/Αντωνία Οικονόμου: Το ΑΤΙΤΛΟΝ finale είναι για μένα ένας απολογισμός

Αντωνία Οικονόμου: Το ΑΤΙΤΛΟΝ finale είναι για μένα ένας απολογισμός

Η Αντωνία Οικονόμου σκηνοθετεί την παράσταση ΑΤΙΤΛΟΝ finale και με αυτή την αφορμή συνομιλεί με τον Κωνσταντίνο Μανίκα, μιλώντας για την ιδέα και τις σκηνοθετικές κατευθύνσεις αυτού του έργου, την πρωτοτυπία των παραστατικών Τεχνών στην Ελλάδα, τα επόμενα σχέδια και όνειρά της.

1. Σκηνοθετείτε και χορογραφείτε την παράσταση “ΑΤΙΤΛΟΝ finale”, στο Σύγχρονο Θέατρο. Ποια είναι η δομή και το κεντρικό θέμα της; 

Στο έργο, ένα αόρατο χέρι ζωγραφίζει και τα φαντάσματα του δημιουργού παίρνουν σάρκα και οστά. Σε ένα στοιχειωμένο τοπίο, ο αόρατος δημιουργός γίνεται απλώς ένας θεατής. Ο πίνακας, που σταδιακά εμφανίζεται σε τρισδιάστατη μορφή, απαθανατίζεται μέσα σε έναν λευκό καμβά. Αυτός ο κινούμενος πλέον πίνακας οδεύει από την αρχή προς την τελική του απαθανάτιση — την τελευταία σκηνή του έργου. Ένας πολυδιάστατος κόσμος που χωράει μια ιστορία για τον έρωτα και τον αποχωρισμό, την απώλεια και τη μνήμη, την εντροπία και την πτώση, το βλέμμα και το τραύμα. Το ΑΤΙΤΛΟΝ finale είναι για μένα ένας απολογισμός· μία τελευταία ευκαιρία να αναθεωρήσουμε και να ανανεώσουμε αυτό το υλικό. Γύρισα πίσω στην επιλογή του άτιτλου τίτλου μας, που μαρτυρά ότι αυτό το έργο δεν ολοκληρώνεται, δεν παγιώνεται, δεν «στερεώνεται» ώστε να μπορεί να οριστεί με έναν τίτλο, ενώ το νόημά του παραμένει διαπραγματεύσιμο. Είναι για μένα ένα έργο που θα βρίσκεται πάντα σε εξέλιξη· μια ιστορία που το τέλος της ακροβατεί σε μια άρση – μια εισπνοή – που χρειάζεται το βλέμμα του θεατή για να ολοκληρωθεί.

2. Πώς προέκυψε η ιδέα; Ποια ερεθίσματα συνέβαλαν στη διαμόρφωσή της;

Η έμπνευση γεννήθηκε μέσα από άτιτλους πίνακες, κυρίως του μοντερνισμού — έργα των Francis Bacon, Kazimir Malevich, Edouard Manet, Wassily Kandinsky και William Kentridge αποτέλεσαν το πρώτο έναυσμα. Η πορεία συνεχίστηκε με εικόνες από τον ασπρόμαυρο κινηματογράφο των Ingmar Bergman, Jean Cocteau και Luis Buñuel, ενώ παράλληλα με επηρέασε βαθιά ο έγχρωμος, ποιητικός κόσμος του Hayao Miyazaki, κυρίως ως προς τη γένεση των φιγούρων. Πολλές από αυτές ξεπήδησαν και μέσα από προσωπικά μου σκίτσα.

Παράλληλα, μελετούσα τη θεωρία του βλέμματος — τόσο στη κοινωνική της διάσταση όσο και στον ρόλο του θεατή — εστιάζοντας στην ενσώματη εμπειρία του «να είσαι αντικείμενο θέασης» και στους τρόπους με τους οποίους αυτό μπορεί να ανατραπεί μέσα από τη σκηνική πράξη και την πράξη της παράβασης. Ιδιαίτερη επίδραση άσκησε επίσης η απεικόνιση της γυναίκας και του σώματος στην Αναγεννησιακή Τέχνη, μέσα από έργα των  Francisco Goya, Hieronymus Bosch, Pieter Bruegel και άλλων.

3. Ποιες ήταν οι βασικές σκηνοθετικές κατευθύνσεις στους συντελεστές;

Η συνεργασία μας βασίστηκε στην ιδέα ότι όλα τα στοιχεία — ήχος, φως, κίνηση, σκηνογραφία — πρέπει να λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο. Δεν ήθελα τίποτα να ξεχωρίζει, αλλά όλα να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ενιαίας ατμόσφαιρας: ενός ασπρόμαυρου, σχεδόν σιωπηλού κόσμου, όπου το μόνο χρώμα που παρεμβαίνει είναι το κόκκινο — το αίμα.

Όπως στην καθημερινότητα δεν ξεχωρίζεις πού ακριβώς συναντιούνται φως, ήχοι και κινήσεις, έτσι κι εδώ επιδίωξα έναν συγχρονισμό διακριτικό, φυσικό. Μια σκηνική σύνθεση με κινηματογραφική λογική, που αναδεικνύει τη «ψυχογεωγραφία» του χώρου και δημιουργεί ένα σκηνικό περίβλημα για τους χαρακτήρες — άλλοτε περιοριστικό, άλλοτε προστατευτικό.

