Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη
Σαρδάμ στην καθομιλουμένη, ονομάζεται η λανθασμένη εκφορά μίας λέξης από τον ομιλητή, στην οποία ο ομιλών εφευρίσκει λέξεις που δεν υπάρχουν.
Η ονομασία της λέξης σαρδάμ, κατά την δημοφιλέστερη εκδοχή, είναι ο αναγραμματισμός του επιθέτου του Αχιλλέα Μαδρά, ενός από τους πρωτοπόρους του Ελληνικού κινηματογράφου.
Ακόμα και αν χαρακτηρίζεται πλέον καλτ και κιτς, ο Αχιλλέας Μαδράς (ψευδώνυμο του Άλκη Ακύλα) συγκαταλέγεται σε μία από πιο επαναστατικές και αδέσμευτες μορφές του Κινηματογράφου μας.
Δεν μπορεί να ταξινομηθεί πουθενά, ενώ ακόμα και οι ατέλειες και οι κινηματογραφικές του υπερβολές, δεν μπορούν και πάλι να μειώσουν την τόλμη και την κινητικότητά του.
Αξιοζήλευτος για την προσπάθειά του να παρουσιάσει ταινίες με φαντασμαγορικό θέαμα σε μία εποχή οικονομικής ένδειας και γενικότερης φτώχειας που επηρέαζε τις παραγωγές ταινιών.
Θα αποκτήσει μεγάλη φήμη όταν στη δεκαετία του ’20 γυρίσει τις ταινίες “Τσιγγάνος”, “ο Μάγος της Αθήνας” και τη διάσημη πλέον ταινία “Μαρία η Πενταγιώτισσα”.
Η κύρια πρόθεσή του ήταν να γυρίσει ταινίες αντάξιες του Γαλλικού και του Αμερικάνικου Κινηματογράφου. Όμως, μέσα στον ενθουσιασμό και τη βιασύνη του, οι ταινίες περιείχαν πολλά λάθη και για αυτό δημοσιογράφοι όπως ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος είχαν γράψει για αυτόν “πρωτοπόρος του σινεμά, αλλά και του κιτς”.
Ο ίδιος θα ξεκινήσει την καριέρα του ως ηθοποιός στο θίασο της Σάρα Μπερνάρ και στη συνέχεια θα δημιουργήσει τις εταιρείας Άζαξ Φιλμ και Μίρορ Φιλμ.
Γεννημένος το 1875 στην Κωνσταντινούπολη, ο Μαδράς σπούδασε υποκριτική στη Γαλλία και έγινε γνωστός στην Ελληνική ομογένεια με το θίασό του που περιόδευε από τις ΗΠΑ μέχρι την Αίγυπτο.
Η καλτ πια ταινία “Η Μαρία η Πενταγιώτισσα” άφησε εποχή, υπήρξε η πιο πολυδάπανη κινηματογραφική παραγωγή της εποχής, αλλά είχε ακόμα το ένα λάθος μετά το άλλο. Πυροβολισμοί που δεν ακούγονταν, νεκροί από σφαίρες που στην επόμενη σκηνή εμφανιζόντουσαν ζωντανοί, αρνιά που ήταν μισοφαγωμένα από τα μέλη στο στούντιο!
Η επόμενη ταινία του, το 1931, ο ορισμός της καλτ παραγωγής, ήταν η ταινία “Ο μάγος της Αθήνας”.
Ο Μαδράς είχε προσλάβει πραγματικούς σπουδαστές της σχολής Καλών Τεχνών για να ζωγραφίσουν τα καρέ της ταινίας, ενώ η σύζυγός του Φρίντα Πουπελίνα εμφανίστηκε γυμνόστηθη σε μία σκηνή. Η ταινία έλαβε μικτές ως κακές κριτικές.
Εν κατακλείδι, ο Μαδράς μπορεί να πρόσφερε ταινίες που δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στα μεγάλα αριστουργήματα του Ελληνικού σινεμά, ωστόσο παραμένουν πλέον και αυτές μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας μας. Ο Μαδράς που υπήρξε ακούραστος κινηματογραφιστής άφησε το μύθο του, με όλες τις ατέλειες και τις κινηματογραφικές επιπολαιότητες, οι οποίες όμως πλέον συμπληρώνουν το πορτρέτο του κινηματογραφικού του κληροδοτήματος.