/Νικόλαος Μερεντίτης: Οι ήρωες μου θέλουν να δουν την ομορφιά στο μέλλον, στη ζωή, γενικά

Νικόλαος Μερεντίτης: Οι ήρωες μου θέλουν να δουν την ομορφιά στο μέλλον, στη ζωή, γενικά

Ο συγγραφέας Νικόλαος Μερεντίτης απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων “Αυγουστιάτικη λέσχη μοναστών”.

1. Κυκλοφόρησε το βιβλίο σας “Αυγουστιάτικη λέσχη μοναστών” από τις εκδόσεις Κομνηνός. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά και γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;

Αρχικά, σας ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία της συνέντευξης. Το βιβλίο θα το περιέγραφα συνοπτικά ως ένα μωσαϊκό ανθρώπινων εμπειριών, αρσενικού –κατά βάσει- χαρακτήρα που συναντώνται αθέατα τον Αύγουστο. Αναφορικά με τον τίτλο, η λέξη «μοναστός» είναι επινοημένη. Το πρώτο συνθετικό της είναι το «μόνος» και το δεύτερο το «αστός». Οι ήρωες βρίσκονται μόνοι, είτε ως συνειδητή ανάγκη για μοναχικότητα είτε ως τελική κατάληξη της μοναξιάς τους. Ίσως, όμως, και οι δύο εκδοχές να υπονοούν μια επιλογή. Αυτό αφήνεται στην κρίση του αναγνώστη. Στη συνέχεια, επειδή οι περισσότερες ιστορίες τοποθετούνται σε αστικά περιβάλλοντα ή, τουλάχιστον, οι ήρωες ζουν μόνιμα ή για μεγάλα διαστήματα σε πόλεις τον υπόλοιπο χρόνο, επιλέχθηκε το «αστός» ως δεύτερο συνθετικό. Τέλος, καθώς τα θεματικά μοτίβα συνδέουν τους ήρωες με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα και με τη φάση ζωής του καθενός, θεώρησα ότι συγκροτούν –χωρίς να το συνειδητοποιούν– μια «λέσχη» και ότι οι ιστορίες τους επικοινωνούν παράλληλα αυτόν τον ιδιαίτερο και μετέωρο μήνα. Ενδεχομένως και πριν και μετά από αυτόν, αλλά, οπωσδήποτε, τότε.

2. Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους; 

Όπως ανέφερα, οι βασικοί ήρωες -τόσοι όσοι και τα διηγήματα, δεκαοχτώ συνολικά- είναι αρσενικού γένους. Πρόκειται για αγόρια, εφήβους, νεαρούς άνδρες κι άνδρες της όψιμης ωριμότητας που ξεδιπλώνουν τις ιστορίες τους σε διαφορετικές φάσεις ζωής ο καθένας. Ωστόσο, ακόμα κι αν δεν υπάρχει βασικός χαρακτήρας γένους θηλυκού, οι θηλυκές φιγούρες τους καθορίζουν, επηρεάζονται από αυτούς και διαχέονται στις ιστορίες τους. Αναφορικά με τους στόχους, μάλλον, αυτό που τους ενώνει είναι μια βαθιά ανάγκη να αισθανθούν αποδεκτοί, ότι ανήκουν κάπου ή σε κάποιον, να γίνουν κατανοητοί, να νιώσουν και να αισθανθούν, να συνεχίσουν, να βαστάξουν, να πορευτούν. Άλλωστε, τα μοτίβα που συνέχουν σε σπειροειδή μορφή τις δεκαοχτώ ιστορίες της συλλογής είναι η απώλεια, η αλλαγή, η μετάβαση, η διαχείριση και η ταυτότητα. Συνεπώς, οι ήρωες βρίσκονται σε μια μετέωρη κατάσταση που καλούνται σε κάποια κομβική στιγμή της μέχρι τότε ζωής τους να διαχειριστούν το παρελθόν που έχει συσσωρευτεί και να έρθουν αντιμέτωποι με αυτά τα θεμελιώδη ζητήματα-μοτίβα. Και, ίσως, το βασικό τους κίνητρο είναι, εν τέλει, το ότι θέλουν να δουν την ομορφιά στο μέλλον, στη ζωή, γενικά.

