Ο συγγραφέας Δημήτρης Ψαθόπουλος απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του μυθιστορήματος “” Άγνωστες λέξεις”.
1. Κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά σας “Άγνωστες λέξεις” από τις Εκδόσεις Κέδρος. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Το Άγνωστες λέξεις ξεκινά από μια πραγματική ιστορία: τον Μάιο του 1948, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πολκ ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη για να πάρει συνέντευξη από τον Μάρκο Βαφειάδη, ηγέτη του Δημοκρατικού Στρατού. Λίγες μέρες αργότερα βρίσκεται νεκρός στον Θερμαϊκό, δεμένος και με μια σφαίρα στο κεφάλι. Η αστυνομική διοίκηση είναι αποφασισμένη να χρεώσει το έγκλημα στους κομμουνιστές, αλλά όσο ξετυλίγεται η υπόθεση, αποδεικνύεται ότι σχεδόν όλοι έχουν λόγο να θέλουν τον Πολκ νεκρό. Το μυθιστόρημα, χωρίς να διεκδικεί τον ρόλο του ιστορικού ή του δικαστή, επιχειρεί να φωτίσει την εποχή εκείνη μέσα από πολλές και αντιφατικές φωνές· είναι μια αφήγηση για την ευκολία με την οποία μια κοινωνία δέχεται να θυσιάσει την αλήθεια όταν τη βολεύει το ψέμα.
2. Σκιαγραφήστε μας λίγο τους ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρα τους;
Οι ήρωες μου είναι πραγματικά πρόσωπα, αλλά αυτό δεν τους κάνει λιγότερο λογοτεχνικούς. Ο Τζωρτζ Πολκ, ο Αμερικανός δημοσιογράφος που ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη για να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό του ΕΛΑΣ, είναι παράτολμος και φιλόδοξος. Κουβαλάει μια σχεδόν ρομαντική πίστη στη δύναμη της αλήθειας, κι αυτή η πίστη θα τον οδηγήσει στην καταστροφή. Σε μια αμφιλεγόμενη καμπή της ιστορίας ο Πολκ γίνεται θυσία στον βωμό μιας εποχής σκοτεινής και αχάριστης.
Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, ο αριστερός δημοσιογράφος, είναι το εξιλαστήριο θύμα. Ένας ανυποψίαστος άνθρωπος, που απλώς βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Η πορεία του μοιάζει σχεδόν προδιαγεγραμμένη, σαν κάποιο θήραμα που κατασπαράσσεται για να κινηθούν τα γρανάζια της ιστορίας.
Ο Νίκος Μουσχουντής, διοικητής της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Είναι ο άνθρωπος που “τύλιξε τον Στακτόπουλο σε μια κόλλα χαρτί”, γιατί αυτό εξυπηρετούσε τις γεωπολιτικές ισορροπίες της εποχής. Δεν είναι καρικατούρα του κακού. Είναι ένας άντρας με στρατιωτική πειθαρχία, που πίστευε αρχικά ότι αγωνίζεται για τη Δικαιοσύνη — και ανακαλύπτει σταδιακά, και με οδύνη, ότι υπηρετεί απλώς την Τάξη που στα χρόνια εκείνα από ό,τι φαίνεται δεν ήταν το ίδιο.
Και οι τρεις, παρά τις διαφορές τους, είναι άνθρωποι που προσπαθούν να βρουν ή να διασώσουν κάτι μέσα στο ιστορικό σκοτάδι: την αλήθεια, την αξιοπρέπεια, την πίστη ότι κάτι έχει νόημα. Μπορεί να μην τα καταφέρνουν. Αλλά το ότι προσπαθούν, τους καθιστά τραγικούς — και γι’ αυτό, πιστεύω, αληθινούς.
3. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Πρώτα απ’ όλα, ελπίζω πως θα διαβάσει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Μια αφήγηση με ίντριγκα, ένταση και πρόσωπα που δεν ξεχνιούνται εύκολα — γιατί αυτός είναι, νομίζω, ο πρώτος σκοπός κάθε βιβλίου που γράφεται: να κρατήσει τον αναγνώστη μέσα στις σελίδες του.
Από εκεί και πέρα, ίσως η ιστορία καταφέρει να λειτουργήσει και ως κάθαρση ή ως αποτύπωμα μιας εποχής. Φιλοδοξεί να αφήσει πίσω της όχι μόνο τη μνήμη ενός εγκλήματος, αλλά και κάτι από την ηθική και πολιτική σύγχυση της περιόδου που το γέννησε. Δεν με ενδιέφερε να διδάξω ούτε να αναλύσω· ήθελα να αφηγηθώ. Αλλά μερικές φορές η αφήγηση, όταν είναι ειλικρινής, βρίσκει μόνη της τον τρόπο να προκαλέσει σκέψεις, να αγγίξει συνειδήσεις.
