Ο Νίκος Ναούμης, βασικός συνεργάτης του culturepoint.gr προχώρησε στη συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου προσωπική κατάθεση ψυχής για την εμπειρία της τύφλωσης. Με την ευκαιρία λοιπόν της έκδοσης του μυθιστορήματος “Η φυλακή μου, εγώ” συνομιλεί με τον Κωνσταντίνο Μανίκα.
1. Κυκλοφόρησε το νέο σας μυθιστόρημα “Η φυλακή μου, εγώ” από τις εκδόσεις Επίμετρο / Παπαζήση. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά και γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Το μυθιστόρημα αυτό είναι η καταγραφή μιας εσωτερικής αναμέτρησης. Είναι η διαδρομή ενός ανθρώπου που προσπαθεί να αναπνεύσει μέσα σε έναν κόσμο που τον θέλει περιορισμένο, αναζητώντας την έξοδο προς την αλήθεια του.
Επέλεξα τον τίτλο “Η φυλακή μου εγώ” γιατί πιστεύω πως οι πιο ανυπέρβλητοι τοίχοι είναι εκείνοι που υψώνουμε εμείς οι ίδιοι γύρω από τον εαυτό μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αιχμαλωσία από το να ζεις μια ζωή που δεν σου ανήκει, και ταυτόχρονα, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία από το να αναγνωρίζεις το κελί σου και να αποφασίζεις να το γκρεμίσεις με τις λέξεις.
2. Μια αναπηρία μετατρέπεται αντικειμενικά σε μια πρακτική και συναισθηματική φυλακή;
Η αναπηρία είναι μια συνθήκη, όχι η ουσία της φυλακής. Οι πραγματικοί τοίχοι δεν χτίζονται από την έλλειψη μιας αίσθησης, αλλά από τον φόβο, τις ενοχές και τις συμβάσεις που μας επιβάλλουν οι άλλοι —ή που επιβάλλουμε εμείς στον εαυτό μας.
Υπάρχουν άνθρωποι με πλήρη όραση που ζουν στο απόλυτο σκοτάδι, φυλακισμένοι σε μια καθημερινότητα που δεν επέλεξαν. Η “φυλακή” για την οποία γράφω δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε αρτιμελείς και αναπήρους. Είναι το κοινό μας σπίτι όσο αρνούμαστε να αντικρίσουμε την αλήθεια μας. Το στοίχημα δεν είναι να “διορθώσεις” το σώμα, αλλά να απελευθερώσεις το βλέμμα της ψυχής, που είναι το μόνο ικανό να γκρεμίσει τα κάγκελα.
3. Ποσο δύσκολη ήταν η προσπάθεια να μεταφερθεί στο γραπτό λόγο η μοναδικότητα της εμπειρίας της τύφλωσης;
Δεν ένιωσα δυσκολία, ένιωσα την ανάγκη να βρω μια γλώσσα που να έχει τη δική της αλήθεια. Όταν η εικόνα απουσιάζει, οι υπόλοιπες αισθήσεις ακονίζονται και οι λέξεις αποκτούν άλλη πυκνότητα. Δεν με ενδιέφερε να περιγράψω την τύφλωση ως γεγονός, αλλά να μεταφέρω την ουσία ενός κόσμου που τον αντιλαμβάνεσαι με την αφή, την ακοή και την εσωτερική δόνηση.
Στο γράψιμο, αυτό σήμαινε πως έπρεπε να χαράξω στο χαρτί την ψυχή των πραγμάτων, όχι την επιφάνειά τους. Η εμπειρία αυτή είναι μοναδική γιατί σε αναγκάζει να σταματήσεις να κοιτάζεις και να αρχίσεις να βλέπεις. Το στοίχημα ήταν να μετατρέψω αυτό το εσωτερικό φως σε λόγο που να μπορεί ο καθένας να αγγίξει, ανεξάρτητα από το αν βλέπει ή όχι.
4. Απομένουν ακόμα πολλά βήματα για να νιώσει κάθε ΑΜΕΑ ότι η καθημερινότητα μέσα στην κοινωνία δεν γίνεται αφόρητη;
Έχουν γίνει σημαντικά βήματα και θα ήταν άδικο να μην το αναγνωρίσουμε. Ωστόσο, ο εχθρός του καλού είναι πάντα το καλύτερο. Η καθημερινότητα δεν γίνεται αφόρητη μόνο από την έλλειψη υποδομών, αλλά κυρίως από την απουσία παιδείας και ενσυναίσθησης.