3. Ποιο είναι το όριο που καθορίζει τη μετάβαση από το παιδικότητα στην ωρίμανση;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Νομίζω η πτώση από τον παιδικό παράδεισο έρχεται, αρχικά, τη στιγμή που το σώμα, που πριν λαχταρούσε να καταπονείται από το παιχνίδι, αρχίζει να αναγνωρίζει κι άλλους πόνους που δε συνοδεύονται από σημάδια. Κι αυτό, καθώς καταλαβαίνει πως το δέρμα, που πριν απλά τραυματιζόταν και πονούσε, πια λειτουργεί ως διαμεσολαβητής ενός εξωτερικού κόσμου από έναν εσωτερικό, ο οποίος εμπλουτισμένος με εμπειρίες και κριτική σκέψη, παύει να ωραιοποιεί ό, τι πριν φάνταζε ιδανικό. Η ματαίωση, επομένως, της τρωτότητας του ίδιου και των σημαντικών άλλων, παράλληλα με την διάψευση προσδοκιών και την αποκαθήλωση καταστάσεων, που πριν εξασφάλιζαν ασφάλεια, εμπιστοσύνη και προστασία, νομίζω είναι το όριο που καθορίζει τη μετάβαση από την παιδικότητα στην ανατολή της ωρίμανσης. Ωστόσο, δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ πως τόσο η παιδικότητα, όσο και η ωρίμανση είναι υλικές κατηγορίες και το ζήτημα της ταξικότητας παίζει ρόλο, καθώς η μετάβαση από την παιδικότητα στην ωρίμανση δεν υπακούει σε καθολικούς νόμους, αλλά σχετίζεται άμεσα με τις ιστορικές και κοινωνικές προκείμενες κάθε εποχής, καθώς και το βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο των οικογενειών.

4. Πώς μεταπηδάμε από την προσωπική θεώρηση της πραγματικότητας, στη συλλογική και τι ρόλο παίζει η μαρξιστική διαλεκτική;

Ως προς αυτό, θα έλεγα πως ποτέ η θεώρηση της πραγματικότητας δεν είναι ουσιαστικά προσωπική. Ο Μαρξ είχε υποστηρίξει πως ο άνθρωπος «είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων». Ως εκ τούτου, η συνείδηση και η αντίληψη είναι υλικές κατηγορίες, με την έννοια πως αποτελούν αντανάκλαση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας, πέρα κι ανεξάρτητα από την υποκειμενική πρόσληψη του καθενός. Ως εκ τούτου, από την αρχή κοινωνικοποιούμαστε μέσα σε ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων, το οποίο μας παρέχει τα ερεθίσματα, τις έννοιες και τα εργαλεία για να διαμορφώσουμε τη θεώρηση της πραγματικότητας. Επομένως, οι προσλαμβάνουσες από μόνες τους είναι υλικές, αποτέλεσμα ιστορικής συγκυρίας και κοινωνικών συσχετισμών. Εδώ, όμως, είναι και το κομβικό κομμάτι: πράγματι, θεωρήσεις της πραγματικότητας, υπάρχουν διάφορες. Ωστόσο, η μαρξιστική διαλεκτική, μακριά από τον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική θεώρηση της φύσης και της κοινωνίας, υποστηρίζει πως η πραγματικότητα είναι αντικειμενική κι ανεξάρτητη κι, επομένως, το όλο ζήτημα είναι η χρήση των κατάλληλων εργαλείων και αναλυτικών κατηγοριών για να μπορέσεις να προσεγγίσεις αυτήν την πραγματικότητα, να μεταβείς «από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο». Δηλαδή, από το επιφανειακό, το άμεσα αντιληπτό, στην ουσία των πραγμάτων. Κι εδώ, επιβεβαιώνεται πως η φιλοσοφία είναι η μήτρα όλων των επιστημών, καθώς αυτή θα ορίσει τον τρόπο που θα διεξάγεται η έρευνα: τι ερωτήματα θέτει, πώς τα θέτει, τι εργαλεία χρησιμοποιεί, πού αποσκοπεί. Γιατί, η μαρξιστική διαλεκτική είναι, πρώτα απ’ όλα φιλοσοφική-επιστημολογική κατεύθυνση.

