Ο φιλόλογος και συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης μιλά στον Γιώργο Δόλγυρα, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου “Νοσοκομείο Σωτηρία” από τις εκδόσεις Κίχλη.
-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τη συγγραφή του βιβλίου και τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε με αυτό το θέμα;
Το έναυσμα δόθηκε απ’ την εκτέλεση των αναπήρων στις 30 Νοεμβρίου του 1943. Ερευνώντας περαιτέρω το έγκλημα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής και της δωσιλογικής κυβέρνησης σε βάρος των ηρώων του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου εμβάθυνα στην ιστορία του Νοσοκομείου Σωτηρία. Όλα τα λοιπά, εννοώ ο μύθος, τα πρόσωπα, τα θέματα ήρθαν να πλαισιώσουν τούτη την ιδέα, στη βάση των αισθητικών αναγκών που γεννά η εξέλιξη της αφήγησης.
–Πόση έρευνα προηγήθηκε της συγγραφής και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη συλλογή του υλικού;
Όταν καταπιάνεσαι με ιστορικό θέμα πρέπει να αναλάβεις και τη σχετική ευθύνη – πράγμα που σημαίνει πως ό,τι λες πρέπει να είναι αυστηρά επιβεβαιωμένο με κριτήριο τις διαθέσιμες πηγές και πως τα στοιχεία της μυθοπλασίας δεν πρέπει να παραβιάζουν το βασικό ιστορικό περίγραμμα. Από κει και πέρα, ελλοχεύουν ποικίλοι άλλοι κίνδυνοι, με σημαντικότερο ανάμεσά τους το ενδεχόμενο να υποβιβάσεις τα ιστορικά πρόσωπα σε μαριονέτες, παίγνια και έρμαια των αφηγηματικών αναγκών σου ή να χρησιμοποιήσεις το ιστορικό πλαίσιο ως απλό φόντο της πλοκής. Σε κάθε περίπτωση, οφείλεις να ισορροπείς ανάμεσα σε ποικίλα χάσματα.
-Με ποιον τρόπο ισορροπήσατε ανάμεσα στην ιστορική πραγματικότητα και στη λογοτεχνική αφήγηση;
Μείγμα ιστορίας και μυθοπλασίας είναι και τούτη η γραφή μου, με την ιστορία να διαμορφώνει το κοινωνικό περίγραμμα, να κομίζει ορισμένα πρόσωπα και με τη μυθοπλασία να συμπληρώνει τα διάκενα και να υπογραμμίζει κάποιες λεπτομέρειες. Σε κάθε περίπτωση, λογοτέχνης είμαι και εκείνο που μετρά περισσότερο στη δική μου αντίληψη είναι το αισθητικό αποτέλεσμα, αλλά δεν το εκβιάζω σε βάρος της ιστορικής συνθήκης που εξετάζω.
–Γιατί επιλέξατε το Νοσοκομείο Σωτηρία ως κεντρικό τόπο της αφήγησης και τι συμβολίζει για εσάς;
Δεν είναι τυχαία η επιλογή: τούτος ο χώρος συμπυκνώνει με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την ιστορία της χώρας για τα πρώτα εξήντα χρόνια του 20ου αιώνα. Μιλώντας για το Σωτηρία μιλώ για τα δράματα, τους αγώνες, τις ήττες, τις ελπίδες ολόκληρης της χώρας στην πρόσφατη ιστορία της.
–Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας ή κάποια ιστορία στο βιβλίο με την οποία νιώθετε ιδιαίτερα συνδεδεμένος/η;
Προσδοκία μου είναι μέσα από κάθε βιβλίο με ιστορικό θέμα να υποστηρίζω κι ένα ημιφωτισμένο πρόσωπο. Στο Χιόνι των Αγράφων ταυτίστηκα περισσότερο με τον αδίκως εκτελεσμένο Ταξίαρχο του Δημοκρατικού Στρατού Γεώργιο Γεωργιάδη, εδώ με την αφανή ποιήτρια και σύζυγο του Παντελή Πουλιόπουλου, Φιλησία Στάθη-Πουλιοπούλου, γιατί στο πρόσωπό της είδα μια ολόκληρη γενιά που δεν πρόλαβε και δεν μπόρεσε να ανθίσει.
-Ποια ήταν η πιο συγκινητική ή απρόσμενη ανακάλυψη που κάνατε κατά τη διάρκεια της συγγραφής;
Κατά τη διαδικασία της γραφής επιχείρησα, όπως και στο Χιόνι των Αγράφων, να ξαναβρώ την ποίηση ή τουλάχιστον κάποια στοιχεία απ’ τον ρυθμό, τις αναπνοές και τη χάρη της. Και τούτη η συνάντηση, επιτυχής ή ανεπιτυχής δεν είμαι εγώ για να το κρίνω, έρχεται να βεβαιώσει εκ νέου μια βαθιά ριζωμένη πεποίθησή μου, ότι διά της ποίησης μπορεί να εμπλουτιστεί, να βαθύνει και να ομορφύνει η πρόζα – με υπαρκτό πάντα τον κίνδυνο του ποιητικισμού.
