Η Χαριτίνη Βαζαίου συνομιλεί με τον Κωνσταντίνο Μανίκα, κι απαντά στις ερωτήσεις του με αφορμή τη μελοποίηση της ποιητικής της συλλογής “Άρση σιωπής” από τον Μανόλη Ανδρουλιδάκη.
1. Η ποιητική συλλογή σας “Άρση Σιωπής” μελοποιήθηκε από τον Μανόλη Ανδρουλιδάκη . Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;
Με τον Μανόλη Ανδρουλιδάκη γνωριστήκαμε το Νοέμβριο του 2019, στη παρουσίαση των βιβλίων μου “Άρση Σιωπής” (εκδ.Θερμαϊκός) και “Σφραγίδας Μελάνι”(εκδ.Θερμαϊκός), στο Μουσείο Γεωργίου Δροσίνη στη Κηφισιά, όντας καλεσμένος για να συνοδεύσει μουσικά με τη κιθάρα του τη Ρίτα Αντωνοπούλου η οποία ερμήνευσε δικά της τραγούδια και απήγγειλε ποιήματά μου. Ήταν από τις πιό αισθαντικές και συγκινητικές παρουσιάσεις που έχω κάνει μέχρι σήμερα. Στο τέλος της εκδήλωσης με πλησίασε ο Μανόλης κρατώντας στα χέρια του την Άρση Σιωπής και με ρώτησε εάν θα μπορούσε να μελοποιήσει κάποια από τα ποιήματά μου. Η χαρά μου ήταν τεράστια κι αναπάντεχη και η απάντησή μου φυσικά ήταν ένα μεγάλο ναι. Γνωρίζοντας το έργο του Μανόλη θεώρησα μεγάλη μου τιμή να εμπιστευτώ στα χέρια του και στη ψυχή του τη ψυχή μου. Η δημιουργία του και η δημιουργία μου είχαν την απόλυτη ταύτιση και αυτό μοιραζόμαστε με τον κόσμο.
2. Υπήρχε ως σκέψη η προοπτική της μελοποίησης και πόσο κοντά βρίσκεται το τωρινό αποτέλεσμα στην πιθανή δική σας αίσθηση για τη μουσικότητα του έργου;
Η προοπτική της μελοποίησης του έργου μου δεν υπήρξε ποτέ ως σκέψη κι αυτό γιατί η ποίησή μου είναι ελεύθερη, χωρίς μέτρο ή ρίμα, οπότε και εξαιρετικά δύσκολη για μελοποίηση. Εξάλλου δεν έγραφα με την προοπτική να γίνω στιχουργός. Αυτό που κατάφερε ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης με την Άρση Σιωπής ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο αλλά και μαγικό συνάμα. Ένιωθα σα να γράφαμε ταυτόχρονα, εκείνος τη μουσική κι εγώ τα λόγια, πολύ συγκινητικό και πιό υπέροχο απ’ ότι κι αν είχα φανταστεί, ήταν το απαύγασμα της ψυχής μου σε νότες. Το άλμπουμ είναι μουσικά κινηματογραφικό γιατί ακούγοντας τη μουσική και τον στίχο δημιουργούνται αυτόματα εικόνες και συναισθήματα με τις μπαλάντες, το ζεϊμπέκικο και το ματζόρε λαϊκό τραγούδι. Οι ερμηνεύτριες δε (με αλφαβητική σειρά, Ρίτα Αντωνοπούλου, Χριστιάνα Γαλιάτσου, Ολύνα Γιαλαμά, Βιολέτα Ίκαρη, Ελένη Κατσούλη, Αλεξάνδρα Κόκκα, Αγγελική Τουμπανάκη, Ιωάννα Φόρτη), εξαιρετικές όλες, ερμήνευσαν μοναδικά τα τραγούδια ταυτίζοντας τον χαρακτήρα τους με τη μουσική του Μανόλη και το έργο μου. Το αποτέλεσμα ονειρικό, το οποίο κι επιβεβαιώνει τη δύναμη της μουσικής όταν ενωθεί με την ποίηση.
3. Πώς αποτυπώνεται σε αυτό το έργο σας η δύναμη των ερωτικών συναισθημάτων;
Τα ερωτικά συναισθήματα έχουν μια κυρίαρχη δυναμική στην Άρση Σιωπής καθώς ο έρωτας είναι κινητήρια δύναμη. Στο έργο μου αυτό αποτυπώνεται σε όλες τις εκφάνσεις του έρωτα, στην πληρότητα αλλά και στο ανεκπλήρωτο, στην πίστη και στην προδοσία, στην παρουσία και στην απώλεια, στη σχέση του έρωτα και της ψυχής. Η κλίμακα των ερωτικών συναισθημάτων είναι πολύ μεγάλη και με μεγάλες επίσης αντιθέσεις γι’αυτό και οι απολαβές φέρουν τόσο την ευτυχία όσο και τον πόνο. Όλο αυτό εξάλλου αποτυπώνεται και στην αφήγησή μου σε πεζό λόγο με οργανικό υπόβαθρο στο άλμπουμ, δοσμένο με έναν πολύ ιδιαίτερο και συναισθηματικά φορτισμένο τρόπο από την τολμηρή και αριστουργηματική μουσική σύνθεση του Μανόλη Ανδρουλιδάκη.
