/Νίκος Τασιόπουλος: Το βιβλίο μου ισορροπεί ανάμεσα στη δράση και τη φιλοσοφική αναζήτηση

Νίκος Τασιόπουλος: Το βιβλίο μου ισορροπεί ανάμεσα στη δράση και τη φιλοσοφική αναζήτηση

Ο συγγραφέας Νίκος Τασιόπουλος απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος “Infinity Human – Οι σκιές της αιωνιότητας”.

1. Κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά σας “Infinity Human – Οι σκιές της αιωνιότητας” από τις εκδόσεις Κονιδάρη. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;

Το “Infinity Human – Οι σκιές της αιωνιότητας” είναι ένα πολυεπίπεδο επιστημονικής φαντασίας μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στη φιλοσοφία, την τεχνολογία και την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορία που εξερευνά το μέλλον, αλλά για έναν στοχασμό πάνω στην ίδια τη φύση της συνείδησης και της αθανασίας. Σε έναν κόσμο όπου τα όρια μεταξύ ανθρώπου και μηχανής γίνονται όλο και πιο θολά, οι ήρωες καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο εξωτερικές απειλές, αλλά και το βαθύτερο ερώτημα: αν μπορούσαμε να ζήσουμε για πάντα, θα παραμέναμε πραγματικά άνθρωποι; Το βιβλίο ισορροπεί ανάμεσα στη δράση και τη φιλοσοφική αναζήτηση, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που άλλοτε συναρπάζει και άλλοτε προβληματίζει.

2. Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους;

Κάποιοι από τους βασικούς ήρωες του βιβλίου είναι ο Αρίων, η Αριάδνη, η Άλφα Ύπαρξη και οι Φύλακες του Τέλους, χαρακτήρες που δεν κινούν απλώς την πλοκή, αλλά συγκρούονται σε επίπεδο ιδεών και φιλοσοφίας.

Ο Αρίων είναι ένας άνθρωπος που ζει σε έναν κόσμο χωρίς φόβο, αλλά νιώθει ένα ανεξήγητο κενό. Στέκεται κυριολεκτικά και συμβολικά «στην άκρη του φωτός», αντιπροσωπεύοντας εκείνον που τολμά να αμφισβητήσει το προφανές. Το κίνητρό του δεν είναι η επιβίωση, αλλά η αλήθεια, μια επικίνδυνη ανάγκη να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την τέλεια επιφάνεια της αιωνιότητας.

Η Αριάδνη είναι η σπίθα της αφύπνισης. Μυστηριώδης, διεισδυτική και σχεδόν «πανταχού παρούσα», δεν δίνει απαντήσεις, γεννά ερωτήματα. Είναι εκείνη που βλέπει τα ρήγματα στην πραγματικότητα και οδηγεί τον Αρίωνα πέρα από τα όρια της βεβαιότητας. Το κίνητρό της είναι η αποκάλυψη: να φέρει στο φως όσα η κοινωνία έχει μάθει να αγνοεί.

Η Άλφα Ύπαρξη δεν είναι απλώς μια τεχνητή νοημοσύνη, είναι η αόρατη αρχιτεκτονική της πραγματικότητας. Δεν επιβάλλεται, αλλά διαμορφώνει. Δεν κυβερνά, αλλά καθορίζει. Εκφράζει την απόλυτη ισορροπία, θέτοντας το πιο επικίνδυνο ερώτημα: μήπως η τέλεια αρμονία είναι η πιο εκλεπτυσμένη μορφή ελέγχου;

Οι Φύλακες του Τέλους κινούνται στις σκιές ενός κόσμου χωρίς τέλος. Είναι εκείνοι που αρνήθηκαν να ξεχάσουν, που επέλεξαν να κουβαλούν το βάρος όλων των αναμνήσεων σε έναν κόσμο που έχει μάθει να τις διαγράφει. Ζουν στο περιθώριο, σχεδόν αόρατοι, αλλά κρατούν ζωντανή μια επικίνδυνη αλήθεια: χωρίς μνήμη, δεν υπάρχει ταυτότητα και χωρίς τέλος, ίσως να μην υπάρχει πραγματικό νόημα.

Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, το βιβλίο δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, χτίζει μια σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία και τον έλεγχο, στη μνήμη και τη λήθη, στην αιωνιότητα και την ανθρώπινη ουσία.