Όσες ράμπες κι αν κατασκευαστούν, αν ο άλλος δεν μάθει να σέβεται τον χώρο και την ύπαρξη του διπλανού του, οι τοίχοι θα παραμένουν όρθιοι. Η κοινωνία οφείλει να πάψει να κοιτάζει την αναπηρία ως ένα “πρόβλημα” που αφορά κάποιους άλλους. Είναι μια συλλογική αναμέτρηση με το πόσο άνθρωποι θέλουμε να είμαστε. Το στοίχημα είναι να φτάσουμε σε μια μέρα που δεν θα μιλάμε για “βήματα”, αλλά για μια αυτονόητη και ισότιμη συμπόρευση στο φως.
5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Δεν θέλω να προκαταλάβω τον αναγνώστη. Το βιβλίο, από τη στιγμή που κυκλοφορεί, δεν ανήκει πια σε μένα, αλλά σε εκείνον που το κρατά. Αν όμως έπρεπε να αναζητήσω ένα απόσταγμα, αυτό θα ήταν η συνειδητοποίηση πως οι τοίχοι που μας περιβάλλουν είναι συχνά από χαρτί, αρκεί να βρούμε το θάρρος να τους αγγίξουμε.
Εύχομαι, κλείνοντας την τελευταία σελίδα, ο καθένας να νιώσει πως δεν είναι η σκιά των φόβων του, αλλά η δύναμη που μπορεί να τους νικήσει. Αν ένας άνθρωπος βρει στις λέξεις μου την ώθηση να γκρεμίσει τη δική του “φυλακή” και να διεκδικήσει την αλήθεια του, τότε το μελάνι θα έχει πετύχει τον σκοπό του.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Δεν υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή, αλλά μια διαρκής συσσώρευση. Η συγγραφή για μένα δεν ήταν επιλογή, ήταν η μόνη διέξοδος. Όταν ο εσωτερικός κόσμος ξεχειλίζει και οι λέξεις αρχίζουν να πιέζουν το στήθος, το μελάνι γίνεται το μόνο μέσο για να βρεις την ισορροπία σου.
Το πραγματικό ερέθισμα ήταν η ίδια η ανάγκη για επικοινωνία. Ήθελα να χτίσω μια γέφυρα, να ενώσω τη δική μου σιωπή με τις φωνές των άλλων. Ένιωσα πως αν δεν αποτύπωνα αυτές τις σκέψεις στο χαρτί, θα παρέμεναν φυλακισμένες μέσα μου —και μια φυλακή που δεν μοιράζεσαι, γίνεται διπλάσια.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Λογοτεχνία για μένα είναι η τέχνη να δίνεις σχήμα στο ανείπωτο. Είναι η προσπάθεια να μετουσιώσεις τον πόνο, τον έρωτα, τη φθορά και την ελπίδα σε λέξεις που έχουν δική τους ανάσα.
Δεν είναι απλώς μια παράθεση προτάσεων, αλλά μια πράξη αντίστασης στη λήθη και στο σκοτάδι. Είναι η γέφυρα που επιτρέπει σε δύο αγνώστους να συναντηθούν σε μια κοινή αλήθεια, εκεί που οι άμυνες πέφτουν και μένει μόνο η ουσία του ανθρώπου. Με λίγα λόγια, λογοτεχνία είναι να καταφέρεις να κάνεις τον άλλον να νιώσει πως η ιστορία σου είναι, τελικά, και δική του.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Δεν είμαι σίγουρος αν το πρόβλημα είναι η ποσότητα ή ο τρόπος που συνδεόμαστε με το βιβλίο. Στην Ελλάδα έχουμε μια βαθιά παράδοση προφορικότητας και άμεσης επικοινωνίας. Ίσως, σε έναν κόσμο που τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και καταναλώνει γρήγορη εικόνα, η λογοτεχνία να φαντάζει μια “αργή” διαδικασία.