Οι νόμοι της, που αποτελούν και τη φιλοσοφική ραχοκοκαλιά/αρχιτεκτονική της συλλογής, ενθαρρύνουν να εξετάζονται τα πράγματα στο πλαίσιο των συγκρούσεων και αντιφάσεών τους, σαν οργανικό όλο σε όλη τους την πολυπλοκότητα. Για αυτό, ακόμα και ο τόπος στα διηγήματα, που αποτελεί έναν χαρακτήρα ξεχωριστό ως άμεση αντανάκλαση του ψυχισμού των ηρώων, βρίσκεται σε άμεση αλληλεπίδραση με το σώμα και τη σκέψη τους, αναπνέουν όλα μαζί και συνυφαίνουν μια πορεία προς τη θεώρηση της πραγματικότητας του κάθε ήρωα. Μια πραγματικότητα, όμως, βαθιά κοινωνική, καθώς κι εκείνοι είναι αναπόσπαστο κομμάτι του οργανικού όλου,, προϊόν δικό του, και μόνο έτσι αξίζει πραγματικά να τους προσεγγίσουμε κι όχι αναδιπλωμένους στον εαυτό τους. Όπως, δηλαδή, οφείλουμε και για εμάς.

5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Βασικό μου μέλημα –και γούστο, αν θέλετε, τόσο σαν αναγνώστης όσο κι ως συγγραφέας– δεν είναι τόσο η πλοκή, όσο η ψυχογραφία και η αίσθηση. Επομένως, θεωρώ πως το έργο μπορεί να αποτελέσει μία πολυαισθητηριακή διαδρομή στην οντογένεση του άνδρα και την ανθρωπογένεση, γενικότερα. Μια διαδρομή, γεμάτη εικόνες, ενδοσκόπηση και στοχασμό που γεννά προβληματισμούς για τους ήρωες, αλλά και μια πρόκληση για τον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά να αναμετρηθεί με τη δική του ζωή, τις δικές του επιλογές. Δεν ξέρω, συνεπώς, αν μπορώ καθολικά να διατυπώσω ένα απόσταγμα, γιατί οι αναγνώσεις είναι τόσες, όσοι και οι αναγνώστες. Θα περιοριστώ να πω το απόσταγμα που άφησε σε εμένα, ολοκληρώνοντας την πολύ προσωπική διαδρομή συγγραφής του έργου: Το παρελθόν ορίζει το παρόν, όμως το μέλλον δεν το αποδέχεται απλώς, απαιτεί από το παρόν να το μετασχηματίσει.

6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Την άνοιξη του 2024, οι εκδόσεις Κομνηνός προκήρυξαν έναν διαγωνισμό διηγήματος, στον οποίο συμμετείχα. Ήταν η πρώτη φορά που κάθισα συνειδητά και αποφάσισα: «τώρα θα γράψω ένα διήγημα». Η διαδικασία με ενθουσίασε και υπήρξε, πραγματικά, λυτρωτική. Γιατί, ισχύει πως η γραφή μοιάζει με γέννα: είναι επίπονη, σχεδόν σωματική, που καταλήγει σε ανακούφιση όταν ολοκληρωθεί. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, σχεδόν αυθόρμητα, σαν εσωτερική ανάγκη, άρχισε να γεννιέται και άλλο υλικό: κι άλλα διηγήματα. Χωρίς πίεση, αλλά με έναν όγκο που σταδιακά άρχισε να βαραίνει και πολύ πηγαία και φυσικά έγινε αντιληπτό πως δεν πρόκειται για μεμονωμένα κείμενα, παρά άρχισε να διαμορφώνεται ένα σώμα συλλογής. Ακόμα, το μοίρασμα του έργου είναι κάτι μοναδικό –ίσως και συγκινητικό- και γίνεται στα όρια μιας ασφάλειας και προστασίας που παρέχει το γραπτό, κάτι που για εμένα είναι σημαντικό. Η συγγραφή είναι μια μορφή τέχνης που επιτρέπει η έκθεση να είναι ελεγχόμενη. Αν ξέρεις να παίζεις με τις λέξεις, ξέρεις και να ζυγίζεις ακριβώς αυτό που θες να πεις και αυτό που θες να κρύψεις. Δε λέω, ωστόσο, πως είμαι τεχνίτης σε αυτό. Κάθε άλλο. Μπορώ, όμως, να εξασκηθώ.

