/Η απαράμιλλη γλυπτική του παραβατικού μετρ Μπενβενούτο Τσελίνι

Η απαράμιλλη γλυπτική του παραβατικού μετρ Μπενβενούτο Τσελίνι

Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος, ζωγράφος. λογοτέχνης, θεωρητικός της τέχνης

O Μπενβενούτο Τσελίνι / Benvenuto Cellini, γεννήθηκε το 1500 στη Φλωρεντία. Καλλιτέχνης αργυροχρυσοχόος, γλύπτης, ζωγράφος, σχεδιαστής, στρατιώτης, μουσικός και συγγραφέας. Επηρεάστηκε βαθιά από την τέχνη του Μιχαήλ Αγγέλου, αλλά και τον «αμφισβήτησε» παρόλο που βασίστηκε σε πολλά μοτίβα και μελέτες του για τις μνημειακές γλυπτικές συνθέσεις του.

Τα σωζόμενα εμβληματικά γλυπτικά του έργα χάρισαν στον Cellini μεγάλη φήμη, όπως το μεγάλων διαστάσεων χάλκινο γλυπτό, που παριστάνει τον Περσέα να κρατά το κεφάλι της Μέδουσας και κοσμεί την Πιάτσα ντε λα Σινιορία της Φλωρεντίας, συγκρινόμενο με τον διάσημο υπερμεγέθη «Δαυίδ» του Μιχαήλ Αγγλελου.

Ο Τσελίνι θεωρείται ένας από τους χαρακτηριστικότερους κορυφαίους εκπροσώπους της ύστερης Αναγέννησης για το έργο και το περίτεχνο τεχνοτροπικό ύφος του. Ως τυπικός μανιεριστής επικεντρώθηκε στο πνεύμα της ομορφιάς, αλλά και απολάμβανε καυχώμενος για την παραβατική ζωή του. Δυστυχώς πολλά από τα υπέροχα έργα του σε χρυσό και ασήμι λιώθηκαν για την αξία του μετάλλου τους.

Ο Τσελίνι πολέμησε κατά την Λεηλασία και την καταστροφή της Ρώμης το 1527 από τα στρατεύματα του Καρόλου Ε’ και τον διέταξαν να λιώσει ως ειδικός τα ιερατικά κοσμήματα του πάπα Κλήμεντος Ζ’. Όταν φυλακίστηκε για την κλοπή των κοσμημάτων του Πάπα, επινόησε μια από τις σπουδαίες αφηγήσεις φυλακισμένου – συμπεριλαμβανομένης της δηλητηρίασης του – και της δήθεν θρησκευτικής μεταστροφής του. Ωστόσο, παρά την μεταμέλειά του, μετά την αποφυλάκισή του κατηγορήθηκε πάλι για τον φόνο του δολοφόνου του αδελφού του. Ο Τσελίνι διάδιδε κομπάζοντας ότι ο Πάπας τον συγχώρησε αφού «άντρες σαν τον Μπενβενούτο, μοναδικοί στο επάγγελμά τους, δεν υπόκεινται στο νόμο»!

Συνέχισε ακάθεκτος τις δράσεις του παρά το γεγονός είχε μολυνθεί από σύφιλη, αλλά και τις εναντίον του απόπειρες δολοφονίας από αντιπάλους επιχειρηματίες χρυσοχόους. Περιπλανήθηκε στις ηγεμονικές αυλές της Αναγεννησιακής Ιταλίας δημιουργώντας έξοχα μετάλλια και πολύτιμα αντικείμενα. Εργάστηκε για τους ισχυρότερους ηγεμόνες της εποχής του, στη Φλωρεντία, τη Ρώμη, τη Μάντοβα.

Το χάλκινο άγαλμα του Περσέα, που αποκαλύφθηκε στη Φλωρεντία το 1554 είναι μια ιδεατή, καθηλωτική «αυτοπροσωπογραφία» του. Απεικονίζει μια μοναχική ιδιοφυΐα, που μάχεται ενάντια σε όλους και με όλα για να μετατρέψει το αίμα σε μπρούντζο, δημιουργώντας έναν ήρωα για να ανταγωνιστεί το αναβαπτισμένο κλασικό παρελθόν. Στην πραγματικότητα, το άγαλμα, το δημιούργησε χρησιμοποιώντας μια μεγάλη ομάδα τεχνιτών και ποικίλων μεθόδων.

