Η συγγραφέας Ρουμπίνα Γκουγιουμτζιάν απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος “Γαλάζιο Βανάκι”.
1. Κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά σας “Γαλάζιο Βανάκι” από τις εκδόσεις Βακχικόν. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Το «Γαλάζιο Βανάκι» είναι ένα μυθιστόρημα δρόμου, μια ιστορία που εστιάζει στην τρυφερή σχέση ενός συνταξιούχου δασκάλου από το νότο της Ιταλίας με τον εγγονό του, μέσα από ένα οδοιπορικό στην Ευρώπη. Ο Αντόνιο, ο οποίος έχει μετατρέψει το παλιό του βανάκι σε περιοδεύουσα βιβλιοθήκη για παιδιά, ενα καλοκαίρι αποφασίζει να αφήσει για λίγο όλα τα βιβλία με τους μικρούς τους αναγνώστες και να κάνει τον γύρο της Ευρώπης παρέα με τον δεκατετράχρονο εγγονό του τον Αλέσιο. Το «Γαλάζιο Βανάκι», λοιπόν, αλλάζει προορισμό γι’ αυτούς τους δύο μήνες και βρίσκει μπροστά του μια διαδρομή γεμάτη ιστορίες, ένα ταξίδι βαθιάς σύνδεσης με τη ζωή, τον άνθρωπο και τα ερωτήματα που μοιραία αποκτά.
2. Μιλήστε μας για τους βασικούς ήρωες σας. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους;
Ο Αντόνιο ή ο Δάσκαλος, όπως τον φωνάζουν όλοι, είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ζωντάνια, που θέλει να προσφέρει στους μαθητές του τόπου του την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με το βιβλίο και να αγαπήσουν το διάβασμα. Γι’ αυτό έχει μετατρέψει το παλιό του γαλάζιο Volkswagen Mini Bus σε περιοδεύουσα βιβλιοθήκη για παιδιά. Είναι, επίσης, ένας παραμυθάς που σκαρφίζεται ιστορίες για κάθε περίσταση και για κάθε αυτί. Από μικρός ονειρευόταν να κάνει τον γύρο της Ευρώπης και όταν ωρίμασαν οι συνθήκες για να το επιχειρήσει, αποφάσισε να πάει με τον εγγονό του. Βλέπει το ταξίδι αυτό σαν μια ευκαιρία να μοιραστεί μαζί του ένα μέρος του κόσμου κι ένα μέρος τη σοφίας που αναπόφευκτα κουβαλά.
Ο Αλέσιο βρίσκεται στην αρχή της εφηβείας και ακροβατεί ανάμεσα στην παιδική ανεμελιά και μια ασυνήθιστη ωριμότητα για την ηλικία του. Είναι ένα αγόρι γεμάτο περιέργεια και βαθιά ενσυναίσθηση, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις εκπλήσσει ευχάριστα τον παππού του. Στο ταξίδι ανακαλύπτει νέους τόπους και πάνω από όλα ανακαλύπτει τον εαυτό του. Όσο εξελίσσεται η ιστορία βλέπουμε πως τα φώτα σταδιακά περνούν από τον Δάσκαλο στον Αλέσιο, κι αυτό γιατί η προσωπικότητα του νέου ξεδιπλώνεται σιγά σιγά και ο αναγνώστης τον γνωρίζει όλο και καλύτερα.
Ο Δάσκαλος βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο, τον Αντόνιο Λα Κάβα, έναν συνταξιούχο δάσκαλο από τη Φεραντίνα της νότιας Ιταλίας, ο οποίος έχει μετατρέψει ένα παλιό Piaggio σε κινητή βιβλιοθήκη για παιδιά. Αυτός είναι και ο λόγος που η δική του προσωπικότητα σκιαγραφείται πιο έντονα στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Το μυθιστόρημα δεν έχει βιογραφικά στοιχεία, απλώς τοποθετώ τον χαρακτήρα σε ένα μυθοπλαστικό περιβάλλον, έχοντας ζητήσει την άδειά του μετά τη γνωριμία μας και το ταξίδι που έκανα το φθινόπωρο του 2021 για να τον συναντήσω.
Ο Αλέσιο από την άλλη είναι ένας χαρακτήρας που έπλασα για να δώσω φωνή στο παιδί που θέλει να είναι θαρραλέο, αλλά εμείς θέλουμε να μείνει παιδί. Είναι το αντίθετο του έφηβου-επαναστάτη, γιατί είναι ακόμα νωρίς και ταυτόχρονα πλέον αργά για να επαναστατήσει. Έχει ενέργεια, έχει φως, ελπίδα, ήθος και μια δύναμη που ακόμα δεν έχει αντιληφθεί. Η αλήθεια είναι ότι όταν ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο με είχε απορροφήσει η προσωπικότητα του Δασκάλου ως το λογοτεχνικό ανάλογο του υπέροχου ανθρώπου που γνώρισα στην Ιταλία, αλλά καθώς εξελισσόταν η ιστορία έπιασα τον εαυτό μου να θαυμάζει τον Αλέσιο όλο και περισσότερο.
