Στο culturepoint.gr φιλοξενούμε τη συγγραφέα, κυρία Γεωργία Κακαλοπούλου, με αφορμή το μυθιστόρημα «Θεοί και Φύλακες», που επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Silk. Ένα βιβλίο που εξερευνά τα όρια της αγάπης, τις συγκρούσεις με τη μοίρα και τη δύναμη των αποφάσεων.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Κακαλοπούλου το βιβλίο σας «Θεοί και Φύλακες» μιλά για μια μοίρα βαριά, σχεδόν αβάσταχτη. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε μια ιστορία όπου η προφητεία και το μυστικό της γέννησης καθορίζουν τη ζωή μιας ηρωίδας;
Γ.Κ.: Με ώθησε η δύναμη που αντικρίζω στα μάτια και στις πράξεις ανθρώπων που γεννήθηκαν με ένα πιο δύσκολο, ένα σκληρό πεπρωμένο. Αυτοί που επιλέγουν να μην γίνουν έρμαιο των δυσχερειών τους και να προχωρήσουν κοιτώντας κατάματα τη ζωή, την αγάπη, το μέλλον. Η Ελένη, η κεντρική μου ηρωίδα γεννήθηκε για να φέρει το σκοτάδι, για να καταστρέψει, να αφανίσει. Δίχως να ερωτηθεί, δίχως να το επιλέξει, το πεπρωμένο της φανερώθηκε με ένα φρικτό πρόσωπο. Την έβαλα σε αυτή τη θέση και περίμενα από εκείνη να παλέψει με τον εαυτό της και τις καταστάσεις και να χρησιμοποιήσει την καρδιά της και την ελευθερία επιλογών της για να καταφέρει να πολεμήσει το πεπρωμένο της.
Η Ελένη είναι ηρωίδα που μπορεί να θυμώσει, να αγαπήσει, να σπάσει και να ξανασηκωθεί. Σε μια εποχή όπου τα πρότυπα συχνά προβάλλονται μονοδιάστατα, πώς επιλέξατε να παρουσιάσετε μια τόσο πολυδιάστατη γυναικεία φιγούρα; Έχετε κοινά με την πρωταγωνίστρια;
Γ.Κ: Έχω πολλά κοινά με την Ελένη όπως πιστεύω ακράδαντα πως οι περισσότερες γυναίκες στον κόσμο έχουν κοινά χαρακτηριστικά μαζί της. Κάθε τι μονοδιάστατο, όπως τα σύγχρονα πρότυπα, στερούνται βάθους και ουσίας, πράγμα που κάνει επιφανειακή την εποχή μας, άγευστη και ταυτόχρονα τρομακτική. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται καλύτερα τον εαυτό του και τον συνάνθρωπό του μέσα από ένα πρίσμα συναισθημάτων και πράξεων. Καταφέρνει να φτάσει στην ολοκλήρωση και να διαμορφώσει τον κόσμο με σύνεση και ομορφιά, βλέποντας, βιώνοντας και αντιμετωπίζοντας τα πράγματα από διάφορες πλευρές.
Η αγάπη στο βιβλίο σας δεν είναι εύκολη ούτε ανώδυνη. Είναι δύναμη που σώζει μα και καταστρέφει. Θεωρείτε ότι αυτός ο διπλός της χαρακτήρας αντανακλά τον τρόπο που ζούμε τον έρωτα και στην πραγματική ζωή;
Γ.Κ.: Ο έρωτας και η αγάπη. Τίποτε δεν είναι εύκολο με αυτά τα δυο συναισθήματα και την ίδια στιγμή όλα είναι πανεύκολα. Περίεργο αλλά αληθινό. Η αγάπη φέρει θυσία, κατανόηση, συμπόνια, νιάσιμο και τόσα άλλα που σε κάθε περίπτωση, όσο αθώα κι αν δείχνουν τόσο σημαντικά και πολλές φορές δύσκολα είναι. Το να αγαπάς οδηγεί στο να ανοίγεις τα χέρια διάπλατα, προσφέροντας τα σπλάχνα σου δίχως θωράκιση απέναντι στους ανθρώπους σου. Αυτό δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε ανώδυνο. Δίνεις και δίνεσαι, στην αγάπη, υπάρχει το απόλυτο όπως η αγάπη της μάνας για το παιδί. Ο έρωτας από την άλλη είναι ένα ενεργό ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί, είναι το πάθος και ο πόθος στην πιο απτή και εμμονική του μορφή, είναι μαυροκόκκινο σκοτάδι την ίδια στιγμή που ο έρωτας μπορεί να πάρει το πρόσωπο της πλατωνικής λατρείας, του απόλυτου, αέναου αθώου θαυμασμού, της καθολικής αφοσίωσης προς ένα πρόσωπο ή ένα ιδεώδες όπως ο έρωτας ενός ιερομόναχου για τον Θεό. Για μένα, και δυο είναι εξίσου θαυμαστά και τις περισσότερες φορές με τα όρια τους μη διακριτά.