7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Χμ… Για τον αναγνώστη, λογοτεχνία θα έλεγα πως είναι ένα κλειδί από χαρτί και μελάνι για να δραπετεύσει, να εμπλουτιστεί, να μορφωθεί, να εξελιχθεί στα πάντα του. Για τον συγγραφέα, μάλλον, αποτελεί τα ίδια, αλλά με την προσθήκη: να ανακουφιστεί και να έχει την πολυτέλεια να ονειροπολεί ολημερίς για να αφυπνίσει τους άλλους, άπαξ και κοιμηθεί.

8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Ιδιαίτερη ερώτηση. Είναι σημαντικό να ανοίγεται αυτή η κουβέντα.

Πρώτο και βασικό θα έλεγα πως η εκπαίδευση δεν παρέχει κανένα μαζικό κίνητρο για φιλαναγνωσία. Και λέω μαζικό, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα, ως αντανάκλαση του οικονομικού-κοινωνικού συστήματος, του καπιταλισμού, έρχεται να επικυρώσει την ταξική ανισότητα και αδικία που ήδη υπάρχει. Επομένως, για τους μαθητές που έχουν προσλαμβάνουσες φιλαναγνωσίας εκτός σχολείου βάσει πολιτισμικού κεφαλαίου, ενδεχομένως, αυτές να εμπλουτιστούν ή/και να ενισχυθούν από το σχολείο. Στη χειρότερη, θα συρρικνωθούν. Προσωπικά, ανήκα σε αυτή την κατηγορία: είχα ήδη μάθει στο βιβλίο, δεν ήρθε το σχολείο να μου το συστήσει.

Ωστόσο, οι γόνοι των φτωχών εργατικών λαϊκών οικογενειών δε θα έχουν την ίδια ευκαιρία απαραίτητα, καθώς το σχολείο απευθύνεται σε μία προνομιακή, κοινωνικά ορατή κανονικότητα. Δεν είναι σχεδιασμένο, δυστυχώς, για όλους τους μαθητές. Και, δεδομένου ότι το σχολείο εξυπηρετεί ανάγκες της οικονομίας και της παραγωγής κι έχει καταντήσει ένας μηχανισμός αξιολόγησης, προεπαγγελματικής εκπαίδευσης και κοινωνικού καταμερισμού, γίνεται αντιληπτό πως καθόλου η καλλιέργεια αυτής της έξης δεν το απασχολεί. Περισσότερο, θα λέγαμε, την απωθεί κιόλας, με τα παιδιά, δίχως κίνητρα σε ένα εξετασιοκεντρικό/βαθμοθηρικό σύστημα, να έχουν μεγάλη απέχθεια για το γραπτό και να το βιώνουν ως αγγαρεία. Δυστυχώς, όμως, έτσι καλλιεργείται και η αποστροφή προς την κριτική σκέψη και τον προβληματισμό, καθώς λογοτεχνία δεν είναι μόνο οι εικόνες, η πλοκή και τα σχήματα λόγου. Αλλά, όπως και άλλες μορφές τέχνης, έτσι και η λογοτεχνία, ακριβώς για αυτόν τον λόγο έχει εξοβελιστεί από το σχολείο.

Συνεχίζοντας, σαν άλλον βασικό παράγοντα θα έλεγα τον καθημερινό μόχθο, και την απαλλοτρίωση του ανθρώπου στον χώρο εργασίας του. Ειδικότερα, εφόσον η εργασία δεν είναι δημιουργική και δεν απελευθερώνει τις παραγωγικές δυνάμεις του ανθρώπου, παρά καταντά κάματος, τότε ο ελεύθερος χρόνος αντί να είναι προέκταση του εργάσιμου και να βιώνεται κι αυτός το ίδιο δημιουργικά και παραγωγικά, γίνεται φαύλος κι εργαλειοποιείται για την εκτόνωση και τη διασκέδαση κι όχι για την ουσιαστική ψυχαγωγία (βλ. την άπειρη ενασχόληση με τα social media). Γίνεται, αντιληπτό, συνεπώς, πως υπάρχει κι εδώ ισχυρή ταξική διάσταση στο ζήτημα. Και το ίδιο το βιβλίο, άλλωστε, σαν αγαθό, έχει το κόστος του και δεν είναι προσβάσιμο το ίδιο για όλους, ενώ και οι δημόσιες βιβλιοθήκες είναι ελάχιστες.