4. Πόσο μπλέκουν τα όρια της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα και μήπως τελικά η συλλογική οπτική μας για την ιστορία είναι μονόπλευρη;
Η μυθοπλασία έχει τη δυνατότητα να φωτίζει ρωγμές που συχνά μένουν στο σκοτάδι από την επίσημη Ιστορία. Σ’ αυτό το βιβλίο, τα όρια μεταξύ πραγματικού και επινοημένου είναι σκόπιμα ασαφή· δεν με απασχολούσε να αποδώσω μια δημοσιογραφική εκδοχή των γεγονότων, αλλά να καταπιαστώ με το τι ένιωθαν, τι σκέφτονταν, τι θυσίασαν οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας πολύ βρόμικης υπόθεσης.
Όσο για τη συλλογική μας οπτική πάνω στην ιστορία — ναι, νομίζω είναι συχνά μονόπλευρη. Κουβαλάει προκαταλήψεις, αφαιρέσεις και σιωπές. Δεν είναι τυχαίο που λέγεται πως την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Το θέμα είναι ποιος τη διαβάζει, με ποιο βλέμμα και με πόση διάθεση να ακούσει και τις φωνές που δεν χώρεσαν στο επίσημο αφήγημα.
Η μυθοπλασία, όταν είναι έντιμη, δεν παριστάνει ότι αποκαθιστά την «αλήθεια» — αλλά μπορεί να την ψάχνει εκεί όπου τα έγγραφα, τα πρακτικά και οι δημόσιες δηλώσεις σιωπούν.
5. Τι σας γοητεύει περισσότερο στο μυθιστόρημα, ως μορφή γραφής;
Το μυθιστόρημα μου δίνει την ελευθερία να φτιάχνω καινούριους κόσμους — κόσμους που, όσο κι αν έχουν ρίζες στην πραγματικότητα, γίνονται κάτι καινούριο, ζωντανό, μοναδικό.
Ο συγγραφέας, σε αυτή την διαδικασία, λειτουργεί σαν πλάστης, σαν ένας μικρός θεός. Κρατάει στα χέρια του την ύλη της γλώσσας, της σκέψης, των συναισθημάτων και δίνει ζωή σε ανθρώπους, τόπους, ιστορίες που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχαν μόνο μέσα στο μυαλό του.
Αυτή η δυνατότητα να δημιουργείς έναν ολόκληρο σύμπαν από το μηδέν — να του δίνεις νόημα, σύγκρουση, φως και σκοτάδι — είναι αυτό που με γοητεύει πιο πολύ. Και κάθε φορά που γράφω, ξαναγίνομαι λίγο παιδί που παίζει με τις ιδέες του, και ταυτόχρονα ενήλικας που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο καλύτερα μέσα από αυτή τη φανταστική κατασκευή.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Το κίνητρο ήταν κάπως αστείο. Νεαρός ήμουν μέλος σε μια μεγάλη παρέα όπου η διανομή είχε διάφορους ρόλους. Υπήρχε ο καλός ο μαθητής, ό έξυπνος, ο αθλητικός, ο περιπετειώδης, αυτός που άρεσε στα κορίτσια… Εγώ ήμουν λίγο… χαμένος. Αρκετά καλός σε όλα, ίσως, αλλά κυρίαρχος πουθενά. Ήθελα κάτι δικό μου, έναν τομέα όπου να είμαι μοναδικός, για να διαπρέψω.
Η επιλογή δεν ήταν δύσκολη. Στο σπίτι μου υπήρχε μια βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία και ένα ραδιόφωνο με τη βελόνα κολλημένη στο τρίτο πρόγραμμα. Αποφάσισα να γίνω ο «διανοούμενος» της παρέας. Ήταν μάλλον ο λιγότερο γοητευτικός ρόλος και αυτός που αντιμετώπιζε την περισσότερη θυμηδία, είχα όμως την ευθυκρισία να προβλέψω ότι αυτό μπορεί να άλλαζε κάποια στιγμή στο μέλλον. Η συγγραφή έγινε το δικό μου πεδίο δράσης, η προσωπική μου σκηνή. Ένα ακαλλιέργητο χωράφι, μια tabula rasa, έτοιμη να γεμίσει με λέξεις και φαντασία.
Ξέρω ότι δεν θα γίνω ποτέ ο σταρ της παρέας, αλλά τουλάχιστον με τις λέξεις δεν χρειάζεται να τρέχω στα γήπεδα.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η λογοτεχνία, για μένα, είναι η τέχνη που μετατρέπει τις λέξεις σε καθρέφτες — καθρέφτες όπου βλέπουμε όχι μόνο τον κόσμο γύρω μας, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό, τις σκέψεις, τους φόβους και τα όνειρα.