Ήταν μια διαδικασία διαλόγου και συνεχούς ανταλλαγής μεταξύ συντελεστών και ερμηνευτών.

4. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο θεατής;

Αυτό που με απασχολεί πρωτίστως είναι το βίωμα των ερμηνευτών τη στιγμή που μεταβαίνουν στη διαδικασία της σύνθεσης. Τι αισθάνονται πραγματικά εκείνη τη στιγμή; Τι εκφράζουν με το σώμα και την παρουσία τους; Με τι εσωτερικές ή εξωτερικές δυνάμεις έρχονται σε σύγκρουση; Αυτά είναι τα ερωτήματα που με καθοδηγούν. Η σκηνική πράξη, για μένα, ξεκινά από μέσα προς τα έξω – από την ψυχική και σωματική εμπειρία του ερμηνευτή.

Πιστεύω πως το κοινό, με τον τρόπο που παρακολουθεί, θα επιλέξει ενστικτωδώς να εστιάσει σε έναν ή περισσότερους χαρακτήρες. Θα ακολουθήσει το βλέμμα τους, θα προσπαθήσει να «δει» τον κόσμο μέσα από τη δική τους ματιά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, θα γεννηθεί η ταύτιση — όχι μέσω της αφήγησης, αλλά μέσα από την εμπειρία.

Κάθε ρόλος ακολουθεί μια προσωπική διαδρομή. Βιώνει τα γεγονότα από μια ξεχωριστή, ιδιοσυγκρασιακή οπτική γωνία. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο αφήγημα, αλλά πολλαπλές υποκειμενικότητες που συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται.

Αν ελπίζω σε κάτι, είναι αυτό: να μπορέσουν οι χαρακτήρες να λειτουργήσουν ως γέφυρα, ως δίοδος, σαν μια μικρή κλειδαρότρυπα, μέσα από την οποία ο θεατής θα μπορέσει να ρίξει μια ματιά — και ίσως να εισχωρήσει — στον εσωτερικό, πολύπλοκο, αλλά και ποιητικό κόσμο του πίνακα.

5. Λείπουν οι πρωτότυπες ιδέες στις σύγχρονες παραστατικές τέχνες; 

Οι πρωτότυπες ιδέες σήμερα δεν εκφράζονται απαραίτητα μέσα από τη ριζική ρήξη με το παρελθόν, αλλά μέσα από τον επαναπροσδιορισμό του, μέσα από νέες φόρμες σύνθεσης, διαθεματικότητα και τη διασταύρωση διαφορετικών καλλιτεχνικών γλωσσών.Ίσως το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πρωτοτυπίας, αλλά η υπερπληθώρα ερεθισμάτων και η δυσκολία του κοινού (ή και των θεσμών) να εντοπίσει και να υποστηρίξει αυτές τις ιδέες που είναι πραγματικά τολμηρές, προσωπικές και ουσιαστικές.Παρόλα αυτά, νιώθω ότι η πρωτοτυπία δεν μπορεί πια να είναι αυτοσκοπός, γιατί σχεδόν όλα έχουν ήδη ειπωθεί. Προσωπικά, προσπαθώ να συνθέσω ένα κράμα μοναδικά δικό μου, βασισμένο σε αναφορές που θέλω να υπάρχουν και να είναι εμφανείς. Αυτές οι αναφορές λειτουργούν ως δίοδος· για όποιον τις αναγνωρίσει- αποτελούν ένα “άνοιγμα” για να εισέλθει στον κόσμο που δημιουργώ.

6. Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας και ποιο το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό όνειρό σας;

Μου έχει γεννηθεί η ανάγκη, ως ομάδα, να περάσουμε στο επόμενο έργο, το οποίο αρχίζει σιγά σιγά να σχηματίζεται μέσα από τον απολογισμό του Άτιτλον και θα δημιουργηθεί ως φυσική του συνέχεια. Αυτή τη φορά, το επίκεντρο μετατοπίζεται: η έμπνευση έρχεται κυρίως από τους πίνακες του Francis Bacon, με όλο το βάρος τους πάνω στη μορφή του ατόμου και την αίσθηση απομόνωσης που αυτή κουβαλά. Σε αντίθεση με το Άτιτλον, που εστίαζε στην κοινότητα, στη συλλογική σύνθεση και τη συνύπαρξη των σωμάτων, το νέο αυτό έργο στρέφεται προς το εσωτερικό. Με ενδιαφέρει να ερευνήσουμε σκηνικά τη μοναξιά, την παραμόρφωση, το ασυνείδητο και την υπαρξιακή ένταση που διατρέχει τη ζωγραφική του Bacon — και πώς όλα αυτά μεταφράζονται θεατρικά. Παράλληλα, ανυπομονώ για τα πρότζεκτ που θα φιλοξενηθούν τη νέα χρονιά στα Τζάμια Κρύσταλλα. Τα θεωρώ σημαντικό χώρο πειραματισμού, ανταλλαγής και ζωντανού διαλόγου, και πιστεύω πως θα μας δώσουν νέες αφορμές για αναζητήσεις και συνεργασίες.