/Πηνελόπη Ζαλώνη: Έκανα μια προσπάθεια ν’ αγγίξω το πιο εκτεθειμένο και ζωτικό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης

Πηνελόπη Ζαλώνη: Έκανα μια προσπάθεια ν’ αγγίξω το πιο εκτεθειμένο και ζωτικό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης

Η Πηνελόπη Ζαλώνη μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής “Μανιφέστο Στεναγμών”.

– Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Μανιφέστο Στεναγμών». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά.

Ως μια γένεση, μια κραυγή που θέλοντας και μη, είναι αδύνατο να κατασιγάσει.

Πρόκειται για ένα υποτυπώδες αφιέρωμα στις απώλειες –παντός τύπου. Ένας στεναγμός, εξάλλου, δεν έρχεται ποτέ μονάχος του. Το δε εξώφυλλο (που επιμελήθηκε καλλιτεχνικά από τον Δημήτρη Κουρκούτη) αποτυπώνει υπέροχα αυτή τη σύντομη περίληψη μιας και σχηματίζεται, μεταξύ άλλων, η πνοή ή κραυγή ή ξεφύσημα -αναλόγως την περίσταση. Ως, μια ακόμη ανάγκη για αέρα, για ζωή, για σύνδεση.

Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;

Ακολούθησα την προσταγή του τίτλου κι έκανα μια προσπάθεια ν’ αγγίξω το πιο εκτεθειμένο και ζωτικό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης -σαν αναστεναγμός που ανακουφίζει- oι ρίζες του οποίου βρίσκονται στην αγωνία, τον πόνο, την ανθρώπινη αδυναμία εν γένει. Η έμπνευση προέκυψε, αντίστοιχα, από την προσταγή των καιρών και των γεγονότων που βιώνουμε καθημερινώς ως μια θεμελιώδης αναγνώριση και αποδοχή της κοινής μοίρας.

Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Εύχομαι, καταρχήν, να βρουν την ησυχία γύρω τους και μέσα τους ώστε να καταφέρουν να διαβάσουν την συλλογή και ελπίζω ν’ αποκομίσουν κάτι από την ραχοκοκαλιά του κάθε ποιήματος –να εντυπωθεί, ότι όσο βίαια και ορμητικά και άγρια να είναι όλα τριγύρω, υπάρχουν και τα τρυφερά κομμάτια που αξίζει να εντοπιστούν (πάλι, γύρω μας και μέσα μας) τα οποία μπορεί να χρησιμεύσουν ως εφαλτήριο για μια μορφή αντίστασης άνευ συν-όρων. Μια ριζοσπαστική τρυφερότητα, ας πούμε, θα ήταν μια καλή αρχή.

Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Τα ερεθίσματα είναι αναρίθμητα κάθε φορά. Το τι καταφέρνω, μετά κόπου και μόχθου να καταγράψω σε μια λευκή κόλλα είναι το κέλευσμα του ρυθμού, που έχουν ορίσει άλλοι για μένα. Έχω την αίσθηση ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να λειτουργεί ως αγωγός, ως άλλος διαμεσολαβητής που επικοινωνεί το ερέθισμα με δημιουργικό τρόπο.

– Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακό μας κόσμο;

Μάλλον διακοσμητικό ρόλο, δυστυχέστατα. Ο ψηφιακός κόσμος είναι πιο γρήγορος και άμεσος, κι εμείς περιστρεφόμαστε στον στρόβιλο της πληροφορίας και του θορύβου˙ η ησυχία και η παύση που απαιτεί ένα βιβλίο είναι δύσκολο να επιτευχθεί.

Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;

Έχει πληγεί βαριά, δεν επηρεάζεται μόνο. Όχι μόνο το βιβλίο ως κωδικός, αλλά και οι ίδιοι οι δημιουργοί: συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές, γραφίστες, τυπογραφεία, κλπ. Επαγγέλματα υπό εξαφάνιση λόγω μιας ψηφιακής χειραγώγησης. Ασύντακτα, απρόσωπα κι ασυναίσθητα κείμενα και εικόνες που εμπιστεύεται τυφλά η πλειονότητα μόνο και μόνο επειδή φαίνεται αληθινή.
Επηρεάζονται, μοιραία, και οι αναγνώστες οι οποίοι, ως επί το πλείστον, αρκούνται στη «μασημένη τροφή» της τεχνητής νοημοσύνης με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται η κριτική τους σκέψη και έκφραση.

Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Ένα προϊόν μυθοπλασίας, ποιητικού ή πεζού λόγου, γραμματείας και λέξεων, συνήθως διαχρονικής αξίας που σε βρίσκει να σου υπενθυμίσει ότι τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι πραγματικά, έχουν υπάρξει˙ και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι ασυμπτωματική και ανταποκρίνεται σε κάποια αλήθεια. Μια μαγική, προσωπική και ιδιωτική σύνδεση με μια ιστορία που ξετυλίγεται μπρος στα μάτια μας. Οι έννοιες αυτές τείνουν να διέπονται από υποκειμενικότητα.. ‘όσον αφορά την τέχνη, δε θα μπορέσουμε να φτάσουμε την αντικειμενικότητα των μαθηματικών’ όπως έχει πει ο Γ. Σεφέρης.

– Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Επειδή μάλλον έχει διαφορετική καθημερινότητα από τον μέσο Ευρωπαίο, διαφορετικούς ρυθμούς, μισθούς και ευνοϊκότερες συνθήκες και περιβάλλοντα ανάγνωσης. Ας μην ξεχνάμε ότι η μέση τιμή ενός βιβλίου στην Ελλάδα πλησιάζει τα 17 ευρώ πλέον, ένα νούμερο που δεν αντιπροσωπεύει τον πληθωρισμό της χώρας μας.

Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;

Ίσως είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Εμπιστεύομαι και τις δύο, όπως και να ‘χει!

Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Οποιαδήποτε από: Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο, Γιώργο Σεφέρη, Στέφαν Τσβάιχ, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Μέριλιν Γιάλομ.

Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;

Όσος ρομαντισμός πρέπει στον καθένα ώστε ν’ αντέξει τον ρεαλισμό της εποχής.