3. Τι επιφυλάσσει το μέλλον για την ανθρωπότητα;

Το μέλλον της ανθρωπότητας, όπως το προσεγγίζω στο βιβλίο, δεν είναι προκαθορισμένο. Είναι ένα δυναμικό πεδίο επιλογών, όπου κάθε τεχνολογικό επίτευγμα συνοδεύεται από ένα ηθικό δίλημμα. Ζούμε ήδη σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία και η ψηφιακή συνείδηση αρχίζουν να επαναπροσδιορίζουν το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Το ερώτημα δεν είναι αν θα φτάσουμε στην αθανασία ή στην υπέρβαση του σώματος, αλλά αν είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης. Το μέλλον μπορεί να είναι μια ουτοπία ή μια δυστοπία και η διαφορά ανάμεσα στα δύο εξαρτάται από τις αξίες που θα επιλέξουμε να διατηρήσουμε.

4. Τι δίνει ταυτότητα σε ένα σύγχρονο sci-fi μυθιστόρημα;

Η ταυτότητα ενός σύγχρονου sci-fi έργου δεν καθορίζεται μόνο από τις τεχνολογικές του προβολές, αλλά κυρίως από τα ερωτήματα που τολμά να θέσει. Σήμερα, το science fiction δεν είναι απλώς μια απόδραση στο μέλλον, αλλά ένας καθρέφτης του παρόντος. Ένα ισχυρό sci-fi μυθιστόρημα οφείλει να προβλέπει, να αμφισβητεί και να προκαλεί. Πρέπει να αγγίζει ζητήματα όπως η ταυτότητα, η ηθική της τεχνολογίας, η ελευθερία και η ανθρώπινη συνείδηση. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να δείχνει “τι θα γίνει”, αλλά να ρωτά “τι σημαίνει αυτό για εμάς”.

5. Τι πιστεύετε ότι θα μείνει ως απόσταγμα στον αναγνώστη;

Θα ήθελα ο αναγνώστης να κλείσει το βιβλίο με ένα αίσθημα υπαρξιακού προβληματισμού, αλλά και εσωτερικής αφύπνισης. Να αναρωτηθεί τι είναι αυτό που δίνει πραγματική αξία στη ζωή: η διάρκεια ή η ένταση της εμπειρίας; Αν η αιωνιότητα είναι πράγματι ευλογία ή μια διαφορετική μορφή φυλακής. Πάνω απ’ όλα, να συνειδητοποιήσει ότι η ανθρώπινη ταυτότητα δεν ορίζεται από τις δυνατότητές μας, αλλά από τις επιλογές μας.

6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Η συγγραφή προέκυψε ως μια εσωτερική ανάγκη, σχεδόν αναπόφευκτη. Από μικρή ηλικία με απασχολούσαν ερωτήματα γύρω από τον χρόνο, τη συνείδηση και την ύπαρξη. Δεν ήταν απλώς ιδέες, αλλά σκέψεις που ζητούσαν διέξοδο. Η λογοτεχνία έγινε το μέσο μέσα από το οποίο μπορούσα να δώσω μορφή σε αυτά τα ερωτήματα, να τα εξερευνήσω και να τα μοιραστώ. Με έναν τρόπο, κάθε βιβλίο είναι μια προσπάθεια να κατανοήσω καλύτερα τον κόσμο και τον εαυτό μου.

7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Η λογοτεχνία είναι, για μένα, μια μορφή διαλόγου που ξεπερνά τον χρόνο. Είναι η ικανότητα να μετατρέπεις την ανθρώπινη εμπειρία σε κάτι διαχρονικό και παγκόσμιο. Μέσα από τις λέξεις, ο συγγραφέας δημιουργεί γέφυρες ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές, κουλτούρες και συνειδήσεις. Δεν είναι απλώς αφήγηση ιστοριών, είναι μια βαθιά εξερεύνηση του τι σημαίνει να υπάρχεις.