Είναι η γέφυρα που ενώνει τις ψυχές, ακόμα κι αν αυτές ζουν σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους.
Μπορεί να είναι απλή ή πολύπλοκη, αλλά πάντα είναι μια πρόταση να μιλήσουμε, να καταλάβουμε, να νιώσουμε — και ίσως να αλλάξουμε.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Πιστεύω ότι το θέμα είναι πιο πολύπλοκο από μια απλή σύγκριση αριθμών. Στην Ελλάδα, πολλοί έχουν μεγαλώσει με την εικόνα ότι το διάβασμα είναι μια υποχρέωση, κάτι «βαρετό» που κάνεις κυρίως για το σχολείο ή τις εξετάσεις, όχι μια απόλαυση. Αυτό δημιουργεί μια αρνητική σχέση με τα βιβλία από πολύ νωρίς.
Παράλληλα, η καθημερινότητα είναι γεμάτη πιέσεις — δουλειά, οικογένεια, οικονομικές ανησυχίες — και ο ελεύθερος χρόνος για διάβασμα μειώνεται σημαντικά. Σε μια εποχή που η ψυχαγωγία προσφέρεται γρήγορα και εύκολα μέσα από τα social media και τις σειρές, το βιβλίο μοιάζει κάποιες φορές «βαρύ» και απαιτητικό.
Ωστόσο, πιστεύω ότι αυτό δεν σημαίνει έλλειψη ενδιαφέροντος. Πολλοί νέοι σήμερα αναζητούν βαθύτερες και ουσιαστικές εμπειρίες, και εκεί η λογοτεχνία έχει μια μοναδική θέση να καλύψει αυτήν την ανάγκη.
Είναι θέμα προσέγγισης, χρόνου και κουλτούρας — και έχω την ελπίδα πως αυτά θα αλλάξουν προς το καλύτερο.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Το βιβλίο παραμένει ένας μοναδικός φάρος στη θάλασσα της ψηφιακής πληροφορίας και της γρήγορης ψυχαγωγίας. Είναι η αργή, βαθιά ανάσα μέσα στον θόρυβο των εικόνων και των ειδοποιήσεων.
Στην εποχή της ταχύτητας, το βιβλίο μας προσκαλεί να σταματήσουμε, να σκεφτούμε και να νιώσουμε σε βάθος. Μας δίνει χώρο να χαθούμε σε νέους κόσμους και ιδέες με έναν τρόπο που η οθόνη δεν μπορεί να προσφέρει.
Παρά τις αλλαγές, το βιβλίο δεν χάνει τη μαγεία του· αντιθέτως, αποκτά μια νέα διάσταση, καθώς μπορεί να συνυπάρχει με τις ψηφιακές μορφές και να συμπληρώνει την εμπειρία μας.
Είναι η γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον της γνώσης και της φαντασίας.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Αν έπρεπε να διαλέξω πέντε βιβλία για έναν μήνα καραντίνας, θα ήταν αυτά που με συντροφεύουν και με εμπνέουν:
«Περί Τυφλότητας» του Ζοζέ Σαραμάγκου — Μια αλληγορία για να θυμάμαι ότι πρέπει να ψάξουμε βαθιά για να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας.
«Ο Χορός των Ρόδων» του Αντώνη Σουρούνη — Ένα έπος αντρικής αλητείας που αποτυπώνει με κομψότητα τον κόσμο του τζόγου, της τύχης και των σκοτεινών παθών.
«Αδελφοί Καραμαζώφ» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι — Το μεγάλο αυτό αριστούργημα που επιτέλους ήρθε η ώρα να διαβάσω.
«Οδύσσεια» του Ομήρου — Για να θυμάμαι πως κάθε ταξίδι, όσο δύσκολο κι αν είναι, έχει τον προορισμό του.
Κάποιο έργο της Καριν Φόσουμ — Μου αρέσει η σκανδιναβική μυστηριώδης ατμόσφαιρα και η ψυχολογική ένταση που προσφέρει.
11. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Η μοίρα μοιάζει με μια ιστορία που λέμε στον εαυτό μας για να νιώσουμε πως υπάρχει τάξη μέσα στο χάος. Προσωπικά, θεωρώ πως η ζωή δεν υπακούει σε κανένα προκαθορισμένο σχέδιο. Η τύχη — αυτό το απρόβλεπτο παιχνίδι των συγκυριών — είναι που διαμορφώνει το πεπρωμένο μας, χωρίς βέβαια να μας καθορίζει απόλυτα, αφήνοντας πάντα χώρο στην επιλογή και την προσπάθεια.