/Ισμήνη Παφίτη: Η τεχνολογία μετατρέπεται σε κατάρα όταν παύουμε να αναρωτιόμαστε γιατί και για ποιον τη χρησιμοποιούμε

Ισμήνη Παφίτη: Η τεχνολογία μετατρέπεται σε κατάρα όταν παύουμε να αναρωτιόμαστε γιατί και για ποιον τη χρησιμοποιούμε

Η συγγραφέας Ισμήνη Παφίτη απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος “Στον Πλανήτη Άλφα”.

Κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά σας “Στον Πλανήτη Άλφα” από τις εκδόσεις Άνω Τελεία. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά; 

Το βιβλίο «Στον Πλανήτη Άλφα» είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας για νέους αλλά και μεγαλύτερους —  αναγνώστες. Συνδυάζει περιπέτεια, αστρονομία, ιστορία, αρχαιολογία και σύγχρονη επιστήμη, μέσα από μια ιστορία που ξεκινά ως εκπαιδευτική κατασκήνωση και εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο.

Έξι έφηβοι έρχονται αντιμέτωποι με μια επαναστατική εφεύρεση κβαντικής τηλεμεταφοράς ενός χαρισματικού καθηγητή που φαίνεται να γνωρίζει περισσότερα από όσα λέει. Αρχαία κείμενα, μυστηριώδεις χάρτες και επιστημονικές θεωρίες συνδέονται, αποκαλύπτοντας ένα μυστικό που ενώνει πολιτισμούς και εποχές από τη λατρεία της Αφροδίτης και τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων μέχρι την κβαντική φυσική.

Από την Κύπρο μέχρι το Λονδίνο, οι ήρωες θα βρεθούν μπροστά σε μια ανακάλυψη που μπορεί να αλλάξει την πορεία της ανθρωπότητας. Όμως όσο πλησιάζουν στην αλήθεια, ένα ερώτημα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο: όταν πιστεύεις ότι σώζεις τον κόσμο, ποιος σε σταματά αν έχεις ξεπεράσει το όριο;

Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους;

Οι βασικοί ήρωες είναι έξι έφηβοι με πολύ διαφορετικές προσωπικότητες και τρόπο σκέψης. Δεν με ενδιέφερε να δημιουργήσω «τέλειους» χαρακτήρες, αλλά ανθρώπους με αδυναμίες, ανασφάλειες και διαφορετικά κίνητρα. Άλλοι παρασύρονται από την ανάγκη για αναγνώριση, άλλοι από την περιέργεια, από τη δίψα για γνώση ή από την ανάγκη να ανήκουν κάπου και να αποδείξουν την αξία τους.

Καθοριστικό ρόλο παίζει ο καθηγητής Ονώριος, ένας ιδιαίτερα χαρισματικός άνθρωπος που πιστεύει βαθιά στη δύναμη της επιστήμης και της προόδου. Ωστόσο, όσο εξελίσσεται η ιστορία, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς πού τελειώνει το όραμα και πού αρχίζει η προσωπική φιλοδοξία. Δίπλα του βρίσκεται η Θεανώ, ένας χαρακτήρας που λειτουργεί πιο διαισθητικά και ανθρώπινα, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα ισορροπία μέσα στην ιστορία.

Πότε η ευχή της τεχνολογίας μετατρέπεται σε κατάρα; 

Νομίζω πως η τεχνολογία μετατρέπεται σε κατάρα όταν παύουμε να αναρωτιόμαστε γιατί και για ποιον τη χρησιμοποιούμε. Η ίδια δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή· όλα εξαρτώνται από τα χέρια στα οποία βρίσκεται και από τα όρια που είμαστε διατεθειμένοι να θέσουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα από την ικανότητά μας να τις επεξεργαστούμε ηθικά. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια έχει αλλάξει τον τρόπο που δουλεύουμε, που επικοινωνούμε και που παράγουμε γνώση. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει, αλλά τι επιλέγουμε να κάνουμε με αυτήν.

Παραδείγματα όπως η Neuralink δείχνουν ξεκάθαρα ότι μπαίνουμε σε περιοχές όπου τα όρια δεν είναι πλέον αυτονόητα. Νομίζω πως ακόμα ψάχνουμε τις ισορροπίες, ενώ ταυτόχρονα τις ξεπερνάμε — και αυτό είναι κάτι που με απασχόλησε έντονα και στον «Πλανήτη Άλφα». Όταν πιστεύεις ότι προχωράς με γνώμονα το καλό, είναι πολύ εύκολο να μην καταλάβεις πότε έχεις ήδη περάσει τη γραμμή.

Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Θα σας πω τι θα ήθελα να αποκομίσει. Θα ήθελα να μείνει κυρίως η αίσθηση ότι η γνώση και η πρόοδος δεν αρκούν από μόνες τους, αν δεν συνοδεύονται από κρίση και ευθύνη. Παράλληλα, θα ήθελα το βιβλίο να λειτουργήσει και ως αφορμή για αναζήτηση — είτε γύρω από την επιστήμη, είτε γύρω από την ιστορία, είτε γύρω από τη σχέση μας με τον ίδιο τον πλανήτη μας.

Αν ένας νέος αναγνώστης τελειώσει το βιβλίο και αρχίσει να ψάχνει τι είναι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ή να μάθει τι πραγματεύεται η κβαντική φυσική, αλλά και να σκέφτεται πιο κριτικά απέναντι στην τεχνολογία και με μεγαλύτερη οικολογική συνείδηση, τότε νιώθω πως η ιστορία θα έχει πετύχει κάτι ουσιαστικό.

Και αν, έστω για λίγο, κοιτάξει τον ουρανό με άλλο μάτι ή συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά συνομιλεί το παρελθόν με το μέλλον, τότε ίσως το βιβλίο να έχει πετύχει ακριβώς αυτό που ήθελα: να ανοίξει λίγο περισσότερο το πνεύμα και τη ματιά απέναντι στον κόσμο γύρω μας.

Ο χώρος της επιστημονικής φαντασίας μπορεί να γίνει λογοτεχνική γέφυρα για τη μεγαλύτερη επιρροή της ανάγνωσης στη νεολαία; 

Πιστεύω πως ναι. Η επιστημονική φαντασία έχει τη δυνατότητα να μιλήσει για πολύ ουσιαστικά ζητήματα, χρησιμοποιώντας τη φαντασία ως μέσο για να φωτίσει πλευρές της πραγματικότητας που συχνά δυσκολευόμαστε να δούμε άμεσα. Μπορεί να ανοίξει συζητήσεις για την τεχνολογία, την οικολογία, την κοινωνία, τις προκαταλήψεις, τα στερεότυπα, τον φόβο, με τρόπο συναρπαστικό.

Οι νέοι σήμερα μεγαλώνουν μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς· η επιστημονική φαντασία, όταν αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα, μπορεί να τους βοηθήσει να επεξεργαστούν αυτές τις αλλαγές και όχι απλώς να τις παρακολουθούν παθητικά. Μέσα από την εμπειρία και τις επιλογές των χαρακτήρων μιας ιστορίας δημιουργείται ένας χώρος σκέψης, χωρίς να χρειάζονται έτοιμες απαντήσεις ή διδακτισμός.

Και αυτό, τελικά, είναι πιο ισχυρό από οποιαδήποτε ευθεία οδηγία.

Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Γράφω — και διαβάζω — από παιδί, χωρίς ποτέ να το έχω αντιμετωπίσει αρχικά ως κάτι «επίσημο». Νομίζω πως το ερέθισμα ήταν πάντα οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Με ενδιέφερε να παρατηρώ συμπεριφορές, αντιδράσεις και μικρές λεπτομέρειες που ίσως περνούν απαρατήρητες. Παράλληλα, υπήρχε πάντα η ανάγκη της φαντασίας. Η συγγραφή, για μένα, ξεκίνησε ως ανάγκη έκφρασης και εξελίχθηκε σε έναν τρόπο να κατανοώ καλύτερα τον κόσμο γύρω μου.

Η ενασχόλησή μου με τη νεανική λογοτεχνία προέκυψε φυσικά. Πριν από λίγα χρόνια, μια φίλη μού έστειλε την προκήρυξη του διαγωνισμού για ανέκδοτο έργο παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου (ΚΣΠΝΒ – Cyprus IBBY). Συμμετείχα με το διήγημα «Ιούνιος στο Κάστρο της Μέντας», το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο και στη συνέχεια εκδόθηκε, φτάνοντας μέχρι τη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας Κύπρου. Αυτή η εμπειρία μού άνοιξε τον δρόμο και την επιθυμία να συνεχίσω να γράφω πιο συνειδητά.

Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Για μένα η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να κατανοούμε καλύτερα τον άνθρωπο και τον κόσμο γύρω μας — αλλά και να τον μετακινούμε λίγο πιο πέρα από αυτό που φαίνεται ορατό. Μπορεί να φωτίσει φόβους, αντιφάσεις, επιθυμίες και πλευρές της πραγματικότητας που μένουν συχνά αθέατες στην καθημερινότητα.

