδιο ανθρώπινο πυρήνα.
11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Χρειαζόμαστε ισορροπία. Ρεαλισμό για να πατάμε στη γη, να αντιλαμβανόμαστε τις συνθήκες και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις επιλογές μας, αλλά και ρομαντισμό για να μη χάνουμε την ανθρωπιά μας, την ευαισθησία και την ευχαρίστηση να ονειρευόμαστε.
Ο ρεαλισμός χωρίς ρομαντισμό γίνεται σκληρός, στεγνός και, κάποιες στιγμές, απάνθρωπος. Από την άλλη πλευρά, ο ρομαντισμός χωρίς ρεαλισμό κινδυνεύει να μείνει ευχή χωρίς πράξεις και αποτέλεσματα.
Στην εποχή μας, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται να κρατάμε και τα δύο ενεργά και ζωντανά. Γιατί, τελικά, αυτό που μας κρατά όρθιους, για να είμαστε «Ακόμη εδώ» και να μας επιτρέπεται να δίνουμε «Χώρο στον χρόνο» της ζωής μας, δεν είναι ούτε τα όνειρα από μόνα τους ούτε μόνο οι πράξεις μας, αλλά η ικανότητα να τα συνδέουμε με τρόπο ανθρώπινο, με αρετή και πάντα από την ψυχή μας.