–Πώς πιστεύετε ότι αλλάζει η ματιά του αναγνώστη απέναντι στην έννοια της ασθένειας, της φροντίδας και της ανθρώπινης αντοχής μέσα από το βιβλίο;
Υπό μία άλλη οπτική, το μυθιστόρημα αυτό είναι μια σπουδή στο θέμα του θανάτου, του σώματος και κυρίως της ασθένειας – που συνιστούν κοντά στην ιστορική και πολιτική, την υπαρξιακή διάσταση του μυθιστορήματός μου. Το αν αλλάζει ή όχι η οπτική του αναγνώστη εναπόκειται στον ίδιο. Ό,τι εγώ όφειλα να κάνω ήταν να παρουσιάσω τούτη τη διάσταση με ειλικρινή και γνήσιο τρόπο.
–Υπάρχουν προσωπικές εμπειρίες ή βιώματα που επηρέασαν άμεσα ή έμμεσα τη γραφή σας;
Ασφαλώς και δεν λείπει το βιωματικό στοιχείο, αλλά στην προκειμένη είναι βαθιά χωνεμένο μέσα στη μυθοπλασία, ώστε αν εξαιρέσουμε τα μεταμοντέρνα παιχνίδια με τον αφηγητή ή με την εμπλοκή του συγγραφέα στον μύθο, όλα τα λοιπά εμφανίζονται εξαιρετικά μεταμφιεσμένα σε βαθμό που να έχουν απομακρυνθεί αρκετά από καθετί προσωπικό μου.
–Αν μπορούσατε να προσθέσετε ένα ακόμη κεφάλαιο στο βιβλίο σήμερα, τι θα πραγματευόταν;
Το επόμενο κεφάλαιο είναι πάντα το επόμενο βιβλίο, που αυτήν ακριβώς την περίοδο γράφω. Πάλι η εκκίνηση και ο άξονας έχουν ιστορικό χαρακτήρα. Άλλωστε το Χιόνι των Αγράφων, το Νοσοκομείο Σωτηρία και αυτό που τώρα έχω ξεκινήσει συνιστούν μια τριλογία. Οπότε συνομιλούν και μεταξύ τους και με την πρόσφατη ιστορία του τόπου.
–Πώς ήταν η συνεργασία σας με τις Εκδόσεις Κίχλη και τι θεωρείτε ότι πρόσθεσε στην τελική μορφή του βιβλίου;
Είναι το τέταρτο βιβλίο που εκδίδω στην Κίχλη και νιώθω ευτυχής για την τιμή. Έχει μεράκι και αγάπη αυτός ο οίκος για τη λογοτεχνία, και δη την ελληνική, ώστε κάθε βιβλίο να είναι ένα εκδοτικό κόσμημα. Για να φτάσει το Νοσοκομείο Σωτηρία σε αυτή τη μορφή έπρεπε ο Αριστοτέλης Σαΐνης και η Γιώτα Κριτσέλη, που είχαν την ευθύνη της επιμέλειας, να κάνουν φύλλο και φτερό τα δοκίμια. Τους οφείλω πολλά, γιατί δίχως τη δική τους συνδρομή το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ κατώτερο σε γλωσσικό και τεχνικό επίπεδο.
–Πώς βλέπετε το μέλλον της νεοελληνικής λογοτεχνίας δεδομένης και της τεχνητής νοημοσύνης, θα δούμε βιομηχανοποιημένη λογοτεχνία και κατά πόσο θα έχει νόημα;
Κοντά σε αυτούς τους υπαρκτούς κινδύνους να προσθέσω, επίσης, την κατίσχυση της εικόνας, την απαξίωση του γραπτού λόγου και τη μείωση του αναγνωστικού κοινού. Θαρρώ όμως ότι υπάρχει ακόμη χώρος ή ακόμη και αν δεν υπάρχει οφείλουμε χάριν της λογοτεχνίας, της φιλαναγνωσίας και του πολιτισμού να τον κατασκευάσουμε. Ας φανεί παράδοξο, αλλά η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί, παρά τους γνωστούς κινδύνους που εγκυμονεί, να υποστηρίξει αυτό το έργο, εφόσον αξιοποιηθεί με σύνεση, σαν βοηθητικό εργαλείο του συγγραφέα.
Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε