Συνέντευξη για το Culturepoint.gr με τον Εκδότη κ. Παναγιώτη Κεχαγιά (εκδόσεις Γεννήτρια).
Επιμέλεια Γιώργος Δόλγυρας
-Ποια ήταν η αρχική ιδέα ή το όραμα που οδήγησε στη δημιουργία του εκδοτικού σας οίκου σε μία Ελλάδα που το βιβλίο δεν είναι και η πιο επικερδής αγορά και θεωρείται είδος πολυτελείας για την πλειοψηφία;
Εγώ δουλεύω στον χώρο των εκδόσεων εδώ και περίπου είκοσι χρόνια και συγκεκριμένα στον χώρο του βιβλίου δέκα από αυτά. Έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής μου να ασχολούμαι με το χαρτί και το μελάνι, και ένα ακόμα μεγαλύτερο κομμάτι διαβάζοντας λογοτεχνία. Οι εκδόσεις λοιπόν είναι ο φυσικός μου χώρος. Και νομίζω ότι κανείς (ή τέλος πάντων κανείς που να ξέρει τι του γίνεται) δεν ξεκινάει να ασχολείται με τις εκδόσεις για να βγάλει λεφτά. Το κάνει γιατί αγαπάει το βιβλίο. Το κέρδος είναι πολύ χαμηλά στις προτεραιότητες ενός καλού εκδότη. Η επιβίωση, πολύ ψηλά.
-Πώς θα περιγράφατε τη φιλοσοφία και την ταυτότητα των εκδόσεών σας;
Από παλιά σεβόμουνα πολύ τα προσωπικά εγχειρήματα, τα εγχειρήματα δηλαδή που βασίζονται στην ξεχωριστή και διαμορφωμένη οπτική ενός και μόνο ανθρώπου. Η Άγρα του Σταύρου Πετσόπουλου είναι ίσως το κορυφαίο παράδειγμα στο ελληνικό εκδοτικό τοπίο τα τελευταία πενήντα χρόνια, παρότι υπάρχουν κι άλλα. Καταλαβαίνω πως οι επιτροπές είναι καλές και χρήσιμες σε κάποιους τομείς, αλλά όχι στην τέχνη. Έτσι λοιπόν, η Γεννήτρια είναι μια από τις εκφράσεις του δικού μου λογοτεχνικού αισθητηρίου, που ακονίζεται υπομονετικά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μου αρέσει η λογοτεχνία, μου αρέσει η πλούσια λογοτεχνία, μου αρέσουν τα βιβλία που δεν είναι άδεια, μου αρέσει ο μοντερνισμός και όσα έφερε και έθρεψε, ενώ δεν μου αρέσουν καθόλου οι διάφορες πρόσφατες υπαναχωρήσεις στα πλέον βαρετά χούγια του 19ου αιώνα. Μου αρέσουν δηλαδή τα βιβλία με τα οποία περνάω καλά και νομίζω πως θα περάσουν καλά και οι αναγνώστες.
-Ποια είδη βιβλίων αποτελούν τον βασικό πυρήνα του καταλόγου σας; Είστε ικανοποιημένος από τις πρώτες πωλήσεις τους;
Όπως είπα και πιο πάνω, στη λογοτεχνία εμπίπτει το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων η Γεννήτρια έχει εκδώσει μέχρι σήμερα. Ήθελα από την πρώτη στιγμή να εκδίδω σύγχρονους τίτλους μαζί με ελληνική λογοτεχνία, που είναι από διάφορες απόψεις δύσκολη πίστα. Κι αυτό γιατί ένας εκδοτικός οίκος που δραστηριοποιείται σήμερα πρέπει, νομίζω εγώ, να συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή και διαλογή της λογοτεχνίας που θα παραδοθεί στην επόμενη γενιά. Τώρα, όσον αφορά τις πωλήσεις, η Γεννήτρια μέχρι στιγμής έχει υπάρξει τυχερή. Η ανταπόκριση των αναγνωστών ήταν άμεση και, να το πω όπως το νιώθω, συγκινητική. Η Καρδιά το καταχείμωνο του Κέβιν Μπάρρυ ήδη μπήκε στη Β΄ έκδοση, ενώ ο Κωνσταντίνος του Παναγιώτη Ευαγγελίδη οδεύει κι αυτός γοργά κατά κει.
-Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η εμπορική προοπτική ενός βιβλίου σε σχέση με την λογοτεχνική του αξία;
Ευτυχώς ή δυστυχώς ένας εκδότης πρέπει να υπολογίζει και την αγορά. Οι καλοί συγγραφείς, από την άλλη, ποτέ – και πάλι καλά δηλαδή. Το κακό είναι πως, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τα πολύ εμπορικά βιβλία δύσκολα λογίζονται ως κανονικά βιβλία. Μοιάζουν περισσότερο με κακή τηλεόραση σε συσκευασία βιβλίου. Εγώ έχω αποφασίσει ότι δεν θα βγάλω ποτέ ένα βιβλίο που δεν μου αρέσει μόνο και μόνο επειδή μπορεί και να πουλήσει (κάτι που ποτέ δεν είναι σίγουρο), αλλά έχω βγάλει βιβλία που και μου αρέσουν και μου φάνηκε ότι είχαν κάποιες εμπορικές προοπτικές. Κι έχω βγάλει βιβλία (και θα βγάλω κι άλλα) χωρίς καμία εμπορική προοπτική, τα οποία θεωρώ πολύ σημαντικά.
-Δέχεστε χειρόγραφα από νέους συγγραφείς ή είναι κάτι που θα γίνει στο μέλλον; Ποια η διαδικασία αξιολόγησης;
Στο συγκεκριμένο πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας δεν δεχόμαστε χειρόγραφα, γιατί απλά δεν υπάρχει χρόνος να τα αξιολογήσουμε σωστά. Επιπροσθέτως, ο χώρος που έχουμε στον κατάλογο για ελληνική λογοτεχνία είναι συγκεκριμένος και έχει προγραμματιστεί για τα επόμενα δύο με τρία χρόνια.
-Ποιος είναι ο ρόλος των βιβλιοπωλείων στη διάδοση ενός τίτλου;
Παρότι μετά την εμφάνιση των social media η αγορά του βιβλίου (όπως και όλες οι υπόλοιπες) έχει αλλάξει πολύ στην Ελλάδα (όπως και παντού αλλού), τα βιβλιοπωλεία παραμένουν ακόμη ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι στην πορεία ενός βιβλίου από το τυπογραφείο στον αναγνώστη. Εκεί το βιβλίο κάνει την εμφάνισή του, εκεί το προτείνει ο βιβλιοπώλης, εκεί συζητιέται, εκεί ξεκινά.
-Πώς αξιολογείτε την κατάσταση της αγοράς βιβλίου σήμερα στην Ελλάδα;
Παρά τη διαχρονική γκρίνια, εγώ παρατηρώ πως η αγορά του βιβλίου είναι υγιέστατη και διαρκώς αυξάνεται. Ανοίγουν συνεχώς νέοι και δραστήριοι μικροί εκδοτικοί οίκοι, εμφανίζονται νεοφυή εκδοτικά εγχειρήματα, οι μεγάλοι εκδοτικοί γίνονται μεγαλύτεροι, οι τίτλοι όλο και αυξάνονται. Αυτό που δεν έχουμε είναι άνθιση των βιβλιοπωλείων, και παρότι τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα από τα πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης, τώρα οι βιβλιοπώλες έχουν να αντιμετωπίσουν και το gentrification, τουλάχιστον στην Αθήνα. Αυτή η αυξημένη παραγωγή, όμως, έχει σαν αποτέλεσμα οι αναγνώστες σπάνια πια να συναντιούνται σε ένα βιβλίο, σπάνια δηλαδή ένα βιβλίο γίνεται πια αντικείμενο μιας ευρείας δημόσιας συζήτησης, όπως γινότανε παλιότερα, όταν υπήρχανε και λιγότεροι εκδοτικοί και λιγότεροι τίτλοι.