Στους «Θεούς και Φύλακες», η φιλοδοξία, η εκδίκηση, η συγχώρεση εμφανίζονται εξίσου έντονα με την πίστη και τον έρωτα. Ποια από αυτά τα στοιχεία θεωρείτε ότι καθορίζουν πιο δυνατά την ανθρώπινη πορεία;
Γ.Κ.: Προσωπικά θεωρώ πως αυτό που μας καθορίζει είναι η πίστη και ο έρωτας. Η πίστη στον εαυτό μας, στις δυνάμεις μας, στους αγαπημένους, σε μια ανώτερη δύναμη, σε κάθε τι από το οποίο αντλούμε κουράγιο και θάρρος για ξεκινήσουμε ή και να συνεχίσουμε την πορεία μας στη ζωή. Την ίδια στιγμή, ο έρωτας παίζει έναν ακόμη κραταιό ρόλο. Δίχως να είμαστε ερωτευμένοι με τις ενασχολήσεις μας, με τον εαυτό και τους συνανθρώπους μας, αν δεν κατακαιγόμαστε στο πόθο για την ίδια την ζωή, δεν υπάρχει η πηγή που θα μας γεμίσει ενέργεια και πάθος για την πορεία μας. Όλα θα είναι άγευστα κι επίπεδα, όλα θα μοιάζουν μουντά και καταθλιπτικά . Η πίστη και ο έρωτας είναι τα λυχνάρια στην σκηνή της διαδρομής μας.
Η αφήγησή σας έχει κινηματογραφική ένταση και ποιητικό ύφος ταυτόχρονα. Πώς δουλεύετε τον ρυθμό της γραφής σας ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ότι «ζει» τη σκηνή, χωρίς να χάνεται η λυρικότητα; Βρήκατε δυσκολίες;
Γ.Κ.: Η αλήθεια είναι πως χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε ο αναγνώστης να μην ‘πνίγεται’ μέσα στον λυρισμό και την γλαφυρότητα, χάνοντας έτσι τις έντονες εξελίξεις της ιστορίας που στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι πολλές και αρκετά κινηματογραφικές. Προσπαθώ πάντα να βρίσκω το μέτρο, βάζω την θέση μου σε αυτή του αναγνώστη – όντας και η ίδια αναγνώστρια- και προσπαθώ να μην φορτώνω τα κείμενά μου παρόλο που αγαπώ ιδιαίτερα την ελληνική γλώσσα και τις δυνατότητες που μου προσφέρει. Δεν μπορώ να εντοπίσω έναν συγκεκριμένο ρυθμό σε αυτό το χαρακτηριστικό γραφής μου, απλώς, πιστεύω πως κρατάω, ό,τι με ευχαριστεί περισσότερο και απορρίπτω οτιδήποτε άλλο.
Το έργο σας θέτει το ερώτημα: η δύναμη βρίσκεται στη θεϊκή φύση ή στις ανθρώπινες επιλογές; Πώς απαντάτε εσείς ως δημιουργός σε αυτό το δίλημμα;
Γ.Κ.: Και στα δυο… Ας είμαστε ειλικρινείς, ως άνθρωποι, οι δυνάμεις μας φτάνουν- μακριά αν είμαστε υπομονετικοί και επίμονοι- αλλά ως ένα σημείο. Μπορούμε να κάνουμε θαύματα αλλά κι αυτά αν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και η θεία πρόνοια, κάτι που κάποιοι ονομάζουν τύχη, άλλοι συγκυρία, κάποιοι άλλοι, χάος. Για μένα η δύναμη βασίζεται σε δυο άρρηκτους παράγοντες. Θεϊκή φύση και ανθρώπινες επιλογές.
Τι θα θέλατε να κουβαλήσει ιδανικά μαζί του ο αναγνώστης, όταν αφήσει κάτω το «Θεοί και Φύλακες»; Μια εικόνα, ένα συναίσθημα ή μια ερώτηση που θα τον ακολουθεί;
Γ.Κ.: Βαθιά, απόλυτη, ριζική, συντριπτική, καθολική αναγνωστική μαγεία.