Στάσεις της καρδιάς και ρωγμές της ύπαρξης: ένα εσωτερικό ταξίδι χωρίς επιστροφή
Γράφει ο Διονύσης Ασημιάδης, υποψήφιος διδάκτωρ πολιτικής επιστήμης
Το βιβλίο «Κάθε επόμενη στάση» του Νίκου Δαγδιλέλη, από τις εκδόσεις Μέθεξις, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν επιχειρεί να αφηγηθεί απλώς μια ιστορία, αλλά να αποτυπώσει μια ψυχική κατάσταση. Μία παρατεταμένη στιγμή ανάμεσα στο «ήμουν» και στο «γίνομαι». Ο κεντρικός ήρωας, ο Μηνάς, κινείται μέσα σε μια πραγματικότητα που δεν του προσφέρει σταθερό έδαφος, ούτε επαγγελματικά, ούτε συναισθηματικά, ούτε υπαρξιακά. Η ζωή του μοιάζει με μια διαρκή μετακίνηση, όχι απαραίτητα γεωγραφική, αλλά βαθιά εσωτερική, σαν να βρίσκεται συνεχώς σε ένα ενδιάμεσο σημείο, σε μια «στάση» που ποτέ δεν είναι η τελική. Και αυτό ακριβώς είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου: η έννοια της μετάβασης ως μόνιμης κατάστασης.
Η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέσα από τις σχέσεις του με γυναίκες, όμως ο έρωτας εδώ δεν λειτουργεί ως καταφύγιο ή λύτρωση. Αντίθετα, γίνεται καθρέφτης. Κάθε σχέση είναι μια νέα «στάση», μια νέα δοκιμασία, μια νέα εκδοχή του εαυτού του που έρχεται στην επιφάνεια. Οι γυναίκες που συναντά δεν είναι απλώς πρόσωπα της πλοκής∙ είναι φορείς εμπειρίας, διαφορετικών συναισθηματικών κόσμων, και συχνά λειτουργούν ως καταλύτες που τον φέρνουν αντιμέτωπο με όσα αποφεύγει να δει. Ο Μηνάς δεν ερωτεύεται μόνο πρόσωπα αλλά, ερωτεύεται, χάνει, ξαναχτίζει και αποδομεί τον ίδιο του τον εαυτό.
Το ψυχολογικό βάθος του χαρακτήρα είναι ίσως το πιο ισχυρό στοιχείο του βιβλίου.
Δεν πρόκειται για έναν «συμπαθή» ήρωα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά για έναν άνθρωπο γεμάτο αντιφάσεις, αδυναμίες και εσωτερικές συγκρούσεις. Είναι παγιδευμένος ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση και στον φόβο της δέσμευσης, ανάμεσα στην επιθυμία για νόημα και στην αδυναμία να το ορίσει. Αυτή η εσωτερική του αστάθεια αποδίδεται με έναν τρόπο που δεν επιδιώκει να τον δικαιολογήσει, αλλά να τον κατανοήσει. Και ακριβώς γι’ αυτό γίνεται τόσο αληθινός: γιατί απλά είναι ένας άνθρωπος της εποχής του.
Η εποχή, άλλωστε, έχει κομβικό ρόλο. Η σκιά της οικονομικής κρίσης και των κοινωνικών αλλαγών διαπερνά το κείμενο, επηρεάζοντας τις επιλογές, τη διάθεση και την κοσμοθεωρία του ήρωα. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη αποτελούν ψυχικά τοπία. Αστικά περιβάλλοντα που εντείνουν τη μοναξιά, την αποξένωση και την αίσθηση ότι όλα είναι ασταθή . Ο συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει αυτή την ατμόσφαιρα χωρίς υπερβολές, αφήνοντας την κοινωνική πραγματικότητα να διαποτίζει υπόγεια την αφήγηση.
Το ύφος είναι εσωτερικό, σχεδόν εξομολογητικό, με έντονη στοχαστικότητα.
Δεν βασίζεται σε έντονη δράση ή γρήγορη πλοκή, αλλά στην ανάπτυξη συναισθημάτων και σκέψεων. Υπάρχει μια αργή, σχεδόν υπνωτική ροή, που σε καλεί να σταθείς και να αφουγκραστείς όχι μόνο τον ήρωα, αλλά και τον εαυτό σου ως αναγνώστη. Η γλώσσα, χωρίς να γίνεται επιτηδευμένη, διατηρεί μια λογοτεχνική πυκνότητα που απαιτεί προσοχή και συμμετοχή. Δεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται βιαστικά∙ είναι ένα βιβλίο που βιώνεται.
Ωστόσο, αυτή ακριβώς η εσωστρέφεια μπορεί να λειτουργήσει και ως πρόκληση. Η έλλειψη έντονης εξωτερικής δράσης και η συνεχής εστίαση στο εσωτερικό τοπίο του ήρωα ίσως κουράσει αναγνώστες που αναζητούν πιο δυναμική πλοκή ή ξεκάθαρη εξέλιξη γεγονότων. Το βιβλίο δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε καθαρές λύσεις. Αντίθετα, αφήνει ερωτήματα ανοιχτά, σαν στάσεις που δεν οδηγούν απαραίτητα σε προορισμό.
Συνολικά, το «Κάθε επόμενη στάση» είναι ένα βαθιά ανθρώπινο και υπαρξιακό μυθιστόρημα που εξερευνά την έννοια της ταυτότητας μέσα από τις ρωγμές των σχέσεων και της εποχής.
Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με πλοκή, αλλά να αγγίξει με αλήθεια. Και το καταφέρνει, γιατί μιλά για εκείνη τη σιωπηλή αγωνία που πολλοί αναγνωρίζουν αλλά λίγοι εκφράζουν: την αίσθηση ότι η ζωή είναι μια διαδρομή χωρίς σαφή προορισμό, όπου κάθε στάση είναι ταυτόχρονα και ένα μικρό τέλος και μια αβέβαιη αρχή.