/Μικρό Διήγημα: Είμαι η οργή του (Κωνσταντίνος Μανίκας)

Μικρό Διήγημα: Είμαι η οργή του (Κωνσταντίνος Μανίκας)

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, συγγραφέας

Δεν άντεχε τη μυρωδιά του δερμάτινου σαλονιού στα ταξί. Μια ξινισμένη αίσθηση, σαν χαλασμένο παστό κρέας, μια αλατισσμένη αίσθηση της μοναξιάς στο πίσω κάθισμα, μια αποπνικτική γεύση αδήλωτου θανάτου να πνίγει τη θλίψη κάθε άσκοπης ελπίδας.

Τα ηχεία δονήθηκαν από τη ραδιοφωνική αναπαραγωγή της φωνής του Νίκου Παπάζογλου. Την λάτρευε την χροιά του, υπενθύμιση ενός αγγελικό ύμνου, μήνυμα ενός έκπτωτου Θεού αδύναμου να σηκώσει τις αμαρτίες του κόσμου.

Ο οδηγός χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλα στο τιμόνι. Μάλλον ο μελωδικός λυρισμός απείχε πολύ από την έξαρση της οδηγικής έντασης. Έμοιαζε να αποζητά τη γαλήνη ενός τσιγάρου και δυσανασχετούσε που έπρεπε να την απαρνηθεί στα πλαίσια του ευγενικού σωφρονισμού.

Κάθε φορά το άκουσμα του στίχου “Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμ’ ο λυγμός του”, έμοιαζε με σκληρή υπενθύμιση της υποταγής. Στύλωσε το βλέμμα στη θολούρα της αχνής ανάμνησης μιας νεαρής επαναστατικής φιγούρας στην οποία δεν άντεξε να ανταποκριθεί. Αναστέναξε βαθιά κι ο αέρας δεν ήθελε να βγει από τα πνευμόνια, σαν να αρνιόταν τον συμβιβασμό.

Είχε πρωτοακούσει το τραγούδι σε μια φοιτητική σύναξη – μυστικό δείπνο υπόσχεσης σε μια αντίσταση που αργούσε, με τον κρυφό σιρόκο του πόθου να πυρώνει την ψυχή και να αδρανοποιεί το λόγο. Τι να πεις σαν αντικρίσεις την απόλυτη ομορφιά; Ποιες λέξεις να σεβαστούν το μεγαλείο της και να προσκυνήσουν με σεβασμό τη διαρκή Ανάστασή της;

Παρέμεινε βουβό κι αμέτοχο πιόνι σε μια κοκκινόμαυρη σκακιέρα δίχως βασιλιά. Όπως και τώρα, έτσι και τότε. Ακροατής κι όχι στοχαστής. Θύμα κι όχι ποιητής.

Ζήτησε από τον ταξιτζή να κατέβει στην επόμενη διασταύρωση. “Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμ’ η οργή του” πρόλαβε να ψελλίσει. Αν το είχε αποδεχτεί από εκείνο, το χαμένο στις τύψεις, νεανικό καλοκαίρι, σήμερα θα είχε μια έστω στέρεη δικαιολογία ως στερνό άλλοθι για όσα λάθη αμέλησε να δακρύσει.

Περπάτησε στην αντίθετη πορεία, σιγοτραγουδώντας ασταμάτητα το ρεφρέν. Μπορεί να μην υπάρχει ασφαλής επιστροφή αλλά κι η ψευδαίσθηση μιας αυτόφωρης καταδίκης, αρκεί προς το παρόν.