Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη
Ο Θεόφιλος Σεχίδης ακόμα συγκλονίζει την Ελληνική κοινωνία. Η ήρεμη παρουσία του σε τίποτα δε θυμίζει τον πρωταγωνιστή του πιο φρικιαστικού εγκλήματος που έχει γνωρίσει η χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο μακελάρης της Σάμου στις 19 και 20 Μαϊου του 1996 δολοφόνησε με άγριο τρόπο και στη συνέχεια τεμάχισε πέντε μέλη της οικογένειάς του.
Ζώντας στην κλειστή κοινωνία της Θάσου που έβλεπε την ψυχική πάθηση ως ταμπού και τιμωρία, δεν έλαβε ποτέ τη φαρμακευτική αγωγή και την ιατρική παρέμβαση που θα ήταν σωτήρια και ενδεχομένως θα είχε αποτρέψει το οικογενειακό δράμα.
Ο Σεχίδης ακόμα αναστατώνει τα πιο συντηρητικά, φοβισμένα αντανακλαστικά μας για δύο σημαντικούς λόγους: για την απόλυτη ψυχραιμία που έδρασε και στη συνέχεια προσπάθησε να παραπλανήσει συγγενείς ώστε να μην αποκαλυφθεί η εγκληματική του δράση και ο τρόπος με τον οποίο ξέσπασε τόσο άγρια και δολοφονικά σε πρόσωπα που συγκροτούν έναν θεσμό που η Ελληνική κοινωνία θεωρεί ιερό: την οικογένεια.
Τα ειδησεογραφικά σάιτ, οι τηλεοπτικές εκπομπής της εποχής κάλυπταν εκτενώς το θέμα, χρησιμοποιώντας ίσως τους σκληρότερους χαρακτηρισμούς που έχουμε δει σε οποιαδήποτε άλλη υπόθεση εγκλήματος.
Η υπόθεση Σεχίδη παραμένει ζωντανή, μέσα από την τραγικότητά της έχει εμπνεύσει την λαϊκή κουλτούρα,
διότι περιλαμβάνει πολλά και διαφορετικά κομμάτια: έναν δράστη που δρα τόσο μακιαβελικά και με τέτοια αιμοσταγή ένστικτα, μία ψυχική πάθηση που μένει κλειστή στους τοίχους ενός σπιτιού απλά και μόνο για να μην καταρρεύσει η εικόνα της ιδανικής οικογένειας σε μία κλειστή κοινωνία.
Με την απίστευτη ηρεμία του, τις παρανοϊκές του ατάκες, τις ζωγραφιές του που αποτελούσαν τη μοναδική του συντροφιά στη φυλακή, η υπόθεση του Θεόφιλου Σεχίδη δεν αναδεικνύει μόνο το τραύμα του στίγματος σε μία απαίδευτη κοινωνία που έχει καταστροφικές συνέπειες. Μας καλεί να σκεφτούμε την ίδια μας την κοινωνία που τόσο εύκολα δείχνει με το δάχτυλο, στιγματίζει και περιθωριοποιεί, βυθίζοντας ανθρώπους σε ένα τέλμα γεμάτο σκοτάδι.
Ποτέ η κλασική μουσική δε συνόδευσε κάτι τόσο άγριο, κάτι τόσο εκτός των ανθρώπινων ορίων μας. Διότι ακόμα και άνθρωποι που έδειξαν ακραία εγκληματική συμπεριφορά, είχαν πάντοτε τη δική τους οικογένεια τουλάχιστον ένα όριο, σε αυτή έσκυβαν και άφηναν τα ανθρώπινα συναισθήματα να υπερισχύσουν.
Ο Σεχίδης έχοντας παρασυρθεί τελείως από την παράνοια του μυαλού του και έχοντας μείνει αβοήθητος από ουσιαστική στήριξη, οικογενειακή, ιατρική, φαρμακευτική, διαπράττει ίσως το χειρότερο έγκλημα στα χρονικά της Ελλάδας.
Ωστόσο, το στίγμα απέναντι στους ανθρώπους με ψυχική πάθηση αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα που οι άνθρωποι αυτοί δε στρέφονται σε βοήθεια.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι πως η ψυχική πάθηση δε συνδέεται απαραίτητα με το έγκλημα, ούτε οι συνάνθρωποί μας υποχρεωτικά θα εμφανίσουν τόσο ακραία συμπεριφορά.
Η υπόθεση Σεχίδη ταράζει ακόμα και σήμερα την Ελληνική πραγματικότητα, είναι η περίπτωση ενός ανθρώπου που σκότωσε αυτούς που εμείς ως κοινωνία θεωρούμε ιερούς, είναι ένας άνθρωπος που κρύβει μέσα από το ακίνητο και παγωμένο του βλέμμα, από τα μούσια και τις λίγες λέξεις που εκστομίζει έναν εντελώς παράλογο κόσμο…