9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;

Δυστυχώς, το βιβλίο δεν κατέχει στην ψηφιακή εποχή την κεντρική θέση που είχε άλλοτε, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως έχει χάσει ολότελα την αξία του. Σήμερα, λειτουργεί ως πολύτιμο συμπλήρωμα της τεχνολογίας και ως αντίβαρο στην ταχύτητα και την επιφανειακότητα που συχνά χαρακτηρίζουν τα ψηφιακά μέσα. Ίσως, μάλιστα, για αυτό και να καλείται περισσότερο από ποτέ να αποδείξει την αναντικατάστατη σημασία του.

Και αυτό, γιατί η ανάγνωση και η μελέτη είναι πολυαισθητηριακές διαδικασίες και κανένα ηλεκτρονικό μέσο δεν μπορεί να προσφέρει την ίδια εμπειρία με την απτή επαφή που προσφέρει ένα βιβλίο. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και στην εκπαίδευση εγκαταλείπονται σταδιακά οι απόψεις που υποστήριζαν την πλήρη αντικατάσταση του έντυπου βιβλίου από τις οθόνες.

Πέρα όμως από τη γνωστική του αξία, το βιβλίο είναι πάντοτε φορέας δύο ιστοριών: εκείνης που έγραψε ο συγγραφέας και εκείνης που γράφει, άθελά του, ο ίδιος ο αναγνώστης. Προσωπικά, λατρεύω να τσακίζω τις σελίδες του, να το παρατώ όπου να ’ναι και να φορτώνεται αρώματα, υγρασίες, χώματα, αμμουδιές, φύλλα και πέταλα. Κάθε φορά που το ξεφυλλίζω, δεν επιστρέφω μόνο στις λέξεις του· επιστρέφω στις στιγμές που το διάβαζα, στα μέρη που επισκέφτηκα, στον καιρό που είχε, στα πρόσωπα που με συντρόφευαν και στα συναισθήματα που κουβαλούσα τότε. Αυτή τη βιωματική και βαθιά προσωπική διάσταση της ανάγνωσης κανένα ηλεκτρονικό μέσο δεν μπορεί και δε θα μπορέσει να την αποτυπώσει πλήρως· θα παραμένει πάντοτε, κατά κάποιον τρόπο, α-σώματο.

Συνεπώς, στην ψηφιακή εποχή ο ρόλος του βιβλίου μπορεί να έχει περιοριστεί ως προς την κυριαρχία του, όχι όμως ως προς τη σημασία του. Παραμένει φορέας γνώσης, καλλιέργειας, μνήμης και προσωπικής εμπειρίας, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική του αξία δεν εξαρτάται από το μέσο, αλλά από τη μοναδική σχέση που δημιουργεί με τον αναγνώστη.

10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Ελπίζω, δηλώνοντας πως μου λείπει η καραντίνα, να μην ξεσηκωθούν όλοι. Ας ξεκαθαρίσω, επίσης, ότι σε περίοδο καραντίνας –όπως κι έγινε- θα αναζητούσα συντροφιά σε γνώριμα κι αγαπημένα βιβλία. Οπότε, αυτά θα ήταν: «Eroica» του Κοσμά Πολίτη, «Ο άρχοντας των μυγών» του Γουίλιαμ Γκόντινγκ, «Η μυστική ιστορία» της Ντόνα Ταρτ, «Ο Χάρυ Πότερ και η Κάμαρα με τα μυστικά» της Τζόαν Κ. Ρόοουλινγκ και «Ο Μαύρος Κύκνος» του Ντέιβιντ Μίτσελ.

11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;

Ξεκάθαρα ρομαντισμό, για να αντέξουμε τον άχρωμο ρεαλισμό που μας επιβάλλεται. Ή για να τον διανθίσουμε. Ή, ακόμα, και να βρούμε στον ρεαλισμό τον ρομαντισμό που ήδη υπάρχει.