Ταυτόχρονα, η λογοτεχνία δίνει χώρο στη φαντασία. Σου επιτρέπει να δεις την πραγματικότητα από άλλη γωνία, να μπεις στη θέση κάποιου άλλου, να αμφισβητήσεις πράγματα που θεωρούσες δεδομένα. Και ίσως γι’ αυτό επιβιώνει διαχρονικά: γιατί, πέρα από την πλοκή ή το ύφος, μιλά τελικά για την ανθρώπινη εμπειρία.

Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Νομίζω πως το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο απ’ όσο φαίνεται. Ζούμε μέσα σε μια κουλτούρα συνεχούς ταχύτητας και διάσπασης προσοχής. Το βιβλίο απαιτεί χρόνο, συγκέντρωση και εσωτερική συμμετοχή — πράγματα που σήμερα δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να προστατεύσουμε. Από την άλλη, θεωρώ πως στην Ελλάδα και στην Κύπρο δεν καλλιεργήθηκε όσο θα έπρεπε μια ουσιαστική σχέση με την ανάγνωση από μικρή ηλικία. Συχνά το βιβλίο συνδέθηκε περισσότερο με την υποχρέωση παρά με την απόλαυση ή την ανακάλυψη.

Πολύ απλά, δεν μάθαμε να διαβάζουμε πραγματικά.

Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας; 

Ίσως σήμερα το βιβλίο να είναι πιο απαραίτητο από ποτέ. Μέσα στον τεράστιο όγκο πληροφορίας που δεχόμαστε καθημερινά, η ανάγνωση παραμένει ένας από τους λίγους χώρους όπου μπορείς πραγματικά να σταθείς, να σκεφτείς και να μπεις στη θέση κάποιου άλλου. Το βιβλίο δεν λειτουργεί με τη λογική της στιγμιαίας κατανάλωσης. Απαιτεί χρόνο και εσωτερική συμμετοχή· κι αυτό ακριβώς είναι που το κάνει πολύτιμο στην ψηφιακή εποχή.

Παράλληλα, διατηρεί και μια πολύ ανθρώπινη, υλική διάσταση. Είναι κάτι που μπορείς να κρατήσεις στα χέρια σου, να ξεφυλλίσεις, να μυρίσεις, να επιστρέψεις σε αυτό μετά από χρόνια. Και, σε αντίθεση με τον καταιγισμό της οθόνης, σου επιτρέπει να ορίζεις εσύ τον ρυθμό με τον οποίο θα το ζήσεις.

Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Νομίζω πως θα επέλεγα βιβλία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, γιατί το καθένα καλύπτει μια διαφορετική ανάγκη.

Τις «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» του Ιουλίου Βερν για την αίσθηση περιπέτειας και εξερεύνησης, αλλά και γιατί τον θαυμάζω από παιδί.

Τον «Θαμμένο Γίγαντα» του Καζούο Ισιγκούρο για τη βαθιά εσωτερικότητα και τη σιωπηλή δύναμη που έχει ως βιβλίο.

Τον «Αλχημιστή του Χάους» του Βασίλη Φαϊτά, γιατί η ποίηση λειτουργεί για μένα σχεδόν θεραπευτικά.

Τη «Γραμματική της Φαντασίας» του Τζάνι Ροντάρι, επειδή μου θυμίζει πόσο ελεύθερη και ανατρεπτική μπορεί να γίνει η σκέψη.

Και τέλος, τον «Ξένο» του Αμπέρ Καμύ, γιατί είναι από εκείνα τα βιβλία που σε ακολουθούν για χρόνια μετά την ανάγνωσή τους και σε αφήνουν να παλεύεις με τα ερωτήματα που ανοίγουν.

Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;

Νομίζω πως χρειαζόμαστε και τα δύο σε ισορροπία. Ο ρεαλισμός είναι απαραίτητος για να βλέπουμε καθαρά την πραγματικότητα και να μην ζούμε με ψευδαισθήσεις. Η επιβίωση είναι δύσκολη και χρειάζεται κάτι γερό για να πατάμε. Από την άλλη, χωρίς ρομαντισμό δύσκολα συνεχίζεις να ελπίζεις, να δημιουργείς ή να φαντάζεσαι έναν καλύτερο κόσμο.

Ίσως το πρόβλημα της εποχής μας να είναι ότι συχνά αντιμετωπίζουμε τον ρομαντισμό σαν αφέλεια ή ακόμα και αδυναμία. Όμως χωρίς αυτόν, ο άνθρωπος δύσκολα μπορεί να είναι αληθινά ευτυχισμένος.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