Γράφει ο Μπακίρα
Κάτι πού θάκανε γοργά να φύγη το κοράκι,
πού τού γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά.
Να φύγη κρώζοντας βραχνά, κτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα τού Νοτιά.
Κάτι πού θάκανε τα υγρά, παράδοξα σας μάτια,
πού αβρές μαθήτριες τ’αγαπούν καί σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα καί προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο πού, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.
Λοιπόν. Το κοράκι αυτό είναι το κοράκι τού Edgar Allan Poe. Μόνον πού, η προοπτική έχει αντιστραφή!
Σε μπέρδεψα; Πάμε από την αρχή; Καρέ, καρέ;
Ξέρω γιά κάποιαν πενταμελή παρέα τού δεκάτου εννάτου αιώνος. Charles Baudelaire, κόμης Lautreamont, Paul Verlaine, Arhur Rimbaud. Καί ο αμερικάνος της παρέας. Ο Edgar Allan Poe.
Αναρωτιέμαι κατά πόσον θα ταίριαζε σ’ συτήν την παρέα κι’ ένας ρωμηός. Ο κόντε Νιόνιος Σολωμός. Ο Εθνικός μας ποιητής δηλαδή, ο Διονύσιος Σολωμός. Αμφιβάλεις; Διαπίστωσε το! Διάβασε τον Λάμπρο καί την Μαρία, την σκηνή στην εκκλησία! Οσο γιά μένα, όταν ξαναδιάβασα το κείμενο μεγάλος απόρησα: αν ο κόντε Νιόνιος
περιγράφει έναν εφιάλτη τον οποίον είδε, τότε τι στον κόρακα είχε πιεί το προηγούμενο βράδυ γιά να δή τέτοιον εφιάλτη
Σε καμία περίπτωση δεν θα χαρακτήριζα καταραμένο ποιητή τον Νίκο Καββαδία. Ομως οι καταραμένοι αυτοί ποιητές τον έχουν εμπνεύσει γονιμότατα. Αυτό το διαπιστώνει ευχερώς πας νοήμων άνθρωπος διβάζοντας τούς στίχους του. Θες παραδείγματα;
– Στον Rimbaud, το καράβι συμβολίζει την φυγή. Το ίδιο καί στον Νίκο Καββαδία:
<< Θέλω να ρίξω ποταμέ μιά βάρκ’ από χαρτόνι,
όπως αυτές πού παίζουνε στην όχθη μαθητές>>.
– Ο Rimbaud βγάζει μιά σπαρακτική κραυγή: δεν φεύγομε!
Το ίδιο κι’ ο Νίκος Καββαδίας:
<< Ποιός είπε φούντο; Ψέματα! Δεν φύγαμε ποτέ!>>
– Τέλος, μού είναι αδύνατον να θυμηθώ με ποιόν συνειρμό μιλήσαμε γιά τις correspondences τού Baudelaire στο μάθημα. Θυμάμαι όμως τούς παραλληλισμούς τού Νίκου Καββαδία: <<Τρία
πράγματα έχει δεί στην ζωή του να μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των δυτικών. Των φορτηγών τις βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες. Καί τις κατοικίες των κοινών χαμένων γυναικών. Κι’αυτά μοιάζουν μεταξύ τους, παρ’ όλη την μεγάλη τους στο βάθος διαφορά. Διότι κι’ από τα τρία λείπουν, η κίνηση, η άνεση τού χώρου κι’ η χαρά>>.
Παραλληλισμοί, correspondences, δεν είναι καί τόσο μακριά…
Πριν συνεχίσω, να ζητήσω μία χάρη; Τον Νίκο Καββαδία οι κολλητοί του τον προσφωνούσαν με διάφορα πατατσούκλια, χαιδευτικά, υποκοριστικά. Απ’ όλα έχω ξεχωρίσει το Κόλλιας. Πειράζει να τον λέω
κι’ εγώ Κόλλια; Λες κι’ ήταν καί δικός μου κολλητός;
Στο <<Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ>>, δεν χρειάζεται να διαπιστώση κανείς τίποτα. Ο ίδιος ο Κόλλιας δηλώνει, πόσο πολύ τον έχουν εμπνεύσει κάποιοι καταραμένοι ποιητές.
Πάμε στο Κοράκι τού Edgar Allan Poe. Είναι μαύρο κι’ άραχλο βράδυ τού Δεκέμβρη. Το παράθυρο τού ποιητή είναι ανοικτό. Ποιητική αδεία υποθέτω. Από το ανοικτό παράθυρο μπάινει κάποιο μαύρο κι’ άραχλο κοράκι. Καί στρογγυλοκάθεται στο κεφάλι τού μπούστου της
Παλλάδας.
Εκπληκτικός συμβολισμός. Η Παλλάς, η Αθηνά δηλαδή, είναι η θεά της σοφίας επειδή βγήκε από το κεφάλι τού Δία. Το άραχλο κοράκι, πού προφανώς συμβολίζει την κατάθλιψη, κάθεται στο κεφάλι της Παλλάδας. Κάθε εξαστισμός φέρνει στενοχώρια. Γιατί; Γιατί ο εξαστισμός από την φύση του προκαλεί στενότητα χώρου. Ομως όταν μιλάμε γιά τούς καταραμένους τού δεκάτου εννάτου αιώνος, δεν μιλάμε γιά οποιονδήποτε εξαστισμό. Μιλάμε για εκβιομηχανιζόμενον εξαστισμό. Κι’αυτός, δεν φέρνει μόνον στενότητα χώρου. Φέρνει καί κατάθλιψη, λόγω της σχιζοφρενικώς ακραίας ερμηνείας τού ορθολογισμού, της λογικής δηλαδή, την οποίαν υιοθετεί καί η οποία τον συνοδεύει.
