/Γιώργος Δήμος: Διηγήματα «ιδεών», στα οποία οι ιδέες δεν αναλύονται

Γιώργος Δήμος: Διηγήματα «ιδεών», στα οποία οι ιδέες δεν αναλύονται

Ο συγγραφέας Γιώργος Δήμος απαντά στις ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων “Επτά μέρες στην κόλαση”.

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Επτά μέρες στην κόλαση». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;

Με δυο λόγια, πρόκειται για μια συλλογή 15 σύντομων διηγημάτων («flash fiction» θα πουν κάποιοι), που περιγράφουν φανταστικά πρόσωπα και καταστάσεις. Δεν τοποθετούνται χρονικά ή γεωγραφικά, αν και πολλοί —ίσως εξαιτίας του δικού μου βιογραφικού— θεωρούν ως δεδομένο ότι όλα τα διηγήματα εκτυλίσσονται στην Νέα Υόρκη. Υπάρχουν πολλά στοιχεία λογοτεχνίας τρόμου, νουάρ μυθοπλασίας, επιστημονικής φαντασίας και γενικά «pulp» λογοτεχνίας, με μια μεταμοντερνιστική, όμως, διάθεση.

Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;

Σίγουρα η βία είναι ένα από τα θέματα αυτής της συλλογής. Καθώς, όμως, μιλάμε για λογοτεχνία του φανταστικού, και η βία εδώ είναι λιγάκι καρτουνίστικη. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο οι ιστορίες περνάνε από τη σκληρότητα στην καθημερινότητα ή το αντίθετο, ενέχει κάτι το βαθιά «αληθινό». Η έμπνευση για τα διηγήματα ήρθε από διάφορες πηγές. Μπορεί να ήταν από μια ταινία που είχα δει, από ένα βιβλίο που είχα διαβάσει, από ένα άρθρο που αφορούσε ένα πραγματικό έγκλημα ή από ένα όνειρο. Συνήθως, για να ξεκινήσω να γράφω, χρειάζομαι 3 ή 4 πράγματα, που να μπορούν κάπως να συνδυαστούν μεταξύ τους. Είναι διηγήματα «ιδεών», στα οποία οι ιδέες δεν αναλύονται, απλά παρατίθενται και ο αναγνώστης μπορεί μετά να τις επεξεργαστεί στο μυαλό του.

Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Στην καλύτερη περίπτωση, θα γεννηθούν κι άλλες ιδέες στο δικό του/της μυαλό. Δεν γράφω για το κοινό. Δηλαδή, θέλω οπωσδήποτε να διαβαστεί το βιβλίο μου, αλλά όταν το γράφω δεν έχω στο μυαλό μου τους αναγνώστες και το πώς νομίζω ότι θα το εκλάβουν, γιατί αυτό καταστρέφει τον αυθορμητισμό και άλλωστε συνήθως πέφτω έξω. Οι συγγραφείς, συχνά, θεωρούμε ότι το κοινό δεν θα καταλάβει τι πραγματικά εννοούσαμε όταν γράφουμε κάτι ή ότι θα προσβληθεί, αλλά αυτή η εντύπωση συνήθως είναι λανθασμένη. Έχω αποφασίσει να γράφω πράγματα που να αρέσουν πρώτα απ’ όλα σε μένα και νομίζω πως αυτή η μέθοδος είναι η πιο σωστή, γιατί όταν είσαι ειλικρινής στο χαρτί, το έργο επικοινωνεί.

Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Γράφω από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Όταν ήμουν 7 χρονών, ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα, και επειδή τα λογοτεχνικά βιβλία που αγόραζα δεν είχαν γραμμές, όπως είχαν τα σχολικά τετράδια, είχα ζητήσει από την γιαγιά μου να μου βρει ένα «βιβλίο» με κενές σελίδες, για να γράψω το μυθιστόρημά μου εκεί. Η καημένη, έψαξε και μου το βρήκε, και έτσι έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, που αν θυμάμαι καλά ήταν κάτι ανάμεσα από τις «Περιπέτειες του Τομ Σώγιερ» και τον «Χάρι Πότερ». Το ερέθισμα, λοιπόν, ήταν τα βιβλία που διάβαζα και μάλλον συνεχίζουν να είναι, συν των εμπειριών μου, που πλέον είναι αρκετά περισσότερες απ’ ό,τι ήταν όταν πήγαινα στο Δημοτικό.

Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακή μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;

Όταν είχα πρωτοπάει στην Νέα Υόρκη, θυμάμαι ότι είχαν βγει οι πρώτες Kindle εκδόσεις βιβλίων από την Amazon. Μπορούσες να κατεβάσεις αμέτρητα βιβλία στο tablet σου και να τα διαβάζεις στο μετρό, χωρίς να χρειάζεται να κουβαλάς ογκώδεις τόμους. Όλα αυτά, βέβαια, αν είχες θυμηθεί να φορτίσεις το tablet το προηγούμενο βράδυ. Γενικά, ο κόσμος τις απέρριψε πολύ γρήγορα. Στην Νέα Υόρκη, ο κόσμος θα τρέξει να αγοράσει όλα τα καινούρια «gadgets», για να είναι στη μόδα και να μπορεί να συγκριθεί με τους πλούσιους φίλους του, αλλά αν κάτι δεν είναι το ίδιο καλό με εκείνο που αντικατέστησε, γρήγορα θα το «πετάξουν». Το βιβλίο πρέπει να μπορείς να το μυρίσεις, να γυρνάς τις σελίδες του και βέβαια να παίρνει την προσοχή σου για 30′ με 1 ώρα μακριά από την οθόνη του υπολογιστή. Αν δεν τα κάνει αυτά, έχει αποτύχει στο στόχο του. Η Τεχνίτη Νοημοσύνη, από την άλλη, τουλάχιστον έτσι όπως είναι σήμερα, δεν αποτελεί ούτε κατά διάνοια απειλή για την συγγραφή βιβλίων —έναν θεσμό, ας μην ξεχνάμε, που υπάρχει εδώ και χιλιετίες.

Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Το ερώτημα αυτό μπορώ να το απαντήσω μόνο δια της εις άτοπον απαγωγής. Λογοτεχνία δεν είναι η απλή καταγραφή της πραγματικότητας, με όση προσοχή στην λεπτομέρεια κι αν έχει γίνει αυτή: Ένας τέτοιος ρεαλισμός ανήκει στο είδος του ρεπορτάζ. Λογοτεχνία δεν είναι η πιο πρωτότυπη ιδέα εκεί έξω, γιατί, όπως έλεγε και ο Γκαίτε, όλα τα «σπουδαία» τα έχει ήδη σκεφτεί κάποιος πριν από εμάς. Λογοτεχνία δεν είναι η χαζο-πλοκή που έχει ένα μυθιστόρημα ή ένα διήγημα: Αυτό δεν είναι παρά ένα όχημα για να μπορέσει ο συγγραφέας να εκφράσει ιδέες και συναισθήματα. Λογοτεχνία, τέλος, δεν είναι οι αναφορές και το κλείσιμο του ματιού σε μια μερίδα αναγνωστών που «ξέρει». Η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι παρά η μοντέρνα μυθολογία των ανθρώπων των γραμμάτων και δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να γίνεται δογματική. Ό,τι απομένει, αν αποκλείσουμε τα παραπάνω, είναι αυτό που ονομάζουμε λογοτεχνία.

Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Είναι άραγε αλήθεια αυτό; Υπάρχει, φαντάζομαι, μια στατιστική στην οποία βασίζεστε για να το λέτε, αλλά αυτό μου φέρνει πάντα στο νου το απόφθεγμα του Βρετανού πολιτικού και σατιρικού συγγραφέα, Μπέντζαμιν Ντισραέλι, το οποίο θα παραθέσω στα αγγλικά γιατί είναι αδύνατο να αποδοθεί με ακρίβεια σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα: «There are three kinds of lies: lies, damned lies and statistics». Εντάξει, σαν Μεσογειακοί διαβάζουμε «ελαφρύτερα» βιβλία, σε αντίθεση με τους Βόρειους που θέλουν να διαβάζουν πολυσέλιδους τόμους. Πάντως, στο μετρό της Αθήνας το πρωί, βλέπω πλέον μεγάλο ποσοστό των επιβατών να διαβάζει. Επίσης, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ανταπόκριση που είχα όταν ανακοίνωσα ότι έβγαλα βιβλίο. Νομίζω πως σεβόμαστε τους λογοτέχνες στην Ελλάδα και άλλωστε η παράδοσή μας, όσον αφορά το βιβλίο, ξεκινάει ίσως και νωρίτερα από ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.

Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;

«Συν Αθηνά και χείρα κίνει». Δεν υπάρχουν θαύματα, ειδικά στην Αθήνα που ζούμε σήμερα. Όλα είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και μάλιστα δεν είναι βέβαιο ότι ο κόπος σου θα ανταμειφθεί με τον τρόπο που περιμένεις. Τύχη, όμως, υπάρχει και «ευνοεί τους τολμηρούς», όπως λένε. Τώρα, όσο για την μοίρα, δεν πιστεύω σε αυτήν με την αρνητική έννοια: «Τον αγαπούσε ο Θεός και τον πήρε κοντά του». Αυτά είναι ανοησίες.

Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Διάβασα πολύ στις «καραντίνες» και είδα και μπόλικες ταινίες. Σιγά σιγά, όμως, άρχισα να ταυτίζω την κατάσταση αυτή με το διάβασμα και το Netflix και άρχισα να τα σιχαίνομαι. Δεν έχει νόημα η τέχνη αν δεν αποτελεί μέσο επικοινωνίας για τους ανθρώπους. Στην «καραντίνα», ενώ παλιά δεν δεχόμουν την λογοτεχνία του Μισέλ Ουελμπέκ, γιατί τον θεωρούσα νιχιλιστή και εγώ δεν έβλεπα γύρω μου αυτόν τον στείρο κόσμο που περιγράφει στα βιβλία του, διάβασα το «Particules élémentaires» (1998) και μου φάνηκε έως και ευχάριστο. Δεν θέλω βιβλία για την «καραντίνα», γιατί δεν ονειρεύομαι έναν κόσμο στον οποίο υπάρχει το ενδεχόμενο να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.

Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;

Χρειαζόμαστε περισσότερη κριτική σκέψη και από την άλλη πιο πλούσια φαντασία. Μοιάζουν αντίθετα αυτά τα δύο, αλλά μπορούν να συνδυαστούν. Δεν θέλει, για παράδειγμα, φαντασία όταν πάει κανείς να ψηφίσει στις εκλογές. Εκεί θέλει κριτική σκέψη. Φαντασία χρειάζεται όταν προσπαθείς να βρεις λύση σε ένα πρόβλημα. Φαντασία χρειάζεται όταν σκέφτεσαι πώς θα οργανώσεις τη ζωή σου, για να μην καταντήσει βαρετή και αφόρητη. Ο ρομαντισμός είναι μια άλλη λέξη για αυτό που περιγράφω, όμως σήμερα έχει αλλάξει έννοια και παραπέμπει σε έναν εραστή που ανάβει κεράκια για το δείπνο με την αγαπημένη του. Η λέξη «ρεαλισμός», από την άλλη, είναι κι αυτή μια λέξη που έχει αλλοιωθεί από την συχνή χρήση της. Σημαίνει να σκέφτεσαι πρακτικά; Α ναι, τότε χρειάζεται. Αν ρεαλισμός είναι να σου λένε ότι θα σε πληρώσουν ψίχουλα για μια δουλειά και εσύ θα τα πάρεις γιατί δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς, τότε δεν χρειάζεται, και μάλιστα καλό θα ήταν να το αποβάλλουμε συλλογικά σαν νοοτροπία, όσο το δυνατόν πιο σύντομα.