Το βιβλίο απαιτεί μια εσωτερική επιστροφή, μια στιγμή αποκοπής από τον καθημερινό αγώνα, κι αυτό ίσως μας δυσκολεύει. Πιστεύω όμως πως δεν είναι θέμα εθνικότητας, αλλά ανάγκης. Όταν ο αναγνώστης βρει ένα κείμενο που του μιλάει με ειλικρίνεια, που τον καθρεφτίζει χωρίς να τον κολακεύει, τότε θα επιστρέψει στο διάβασμα. Το στοίχημα για εμάς τους λογοτέχνες είναι να γράφουμε βιβλία που να αξίζουν τον χρόνο και την εμπιστοσύνη του ανθρώπου που τα ανοίγει.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Στην ψηφιακή εποχή, το βιβλίο αλλάζει μορφή αλλά όχι προορισμό. Είτε το κρατάς στα χέρια σου είτε το προσεγγίζεις μέσα από μια οθόνη ή τον ήχο —όπως κάνω εγώ— η ουσία παραμένει η ίδια: η αναζήτηση της αλήθειας. Η τεχνολογία είναι ένας σπουδαίος σύμμαχος που κάνει τον λόγο προσβάσιμο σε όλους, σπάζοντας τους αποκλεισμούς του παρελθόντος.
Ο ρόλος του βιβλίου σήμερα είναι να αποτελεί ένα καταφύγιο ουσίας μέσα στον κατακλυσμό της γρήγορης πληροφορίας. Ενώ το διαδίκτυο προσφέρει εικόνες που χάνονται, το βιβλίο απαιτεί τη δική σου συμμετοχή και σου χαρίζει χρόνο για να σκεφτείς. Το μέσο μπορεί να αλλάζει, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να βυθίζεται σε μια ιστορία για να καταλάβει τον κόσμο, παραμένει σταθερή. Το βιβλίο είναι η ρίζα που μας κρατάει όρθιους, σε όποια μορφή κι αν επιλέξουμε να το συναντήσουμε.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Η καραντίνα για μένα δεν είναι μια άγνωστη λέξη· είναι η συνθήκη που συχνά επιλέγω για να συναντήσω τις λέξεις μου. Αν έπρεπε να περιοριστώ σε πέντε βιβλία, θα επέλεγα εκείνα που δεν σε αφήνουν να εφησυχάσεις:
1. «Ο Ξένος» του Αλμπέρ Καμί: Για τον κοφτό, ουσιαστικό λόγο και την αναμέτρηση του ανθρώπου με το παράλογο της ύπαρξης.
2. Το “Αμάρτημα της μητρός μου” του Γεωργίου Βιζυηνού: Για τη σπαρακτική του ειλικρίνεια και τη δύναμη της μνήμης.
3. Την “Αναφορά στον Γκρέκο” του Νίκου Καζαντζάκη: Για την αγωνιστική του διάθεση απέναντι στη μοίρα.
4. Το “Περί Τυφλότητος” του Ζοζέ Σαραμάγκου: Όχι ως αναφορά στην αναπηρία, αλλά ως την απόλυτη μεταφορά για το πώς μια κοινωνία χάνει το πρόσωπό της.
5. Ένα λευκό τετράδιο: Γιατί σε κάθε απομόνωση, η ανάγκη να γράψεις τη δική σου ιστορία είναι η μόνη που σε κρατάει ζωντανό.
Αυτά τα βιβλία δεν είναι απλώς κείμενα· είναι οι φωνές που με βοηθούν να γκρεμίζω τους τοίχους της δικής μου φυλακής κάθε μέρα.
11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρεαλισμό ή ρομαντισμό στην εποχή μας;
Πιστεύω πως χρειαζόμαστε έναν ρεαλισμό που δεν φοβάται να κοιτάξει κατάματα την πληγή, αλλά και έναν ρομαντισμό που έχει τη δύναμη να την κλείσει. Η εποχή μας είναι σκληρή και συχνά μας σπρώχνει στον κυνισμό. Όμως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση: στο να αναγνωρίζεις τους τοίχους της φυλακής σου και να τολμάς να ονειρευτείς τον κόσμο έξω από αυτούς. Χωρίς το ένα είμαστε τυφλοί απέναντι στην πραγματικότητα, χωρίς το άλλο είμαστε ακίνητοι.
Ευχαριστώ από καρδιάς τον Κωνσταντίνο Μανίκα και το culturepoint.gr για τη φιλοξενία και για τις ερωτήσεις που μου έδωσαν την ευκαιρία να ψηλαφήσω ξανά την ουσία αυτού του έργου. Ευχαριστώ επίσης τους εν δυνάμει αναγνώστες που θα επιλέξουν να ξεκλειδώσουν αυτή τη “Φυλακή”. Τους περιμένω στην άλλη πλευρά των λέξεων.
Το βιβλίο κυκλοφορεί πλέον σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Επίμετρο / Παπαζήση. Καλή ανάγνωση και καλή αντάμωση στο φως.