Κι’ έρχεται τώρα ο Κόλλιας. Τί προτείνει; Σταμάτα να σπαταλάς το πολύτιμο δώρο της ζωής σαν φλώρος χαρτογιακάς. Στάμάτα να σπαταλάς τέτοιο πολύτιμο δώρο σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
κάνοντας αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία. Την ώρα μάλιστα πού τα καράβια αναχωρούν περήφανα γιά την Cailan, την Madang, το Basamuk, το Gresig, το Balikpapan, την Kota Kinabalu, τα νησιά Togo, τα νησιά τού Αρχιπελάγους τού Bismark, την Punta Arenas…
Ελα να μπαρκάρωμε μαζύ, σ’ ένα μπάρκο πού θ’ αναζητήση την θολή γραμμή των οριζόντων καί θα ψάξη να την σχίση…
Μάλλον όμως, όλ’ αυτά τ’ απευθύνει στον εαυτό του. Είναι μόλις εικοσιτριών χρονών όταν γράφη αυτές τις γραμμές. Δεν έχει αρχίσει ακόμα να ταξιδεύη όπως θα ήθελε. Προφανώς φοβάται ότι θα καθηλωθή στα χοντρά λογιστικά βιβλία. Και γι’ αυτό, οι επόμενες στροφές δεν είναι ιδιαίτερα καλές. Διότι δεν είναι ακόμα βιωματικές. Μαλλον είναι συνθετικές. Δηλαδή συνδυάζει την φαντασία του με αφηγήσεις πού έχει ακούσει. Κάπως έτσι, προσπαθεί να περιγράψη μιά βάρδια στην γέφυρα τού ιδίου καί τού Καίσαρος Εμμανουήλ. Χωρίς να διευκρινίζει ποιός είναι ο υπόλογος αξιωματικός καί ποιός ο ναύτης.
Ομως λίγο πριν το τέλος έρχονται δυό υπέροχες στροφές.
Καί μιά γριά τού Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
-μιά γριά σ’ ένα πολύβοο καφενείο-
μιά αιμάσσουσα καρδιά θα μού στιγμάτιζε,
κι’ ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.
Δεν είμαι σίγουρος ποιούς εννοούν οι ρωμηοί ναυτικοί όταν λένε κούληδες στην δική τους αργκώ. Ολους τούς σχιστομάτηδες; Η τούς σχιστομάτηδες περιοχών όπως η Ινδοκίνα ή η Ινδονησία; Ομως υπάρχει δοξασία μεταξύ των ρωμηών ναυτικών. Οτι τα τατού των ανατολιτών είναι ανεξίτηλα.
Κούλικο στο στήθος σου τατού,
π’ όσο κι’ αν το καίς δεν λέει να σβήση.
Η…
Τού κάκου. Τόξερε καλά, όπως το ξέρομε όλοι,
ότι τού Αννάμ τα στίγματα δεν φεύγουνε ποτές.
Αννάμ είναι η χερσόνησος της Ινδοκίνας. Τα τατού θα χτυπηθούν σε μιά γωνιά, σ’ ένα πολύβοο καφενείο. Να μην ζητάμε καί συνθήκες υγιεινής δηλαδή. Καί θα χτυπηθούν από μιά πολύπειρη γριά. Αιμάσσουσα καρδιά καί γυμνό κρανίο. Πρόκειται γιά αντιδιαστολή; Η ζεστασιά τού αίματος της καρδιάς από την μιά καί η κρύα λογική τού μυαλού από την άλλη;
Κι’ η δεύτερη στροφή.
Καί μιά βραδιά στην Μπούρμα, ή στην Μπατάβια
στα μάτια μιάς Ινδής πού θα χορέψη
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε-ίσως-την Γκρέτα να επιστρέψη.
Τα δεκαεπτά στιλέτα αποτελούν υπαινιγμό γιά την ηλικία της χορεύτριας; Καί κατ’ αρχήν, γιατί να υπάρχουν στιλέτα; Μήπως γιά να είναι διαθέσιμα; Να τα βρούν έτοιμα οι μπράβοι; Αν χρειασθή να παρέμβουν; Ωστε να προστατεύσουν την γυμνή χορεύτρια από τις λάγνες ορέξεις των αγροίκων θαμώνων; Πάντως, η θέα της γυμνής χορεύτριας στον ίδιο τον Κόλλια δεν δείχνει να φέρνη λάγνες ορέξεις. Μάλλον τον κάνει ν’ αναπολή κάποιον έρωτα.
Εν ολίγοις: ο Κόλλιας αντιστρέφει την προοπτική τού κορακιού!
Στον Edgar Allan Poe, το κοράκι έρχεται με πρόθεση να
στρογγυλοκάτση. Ο Κόλλιας ρωτά: Θες να διώξης το κοράκι; Θες να το στείλης στον αγύριστο; Καί να κουβαλήση μαζύ του την κατάθλιψη;
Τότε έλα να μπαρκάρης μαζύ μου. Να μοιρασθούμε εμπειρίες καί περιπέτειες, πού οι στεριανοί φλώροι ούτε στον ύπνο τους δεν έχουν δεί…
Λένε πως κάποια πράγματα δεν κρύβονται. Χρήμα, μίσος, αγάπη…
Εγώ την αγάπη μου γιά τούς στίχους τού Κόλλια καί γιά την μουσική πού αυτοί οι στίχοι έχουν εμπνεύσει δεν μπορώ να την κρύψω.
Υ.Γ. Το <<κούληδες>> χρησιμοποιήθηκε λόγω της ανάγκης συμμορφώσεως με την αργκώ τον ναυτικών. Παρακαλώ, μην παρεξηγηθή κανείς, ότι αποτελεί ρατσιστικό σχόλιο.