/Άννα Εμμανουήλ: Κρύβουμε ακόμα τους “Χαλεπάδες” μας

Άννα Εμμανουήλ: Κρύβουμε ακόμα τους “Χαλεπάδες” μας

Η Άννα Εμμανουήλ απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας,,με αφορμή την κυκλοφορία της νέας της νουβέλας «Σμιλεύοντας το Όνειρο».

  • Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Σμιλεύοντας το Όνειρο». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;

Είναι ένα γλυπτό από λέξεις. Μια νουβέλα 64 σελίδων που σμιλεύει την ψυχή ενός νεαρού γλύπτη από την Τήνο, εμπνευσμένου από τον Γιαννούλη Χαλεπά. Μέσα από τις φλέβες του λευκόλιθου και τις ρωγμές της ανθρώπινης ψυχής, το βιβλίο αφηγείται το ταξίδι ενός καλλιτέχνη που προσπαθεί να γεννήσει θεούς από πέτρα, ενώ η ίδια του η ψυχή θρυμματίζεται. Είναι ταυτόχρονα ύμνος και θρήνος στην τέχνη, στον έρωτα, στη μοναξιά και στην ψυχική κατάρρευση.

  • Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;

Θέλησα να θίξω την αβυσσαλέα σχέση ανάμεσα στη δημιουργία και την καταστροφή, την τέχνη ως ταυτόχρονη σωτηρία και καταδίκη, την ψυχική υγεία σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να τιμωρεί την ευαισθησία και την υπερβολική εσωτερικότητα. Επίσης, τη γυναικεία ματιά πάνω σε μια ιστορία που παραδοσιακά θεωρείται ανδρική — να δείξω πώς μια νέα γυναίκα βλέπει τον πόνο, την τρέλα και την ιδιοφυΐα ενός άνδρα-θρύλου.

Η έμπνευση προέκυψε από ένα δυνατό, ανατριχιαστικό όνειρο. Βρισκόμουν μπροστά στην “Κοιμωμένη” του Χαλεπά. Το μάρμαρο ήταν παγωμένο, σχεδόν νεκρό. Ξαφνικά, ένα μικρό κοριτσάκι —γύρω στα 6-7 χρονών— πλησίασε αθόρυβα και άφησε πάνω στο στήθος του αγάλματος ένα κατακόκκινο λουλούδι, τόσο ζωντανό που έμοιαζε να αιμορραγεί. Το κόκκινο χρώμα έσταζε πάνω στο λευκό μάρμαρο, σαν να ξυπνούσε η Κοιμωμένη από τον αιώνιο ύπνο της. Ξύπνησα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν σφυρί. Εκείνη η εικόνα αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Το λουλούδι ήταν η ζωή, ο έρωτας, η ελπίδα που αρνείται να πεθάνει πάνω στην ψυχική κατάρρευση. Αυτή η εικόνα με ανάγκασε να γράψω.

Μέσα από το βιβλίο μιλάω και για το μεγάλο ταμπού της ψυχικής ασθένειας στη σύγχρονη εποχή. Σήμερα, το 2026, μιλούμε πιο ελεύθερα για κατάθλιψη και άγχος, αλλά η σχιζοφρένεια και οι σοβαρές ψυχικές διαταραχές παραμένουν βαθιά στιγματισμένες. Κρύβουμε ακόμα τους “Χαλεπάδες” μας — είτε είναι καλλιτέχνες, είτε νέοι άνθρωποι δίπλα μας. Τους κρύβουμε, τους φοβόμαστε, τους σπάμε όπως έσπαγαν τα γλυπτά του Χαλεπά μέσα στο ψυχιατρείο. Το βιβλίο είναι μια κραυγή ενάντια σε αυτό το σπάσιμο. Θέλει να πει ότι η τρέλα του δημιουργού δεν είναι ντροπή, αλλά μέρος της ίδιας της δημιουργίας. Και ότι οφείλουμε, επιτέλους, να αφήσουμε τα κόκκινα λουλούδια πάνω στα σπασμένα μας αγάλματα.

  • Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Θα αποκομίσει την επίγνωση ότι η μεγαλύτερη τέχνη γεννιέται εκεί όπου η ψυχή ραγίζει. Ότι η μοναξιά του δημιουργού δεν είναι τιμωρία, αλλά ιερός τόπος. Και κυρίως, ότι ακόμα κι όταν όλα γύρω σου θρυμματίζονται, υπάρχει πάντα μια κρυφή φλέβα στο μάρμαρο που μπορεί να οδηγήσει στο φως.

  • Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

«Το ερέθισμα ήταν η ίδια η ανάγκη να μην σπάσω. Από μικρή, ένιωθα ότι ο κόσμος ήταν πολύ σκληρός για την ευαισθησία μου. Ήταν όμως κι ο έρωτας που έμοιαζε με το σφυρί του γλύπτη: κάθε χτύπημα ήταν ταυτόχρονα δημιουργία και καταστροφή. Μέσα σε εκείνη την ένταση, μέσα σε εκείνες τις νύχτες όπου η καρδιά χτυπούσε σαν να ήθελε να σπάσει το στέρνο, κατάλαβα τον Γιαννούλη Χαλεπά βαθύτερα από ποτέ.

Η ποίηση και μετά η πεζογραφία έγιναν τα καλέμια μου. Αυτός ο μεγάλος έρωτας με έσπρωξε στη συγγραφή. Έγραφα για να σμιλέψω τον πόνο σε κάτι που να μπορεί να σταθεί όρθιο. Ο Χαλεπάς δεν ήταν απλώς θέμα — ήταν καθρέφτης. Είδα μέσα του τον αγώνα κάθε νέου ανθρώπου που προσπαθεί να δώσει μορφή στο χάος του εσωτερικού του κόσμου.»

  • Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακή μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;

Σε έναν κόσμο κορεσμένο από pixels και αλγόριθμους, το βιβλίο παραμένει η πιο ριζοσπαστική πράξη αντίστασης: η αργή, χειρωνακτική, ανθρώπινη σμίλευση του χρόνου. Η ΤΝ μπορεί να παράγει κείμενα σε δευτερόλεπτα, αλλά δεν μπορεί να αιμορραγήσει μέσα από τις λέξεις. Δεν μπορεί να βάλει μέσα της τη σκόνη του λευκόλιθου, τον τρόμο της κατάρρευσης, την τρέλα του έρωτα. Το βιβλίο μας υπενθυμίζει ότι η αυθεντική δημιουργία παραμένει σωματική, επώδυνη και βαθιά ανθρώπινη — ακόμα και μπροστά στην ψυχρή τελειότητα των μηχανών.

  • Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Λογοτεχνία είναι το καλέμι που χαράζει την ψυχή της εποχής της. Είναι η τέχνη να μετατρέπεις το αίμα σε τέχνη και την τέχνη σε φωνή. Είναι η πράξη να στέκεσαι γυμνός μπροστά στο χάος του κόσμου και να του δίνεις μορφή, ακόμα κι αν αυτή η μορφή ραγίσει.

  • Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Γιατί ζούμε σε μια χώρα όπου η επιβίωση έχει γίνει εθνικό άθλημα. Όταν παλεύεις καθημερινά με την οικονομία, την πολιτική ανασφάλεια και την ψηφιακή υπερφόρτωση, το διάβασμα φαντάζει πολυτέλεια. Όμως αυτό είναι λάθος. Ακριβώς επειδή η πραγματικότητά μας είναι σκληρή, χρειαζόμαστε περισσότερο τη λογοτεχνία — για να μας θυμίσει ότι ακόμα και μέσα στο πιο σκληρό μάρμαρο κρύβεται μια θεϊκή φλέβα.

  • Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;

Πιστεύω στη σμίλευση. Ούτε η μοίρα είναι γραμμένη σε πέτρα, ούτε η τύχη είναι τυφλή. Είμαστε εμείς οι ίδιοι που παίρνουμε το σφυρί και αποφασίζουμε πού θα χτυπήσουμε. Ο Χαλεπάς το απέδειξε: ακόμα και όταν η ψυχή του ράγισε, επέστρεψε και σμίλεψε ξανά. Η ζωή δεν είναι προκαθορισμένη — είναι ένα έργο τέχνης που σμιλεύουμε καθημερινά, με όποιο φως ή σκοτάδι έχουμε μέσα μας.

  • Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
  1. «Ο Άνθρωπος που Γέλασε» του Βίκτωρα Ουγκώ
  2. «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ
  3. «Η Ανατομία μιας Στιγμής» του Γιώργου Χειμωνά
  4. «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ (ή οποιοδήποτε έργο του για την ανθρώπινη ψυχή)
  5. Τα ποιήματα του Καβάφη και του Ελύτη — για να μου θυμίζουν ότι ακόμα και μέσα στο σκοτάδι, η γλώσσα μπορεί να λάμψει σαν μάρμαρο.
  • Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;

Χρειαζόμαστε έναν ρομαντισμό που να έχει περάσει μέσα από τη φωτιά του ρεαλισμού. Έναν ρομαντισμό σκληρό, αιματηρό, που δεν φοβάται να δει τις ρωγμές της ψυχής μας. Όχι τον ρομαντισμό των ροζ γυαλιών, αλλά αυτόν που κοιτάζει κατάματα την κατάρρευση και εξακολουθεί να σμιλεύει. Στην εποχή της ΤΝ, της μοναξιάς και της κρίσης νοήματος, χρειαζόμαστε λογοτεχνία που να μας θυμίζει ότι ακόμα και όταν όλα σπάνε, η ανθρώπινη ψυχή έχει τη δύναμη να ξαναγεννηθεί μέσα από τα θραύσματά της.