Στην μετέπειτα διαμονή του στο Παρίσι, διαδέχθηκε την υψηλή θέση του μέτρ Λεονάρντο ντα Βίντσι, ως αμειβόμενος καλλιτέχνης της Αυλής του βασιλιά, Φραγκίσκου Α’ της Γαλλίας. Ο Τσελίνι παράμεινε στη Γαλλία μέχρι το 1545. Αυτή την εξαιρετικά πλούσια παραγωγική του περίοδο επιστεγάζουν δύο ιδιότυπες δημιουργίες του. Πρόκειται για την εντυπωσιακή χρυσή Αλατιέρα (la saliera) του Βασιλιά, τυπικό δείγμα μανιεριστικής υπερβολής της ύστερης Αναγέννησης και την επιμήκη μπρούντζινη Νύμφη του Φοντενεμπλώ. Στην μυθολογική ανάγλυφη σύνθεση, μοντέλο είχε την νεαρή ερωμένη του που έγινε μετά από πολλά επεισόδια και σύζυγος του.

Ο Τσελίνι στην αυτοβιογραφία του, που άρχισε να γράφει το 1557, αποκαλύπτει τον εριστικό του χαρακτήρα, την περιπετειώδη του διάθεση και την μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό του και το μοναδικό ταλέντο του (La vita di Benvenuto di Maestro Giovanni Cellini, Fiorentino, scritta per lui medesimo). Πολλοί ιστορικοί ερευνητές θεωρούν ότι έγραψε τη «Vita» / «Η ζωή μου» στην προσπάθεια να πείσει τους μεταγενέστερους για την ιδιοφυΐα του.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ λάτρεψε τη «Vita», σχολιάζοντας: «Αυτή είναι αυτοβιογραφία! Ο υπέρτατος απατεώνας της Αναγέννησης αφηγείται την ιστορία της λαμπρότητας και της ντροπής του». Οι ιστορικοί τέχνης επίσης πήραν στοιχεία σχετικά για την καθημερινή ζωή στην Αναγέννηση. Όλη η αυτοβιογραφία ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Στα ποικίλα βιωματικά περιστατικά που αναφέρει ήταν φειδωλός με την περιγραφή των νεανικών του χρόνων, των βίαιων αντιδράσεων του και των αμφισεξουαλικών του προτιμήσεων. Αφηγείται όμως ότι τραυμάτισε έναν αντίπαλο χρυσοχόο το 1523 και εξορίστηκε από την πόλη. Εργαζόμενος στη Γαλλία παραδέχεται ότι ένα από τα μοντέλα του τον κατηγόρησε για βιασμό, αλλά δεν αναφέρει ότι το 1557 βρέθηκε ξανά ένοχος για σοδομισμό και καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση, την οποία του επέτρεψαν να κάνει στο σπίτι του και υπήρξε έτσι η χρονική αφορμή για την συγγραφή της αυτοβιογραφίας του. Πάντως είχε ερωτικές σχέσεις με όλα σχεδόν τα μοντέλα του και έκανε πολλά παιδιά, αν και κανένα δεν κρίθηκε άξιο από τον ίδιο να συνεχίσει επάξια την καλλιτεχνική του δημιουργία.

Η αυτοβιογραφία του ήταν μια έντεχνη αναπαράσταση της ζωής του και έγινε η διαθήκη του ανά τους αιώνες. Η συγγραφή της όμως σταμάτησε απότομα το 1562. Στα εννέα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το θάνατο του, τα γεγονότα με επίκεντρο την Δουκική οικογένεια της Φλωρεντίας είχαν δραματικό χαρακτήρα. Έγιναν όμως γνωστά γεγονότα από αναφορές σε δημόσια έγγραφα ότι το 1554 έγινε δεκτός από την φλωρεντινή αριστοκρατία. Στα 1556 φυλακίστηκε επίσης δύο φορές για λόγους «εγκληματικής ανηθικότητας». Το 1556 χειροτονήθηκε ιερέας και δύο χρόνια μετά, το 1560 απαλλάχτηκε από τον όρκο του και παντρεύτηκε μια γυναίκα που ήταν μοντέλο του. Το 1561 είχε λάβει δωρεά ενός σπιτιού από τον Δούκα στα πλαίσια των αμοιβών του για τον περίφημο «Περσέα». Στο έγγραφο παραχώρησης αναφέρεται ως «καλλιτέχνης μπρούντζινων αγαλμάτων και καταξιωμένος γλύπτης απαράμιλλης δόξας».

Τελικά πέθανε ώριμος το 1571 και τάφηκε με ιδιαίτερες τιμές στη Βασιλική του Ευαγγελισμού της Φλωρεντίας. Σημειωτέον την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο μεγάλος ζωγράφος Καραβάτζιο, που έγινε και αυτός διαβόητος για την εγκληματική του συμπεριφορά, όσο και για την ανυπέρβλητη μπαρόκ ζωγραφική του, έχοντας όμως πρόωρα άδοξο τέλος. Ο Τσελίνι σαγήνευσε πολλούς δημιουργούς ανά τους αιώνες, όπως τον Εκτόρ Μπερλιόζ, που σύνθεσε το 1838 την σπουδαία όπερα Benvenuto Cellini.

(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη στήλη Art and Business της εφημ. ΑΞΙΑ.)