-Ποιες αλλαγές παρατηρείτε στις αναγνωστικές συνήθειες του κοινού τα τελευταία χρόνια;
Χωρίς να είμαι κάποιος ειδικός, αυτό που παρατηρώ είναι μια τάση για πιο σύντομα βιβλία. Παλιότερα, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ο αναγνώστης αγόραζε βιβλία και με γνώμονα την ποσότητα, το μέγεθος, τις πολλές σελίδες. Σήμερα ισχύει το αντίθετο. Οι αναγνώστες προσανατολίζονται σε μικρότερα βιβλία. Οι νουβέλες έχουν ανέβει στις προτιμήσεις (παρότι πολλές φορές βαφτίζονται μυθιστορήματα για να το πετύχουν). Και προφανώς όλοι καταλαβαίνουμε ότι γι’ αυτό φταίει ο πλήρης εποικισμός της προσοχής μας και του εύρους προσοχής μας από τα ψηφιακά προϊόντα του διαδικτύου.
–Ποια η άποψή σας για την αυτόεκδοση που έχει γίνει πλέον τόσο μόδα; Την σκέφτεστε ως επιλογή για τον εκδοτικό σας αν τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά;
Οι πληρωμένες εκδόσεις είναι μια δουλειά πολύ διαφορετική από αυτήν που κάνω εγώ, και δεν με ενδιαφέρουν καθόλου – είτε ως ιδέα, είτε ως δραστηριότητα, είτε ως αποτέλεσμα.
-Ποιες στρατηγικές χρησιμοποιείτε για την προώθηση ενός νέου βιβλίου;
Στην αγορά του βιβλίου δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει ένας μικρός εκδοτικός οίκος. Μεγάλες προωθητικές ενέργειες δεν μπορεί να κάνει, λόγω έλλειψης πόρων. Οπότε βασίζεται στα παλαιά, τα ορθόδοξα κανάλια: βιβλιοπωλεία, social media, book influencers και το καλύτερο όλων, που έπεται των προηγούμενων γιατί απαιτεί μια κρίσιμη μάζα αναγνωστών: η διάδοση από στόμα σε στόμα. Η οργανική εξάπλωση ενός βιβλίου από τον έναν ενθουσιώδη αναγνώστη στον επόμενο.
-Ποιες μορφές εκδηλώσεων (παρουσιάσεις, φεστιβάλ βιβλίου κ.λπ.) θεωρείτε πιο αποτελεσματικές;
Όλες έχουν τη χρησιμότητά τους αλλά νομίζω ότι η παρουσία του συγγραφέα, ειδικά μάλιστα αν είναι καλός ομιλητής, βοηθάει ιδιαίτερα την πορεία ενός βιβλίου. Και το λέω αυτό γιατί η δουλειά των συγγραφέων δεν είναι (ούτε και πρέπει να είναι) η δημόσια ομιλία. Η δουλειά τους είναι να γράφουν. Πολλοί από αυτούς μάλιστα δεν περνάνε καθόλου καλά μπροστά σε κοινό. Αν όμως έχουν το χάρισμα, ή τέλος πάντων το έχουν δουλέψει το πράγμα, και κάνουν μια καλή εμφάνιση, το βιβλίο παίρνει άλλη ώθηση. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν και η εμφάνιση του Κέβιν Μπάρρυ στο 1ο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Αθήνας και μετά στο Κομπραί. Εδώ να σημειώσω την κεφαλαιώδη σημασία που έχουν τα λογοτεχνικά φεστιβάλ στην ευζωΐα του χώρου του βιβλίου. Σε αυτόν τον τομέα η Ελλάδα είχε διαχρονικά πρόβλημα, λόγω των διάφορων αγκυλώσεων της ανύπαρκτης κρατικής πολιτικής για το βιβλίο. Τα τελευταία χρόνια, όμως, είδαμε να ξεκινούν πολύ δυνατά και το φεστιβάλ στα Χανιά και το φεστιβάλ της Αθήνας, τα οποία το κοινό στηρίζει γενναία με την παρουσία και τη συμμετοχή του.