3. Πώς αναπτύσσεται η σχέση παππού – εγγονού και πόσο λυτρωτικά λειτουργεί και για τους δύο;
Σε αυτό το οδοιπορικό οι δύο ήρωες έχουν την ευκαιρία να περάσουν ποιοτικό χρόνο μαζί και κατά κάποιο τρόπο να διδαχθούν ο ένας από τον άλλον. Ο Δάσκαλος θέλει να δείξει στον εγγονό του τον κόσμο, τι σημαίνει για εκείνον να ζεις και πώς να αντιμετωπίζεις τις απογοητεύσεις που σε βρίσκουν στο δρόμο. Ο Αλέσιο ακούει και δείχνει μια ωριμότητα πολύ σπάνια για την ηλικία του. Όσο προχωρά το ταξίδι, καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι ο παππούς του για εκείνον και γνωρίζοντας τον καλύτερα αρχίζει να γνωρίζει καλύτερα και τον εαυτό του. Στο τέλος αποδεικνύεται πως ο χρόνος που πέρασαν μαζί λειτούργησε λυτρωτικά και για τους δύο, γιατί το ταξίδι τους θα παραμείνει ένας φάρος στις δύσκολες στιγμές και ειδικά για τον Αλέσιο ένα διαβατήριο τελετουργικό προς την ενηλικίωση.
4. Τι λείπει από την εκπαιδευτική διαδικασία, ώστε να καταστεί ελκυστική η ανάγνωση;
Δυστυχώς λείπουν πολλά από την εκπαιδευτική διαδικασία σε όλα τα επίπεδα. Το σύστημα στην Ελλάδα και όχι μόνο, στοχεύει στην ανάπτυξη ανθρώπων που θα μπουν σε ένα προκαθορισμένο μοτίβο προσφοράς και ζήτησης γνώσης και υπηρεσιών. Δεν ενδιαφέρει κανέναν η πολύπλευρη καλλιέργεια της προσωπικότητας των νέων, η συζήτηση για τέχνη, πολιτική, η ανάγνωση βιβλίων, πόσο μάλλον η προσοχή στον χαρακτήρα, την ευγένεια και την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης.
Για να γίνει, λοιπόν, πιο ελκυστική η ανάγνωση θα πρέπει το σχολείο να είναι αυτοσκοπός και όχι μέσο. Θα πρέπει να καταργηθούν οι Πανελλήνιες εξετάσεις και όλη η δομή του συστήματος όπως την ξέρουμε μέχρι σήμερα. Είναι απαραίτητο να δοκιμάσουμε μοντέλα όπου το σχολείο δεν θα είναι ένα πεδίο προετοιμασίας, αλλά μια κοινότητα όπου οι νέοι θα μπορούν να λάβουν γνώσεις και να αναπτύξουν δεξιότητες, ώστε να νιώσουν ολοκληρωμένοι και έτοιμοι για τον κόσμο και την ανεξαρτησία που τους περιμένει.
5. Τι πιστεύετε ότι θα μείνει ως απόσταγμα στον αναγνώστη;
Το «Γαλάζιο Βανάκι» γεφυρώνει τις αποστάσεις που κρύβουν μέσα τους οι ήρωες του βιβλίου και εστιάζει σε όλα αυτά που είναι ανθρώπινο να αναρωτιόμαστε. Μπορεί να διανύει μια ορισμένη διαδρομή, αλλά ο κάθε αναγνώστης θα κρατήσει έναν δικό του χάρτη μετά το πέρας της ιστορίας. Αυτό που επιδιώκω να μείνει στο τέλος είναι εκείνη η αίσθηση που έχουμε μετά από μια μπόρα, όταν οι στάλες της βροχής γυαλίζουν μετέωρες στην άκρη των φύλλων και σπάνε τη σιωπή μόλις αφεθούν στην πτώση, όταν το χώμα μυρίζει ζωή και όλα τα πλάσματα που είχαν βρει καταφύγιο επιστρέφουν πια σπίτι. Μια αίσθηση ότι όλα βρίσκουν το δρόμο τους και ίσως μια μέρα καταφέρουμε να συμφιλιωθούμε με τη φθορά.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Ξεκίνησα να γράφω σε μικρή ηλικία -περίπου έντεκα χρονών- και κατάλαβα από πολύ νωρίς πως είχα βρει έναν τρόπο να εκφράσω αυτά που ένιωθα και σκεφτόμουν, ειδικά αυτά που δεν μπορούσα να μοιραστώ διαφορετικά. Και ήταν πολλά εκείνα που δεν μπορούσα και ακόμα δεν μπορώ να μοιραστώ αλλιώς. Το έβλεπα σαν άσκηση, σαν παιχνίδι και με διασκέδαζε πολύ να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες. Πρώτα με τράβηξε η Ποίηση, η οποία εξακολουθεί να δίνει ρυθμό στη γραφή μου, ακόμα και στον πεζό λόγο, ενώ στο Γυμνάσιο δοκίμασα να γράψω μια αστυνομική ιστορία δανειζόμενη τον Πουαρό, κι ύστερα ακόμα μία με δικό μου πλέον ντετέκτιβ, σε εικονογράφηση της κολλητής μου. Δεν επέμεινα, όμως, στο είδος και στα δεκαπέντε μου δημοσιεύτηκε με αυτοέκδοση το πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Πάνω από τα σύννεφα», μια εφηβική περιπέτεια που προσεγγίζει τον θάνατο με χιούμορ. Λίγα χρόνια μετά, όταν ξαναδιάβαζα αυτά που είχα γράψει τότε, κοιτούσα μόνο τα λάθη μου και ντρεπόμουν. Σήμερα, όμως, τιμώ όλες αυτές τις παιδικές προσπάθειες, γιατί μου θυμίζουν τον λόγο για τον οποίον γράφω και το παιδί που έχω ακόμα μέσα μου.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Είναι η τέχνη του να εκφράζεις με τα κατάλληλα λόγια εκείνο που πριν από λίγο δεν είχε καν τη μορφή της σκέψης. Εκείνο που θα ανακουφίσει, θα αναστατώσει ή θα χαστουκίσει αυτόν που επέλεξε να το διαβάσει.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Πιστεύω πως έδωσα ήδη την απάντησή μου όταν σχολίασα το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας. Είναι ξεκάθαρα θέμα παιδείας, η οποία ξεκινάει στο σπίτι και συνεχίζεται στο σχολείο. Η αγάπη για το διάβασμα κολλάει σαν μικρόβιο. Όσοι περισσότεροι το έχουν στο περιβάλλον ενός παιδιού ή ενός νέου τόσο πιθανότερο είναι να το κολλήσει. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν είναι αργά να σε βρει. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που ξεκίνησαν να διαβάζουν βιβλία μετά τα τριάντα.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Είναι η άγκυρα σε μια θάλασσα με δυσπρόσιτο βυθό. Σε μια εποχή που βομβαρδιζόμαστε με πληροφορίες από αβέβαιες πηγές και στρέφουμε το βλέμμα μας από τη μία οθόνη στην άλλη, προσφέρει τη σιγουριά μιας χαρτογραφημένης και δομημένης γνώσης ή μια ψυχαγωγία που κρατάει τη φαντασία μας σε εγρήγορση. Εάν μιλάμε δε για ένα φυσικό και όχι ψηφιακό βιβλίο, τότε έχουμε την επιπρόσθετη χαρά της επαφής και της συμμετοχής όλων των αισθήσεων σε μια προσωπική τελετουργία ανάγνωσης. Πιστεύω ότι το βιβλίο δεν θα χάσει ποτέ τη δύναμή του.
10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Προτιμώ να αφήσουμε την ιδέα της καραντίνας. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα ήθελα μαζί μου εάν ναυαγούσα σε ένα νησί; Ακούγεται λιγότερο εφιαλτικό! Λοιπόν, για να δούμε… Αρχικά θα έλεγα τα «Χάρυ Πότερ», αλλά είναι επτά βιβλία οπότε αναγκαστικά θα επιλέξω ένα, το «Κύπελλο της Φωτιάς». Τον «Κόσμο της Σοφίας» του Γιόστειν Γκάαρντερ, τον «Μαίτρ και τη Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκοφ, τις «Περιπέτειες του Σέρλοκ Χόλμς» του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και τη «Γη των Ανθρώπων» του Εξυπερύ. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, στο νησί ίσως θα ήταν καλό ένα εγχειρίδιο επιβίωσης στη φύση!
11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Χρειαζόμαστε αγάπη. Όχι μια εξιδανικευμένη εικόνα της αγάπης ή ένα παραμύθι με χαρούμενο τέλος. Χρειαζόμαστε αληθινή αγάπη, αυτή που πηγάζει από μέσα μας και είναι η αγάπη για τη ζωή. Έχουμε ανάγκη για περισσότερη πραγματική και όχι ψηφιακή επαφή και μια αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια κοινότητα. Υπάρχει τρομακτική μοναξιά στον «πολιτισμό» μας. Ο ρομαντισμός και ο ρεαλισμός θέλουν μέτρο. Γιατί ο πρώτος μπορεί να σε κάνει να φας τα μούτρα σου αν το παρακάνεις και ο δεύτερος μπορεί να σε κάνει κυνικό και να σε στεγνώσει από κάθε κίνητρο ή συναίσθημα. Κι αν σταματάς να ονειρεύεσαι, σταματάς να οραματίζεσαι, άρα σταματάς να προσπαθείς.