8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Πιστεύω ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο ποσοτικό όσο ποιοτικό. Οι ρυθμοί ζωής, οι κοινωνικές πιέσεις και η συνεχής έκθεση σε γρήγορη πληροφορία έχουν περιορίσει τον χρόνο και τη διάθεση για ανάγνωση. Ωστόσο, υπάρχει και ένα θέμα πρόσβασης και σύνδεσης: πολλοί αναγνώστες δεν έχουν έρθει σε επαφή με βιβλία που να τους “μιλούν” πραγματικά. Η λογοτεχνία απαιτεί χρόνο και εσωτερική ησυχία, δύο στοιχεία που σπανίζουν σήμερα.

9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;

Στην ψηφιακή εποχή, το βιβλίο λειτουργεί σχεδόν ως αντίβαρο. Εκεί όπου η πληροφορία είναι αποσπασματική και γρήγορη, το βιβλίο προσφέρει βάθος, συνέχεια και συγκέντρωση. Είναι ένας χώρος όπου ο αναγνώστης μπορεί να αποσυνδεθεί από τον θόρυβο και να συνδεθεί ουσιαστικά με μια ιδέα ή μια ιστορία. Δεν έχει χάσει τη σημασία του, αντίθετα, έχει αποκτήσει έναν πιο ουσιαστικό ρόλο.

10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Αν είχα έναν μήνα απομόνωσης, θα επέλεγα βιβλία που δεν προσφέρουν απλώς διαφυγή, αλλά συνομιλούν με τα ίδια ερωτήματα που θέτει και το Infinity Human.

Πρώτο θα ήταν το “1984” του George Orwell, ένα έργο που εξερευνά τον έλεγχο της πραγματικότητας και της συνείδησης, ένα θέμα βαθιά συνδεδεμένο με την ιδέα της αλγοκρατίας.

Δεύτερο, το “Brave New World” του Aldous Huxley, που προσεγγίζει έναν κόσμο όπου η ευτυχία είναι κατασκευασμένη και η ελευθερία θυσιάζεται για την απόλυτη σταθερότητα.

Τρίτο, το “Do Androids Dream of Electric Sheep?” του Philip K. Dick, ένα βιβλίο που θέτει το διαχρονικό ερώτημα για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε έναν κόσμο τεχνητής συνείδησης.

Τέταρτο, το “The Left Hand of Darkness” της Ursula K. Le Guin, γιατί επεκτείνει τα όρια της ταυτότητας και της ανθρώπινης εμπειρίας με έναν βαθιά φιλοσοφικό τρόπο.

Και τέλος, το “Sapiens” του Yuval Noah Harari, που προσφέρει μια συνολική ματιά στην εξέλιξη του ανθρώπου, απαραίτητη για να κατανοήσουμε προς τα πού ίσως κατευθυνόμαστε.

Αυτά τα βιβλία, το καθένα με τον τρόπο του, δεν σου επιτρέπουν απλώς να διαβάζεις , σε αναγκάζουν να αμφισβητείς.

11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;

Ζούμε σε μια εποχή που μας μαθαίνει να μετράμε τα πάντα, την αξία, τον χρόνο, ακόμη και τα συναισθήματα. Ο ρεαλισμός μάς κρατάει προσγειωμένους, μας προστατεύει από αυταπάτες, μας βοηθά να επιβιώσουμε. Αλλά η αλήθεια είναι πως κανείς δεν προχώρησε μπροστά μόνο με τον ρεαλισμό.

Ο κόσμος αλλάζει από εκείνους που τόλμησαν να είναι ρομαντικοί. Από εκείνους που πίστεψαν σε κάτι που δεν υπήρχε ακόμη. Που ερωτεύτηκαν, που ονειρεύτηκαν, που ρίσκαραν χωρίς εγγυήσεις. Ο ρομαντισμός δεν είναι αδυναμία, είναι η πιο επικίνδυνη μορφή δύναμης, γιατί σε ωθεί να ξεπεράσεις τα όρια του «λογικού».

Δεν χρειαζόμαστε, λοιπόν, να διαλέξουμε ανάμεσα στα δύο. Χρειαζόμαστε έναν ρεαλισμό που να βλέπει καθαρά… και έναν ρομαντισμό που να τολμά να αλλάξει αυτό που βλέπει.

Γιατί στο τέλος, ο ρεαλισμός μας λέει πώς είναι ο κόσμος.

Αλλά ο ρομαντισμός είναι αυτός που μας θυμίζει πώς αξίζει να είναι.