4. Λείπουν από την ελληνική μουσική τα ολοκληρωμένα άλμπουμ που στηρίζονται σε ποιητικά έργα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν;
Υπάρχει η αίσθηση ότι λείπουν ολοκληρωμένα άλμπουμ που στηρίζονται σε ποιητικά έργα όπως παλαιότερα σαν αυτά των Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Μικρούτσικου αλλά πιστεύω πως δεν είναι δυσεύρετο φαινόμενο. Σίγουρα έχει αλλάξει η ελληνική μουσική παραγωγή με τα singles και τα playlists κι έτσι είναι πιο σπάνιο δυστυχώς να κυκλοφορήσει ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ μελοποιημένης ποίησης. Ευτυχώς όμως υπάρχουν σύγχρονοι συνθέτες όπως ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης ή ο Δημήτρης Παπαδημητρίου που έχουν κυκλοφορήσει άλμπουμ μελοποιημένης ποίησης. Στο παρελθόν ένα ποιητικό άλμπουμ θα έκανε τεράστια επιτυχία ενώ τώρα δεν θεωρείται mainstream, χάνεται στην πληθώρα των κυκλοφοριών και απευθύνεται σε ένα ιδιαίτερο κοινό, πιο εναλλακτικό.
5. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η λογοτεχνία είναι η τροφή της ψυχής που παράγει σκέψη, άποψη, προβληματισμό και φαντασία. Οδηγεί στην απελευθέρωση και τη λύτρωση για να καταλήξει στην κάθαρση. Η λογοτεχνία ανά τους αιώνες αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί το ισχυρότερο εργαλείο χειραφέτησης, ελεύθερης έκφρασης ιδεών και αξιών και τη θαυμάζεις ασχέτως εάν συμφωνείς ή διαφωνείς με την τέχνη του λόγου της.
6. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Οι αιτίες που οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο πιστεύω πως βρίσκονται στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, στην οικογένεια και στην κουλτούρα του Έλληνα. Στο σχολείο η λογοτεχνία συνδέεται με το μάθημα, την αποστήθιση και τη βαθμοθηρία, άρα είναι μία υποχρέωση με αρνητικό πρόσημο κι όχι μία τέχνη που παράγει τροφή για σκέψη, ευχαρίστηση και αξία. Στο σπίτι εάν δεν υπάρχει το βιβλίο στην καθημερινότητα και τον τρόπο ζωής των γονέων είναι πολύ δύσκολο να γίνει συνήθεια στα παιδιά. Κατ’ επέκταση και η κοινωνική ζωή της οικογένειας εάν περιορίζεται σε εκτός σπιτιού δραστηριότητες μόνο ή στην ενασχόληση με τα social media χωρίς να υπάρχει το διάβασμα στον ελεύθερο χρόνο απομακρύνει εντελώς τη λογοτεχνία από το να γίνει μια δημιουργική συνήθεια.
7. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Στην εποχή μας που όλα είναι πλέον εικόνα γιατί κάποιος να μπει στον κόπο να ασχοληθεί με τις λέξεις και να διαβάσει ένα βιβλίο, πόσο μάλλον να μυρίσει το άρωμα από τις σελίδες του. Η τεχνολογία είναι παντού και η διάσπαση προσοχής επίσης. Αυτό που οφείλουμε να καταλάβουμε όμως είναι ότι κάθε βιβλίο που διαβάζουμε μας κάνει πιο πλούσιους πνευματικά, ανοίγει νέους ορίζοντες στο μυαλό, πολλαπλασιάζει τον τρόπο σκέψης και αυξάνει την ενσυναίσθηση. Πιστεύω πως το βιβλίο στην ψηφιακή εποχή που ζούμε πρέπει να δίνεται επιβεβλημένα με συνταγή γιατρού για την ψυχική και τη νοητική μας υγεία.
8. Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Στη ζωή συμβαίνουν γεγονότα ή γνωρίζουμε ανθρώπους τυχαία κι όμως το τυχαίο μπορεί να αλλάξει τη ζωή, τη ρότα, τον τρόπο σκέψης και ενίοτε το μέλλον, να καταλήξουν δηλαδή αυτά τα τυχαία γεγονότα να γίνουν μοιραία και να συνδέσουμε έτσι την Τύχη με τη Μοίρα. Ας μην ξεχνάμε όμως πως σε όλη αυτή τη διαδρομή πρωταγωνιστές είμαστε εμείς και η θέλησή μας. Εγώ θα βαφτίσω το τυχαίο λάθος ή σωστό ως μοίρα, ως μάθημα ή ως σκαλοπάτι για να εξελιχθώ. Εγώ αποφασίζω εάν θα ακολουθήσω τον δρόμο που παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά μου ή εάν θα τον αγνοήσω και θα ακολουθήσω άλλη διαδρομή, επομένως ναι η Τύχη υπάρχει, η Μοίρα όμως είμαι εγώ και η επιλογή μου.