-Πώς επηρεάζουν τα ηλεκτρονικά βιβλία (e-books) την εκδοτική δραστηριότητα; Πιστεύετε ότι τα audiobooks θα παίξουν μεγαλύτερο ρόλο στο μέλλον εξαφανίζοντας πιθανόν το έντυπο;
Δεν έχω καμία ιδέα πώς επηρεάζουν τα e-books την εκδοτική δραστηριότητα, γιατί δεν έχω σχεδόν καμία εμπλοκή με αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τα audiobooks. Όμως πέρα από τις προσωπικές μου προτιμήσεις, το φυσικό αντικείμενο του βιβλίου έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα ανθεκτικό στα ψηφιακά του υποκατάστατα – αντίθετα με άλλες μορφές τέχνης όπως η μουσική ή ο κινηματογράφος. Το βιβλίο ως αντικείμενο έχει μια σχεδόν μυστικιστική τελειότητα. Η μορφή του, όπως του κουταλιού, παραμένει αναλλοίωτη εδώ και πολλούς αιώνες. Οι βελτιώσεις που έχουμε κάνει είναι κυρίως στα υλικά, στην ταχύτητα και την ποιότητα της παραγωγής. Η βασική του μορφή έχει μείνει απαράλλαχτη. Ένα incunabulum έχει το ίδιο σχήμα και χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο με ένα βιβλίο που τυπώθηκε προχτές. Ακόμα και τα ebooks μιμούνται (ανεπιτυχώς) τη βασική λειτουργία ενός βιβλίου του 15ου αιώνα.
-AI (τεχνητή νοημοσύνη), πιστεύετε θα φτάσουμε να καταναλώνουμε βιβλία που θα παράγονται με αυτόν τον τρόπο τόσο σε μετάφραση όσο και σε συγγραφή;
Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να κάνει και μέχρι πού μπορεί να φτάσει το ΑΙ, αλλά μπορώ με μια κάποια σιγουριά να πω πως πολύ σύντομα θα δούμε μεταφράσεις μηχανής σε βιβλία που δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις ύφους. Τώρα για τη λογοτεχνία υψηλών οκτανίων δεν ξέρω να σας πω. Ελπίζω να μη συμβεί, αλλά δεν νομίζω πως αυτό είναι κάτι που μπορούμε να σταματήσουμε. Το ίδιο ισχύει και για τη συγγραφή. Θεωρώ τη συγγραφή ενός λογοτεχνικού βιβλίου μια από τις κορωνίδες της ανθρώπινης δραστηριότητας και δημιουργικής έκφρασης, οπότε η κατάκτησή της από το ΑΙ, και από τις ταχύτητες με τις οποίες αυτό μπορεί να λειτουργήσει, θα σημάνει για μένα ότι έχουμε περάσει ένα σημείο από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή.
–Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα ένας εκδότης;
Αυτή που ήταν πάντα: η επιβίωσή του.
-Πώς φαντάζεστε το μέλλον του βιβλίου τα επόμενα 10 χρόνια; Θα υπάρχει ακόμα;
Όπως είπα και πιο πάνω, δεδομένης της ανθεκτικότητας του βιβλίου ως φυσικού αντικειμένου, το θεωρώ βέβαιο. Τώρα το τι βιβλία θα εκδίδονται είναι κάτι που εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να προβλέψω, αλλά έχω εμπιστοσύνη στην επόμενη (και τη μεθεπόμενη γενιά), που και αυτές διαβάζουν, ότι θα νιώσουν την ίδια προαιώνια ανάγκη να πούνε τις δικές τους ιστορίες με τον δικό τους τρόπο. Θα είναι διαφορετικά βιβλία; Σίγουρα. Ασύμβατα με το δικό μου αισθητήριο ίσως; Μάλλον. Το σημαντικό είναι πως θα είναι δικά τους και έτσι πρέπει να είναι.