/Όταν το νόημα δεν αρκεί

Όταν το νόημα δεν αρκεί

Σκέψεις για τη βιωσιμότητα μιας ζωής, και γιατί το να έχει νόημα δεν είναι το ίδιο με το να αντέχεται.

Γράφει ο Αντώνης Χατζηπαναγιώτου

Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου για τον οποίο δύσκολα ανησυχούμε. Έχει δουλειά που τον αφορά, ανθρώπους που τον αγαπούν, έναν σκοπό που θα μπορούσε να περιγράψει αν τον ρωτούσαμε. Με κάθε γνώριμο κριτήριο, είναι «εντάξει». Κι όμως κάτι, αθόρυβα, λεπταίνει. Τα πρωινά ξεκινούν ήδη κουρασμένα. Οι καλές στιγμές έρχονται και φεύγουν χωρίς να αφήνουν ίχνος. Η αντοχή που κάποτε έκανε τη ζωή να μοιάζει αβίαστη στραγγίζει σιγά σιγά, χωρίς όνομα και χωρίς διάγνωση. Δεν βρίσκεται σε κρίση· απλώς έχει όλο και λιγότερο από εκείνο το κάτι που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να συνεχίζει.

Η εποχή μας έχει μια έτοιμη απάντηση γι’ αυτή την κατάσταση: βρες νόημα. Η ιδέα έχει βαθιές ρίζες. Ο Βίκτορ Φρανκλ (Frankl, 1985), επιζών των ναζιστικών στρατοπέδων, υποστήριξε ότι η αναζήτηση νοήματος είναι η πρωταρχική κινητήρια δύναμη του ανθρώπου, και ότι όποιος έχει ένα «γιατί» μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε «πώς». Είναι μια όμορφη, παρηγορητική σκέψη, και ως ένα σημείο αληθινή. Όταν όμως προσπάθησα να τη μετρήσω, κάτι δεν ταίριαξε.

Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκα, ως ανεξάρτητος ερευνητής, με ένα φαινομενικά απλό ερώτημα: τι κρατά έναν άνθρωπο ψυχολογικά «όρθιο» μέσα στον χρόνο; Έφτιαξα κάποιες κλίμακες, ρώτησα μερικές εκατοντάδες ανθρώπους από διάφορες χώρες, και δοκίμασα αν τα κομμάτια ταιριάζουν μεταξύ τους. Ανάμεσα στα ευρήματα, ένα με ξάφνιασε και δεν με έχει αφήσει έκτοτε. Όταν μέτρησα πόσο νόημα έβρισκαν οι άνθρωποι στη ζωή τους, με ένα καθιερωμένο ερωτηματολόγιο (Steger et al., 2006), περίμενα ότι αυτό θα συμβάδιζε με το πόσο «βιώσιμη» ένιωθαν τη ζωή τους. Δεν συνέβη. Τα δύο φάνηκαν σε μεγάλο βαθμό ασύνδετα.

Άνθρωποι που έβρισκαν τη ζωή τους βαθιά γεμάτη νόημα δεν ήταν, κατά μέσο όρο, πιο προστατευμένοι από εκείνη τη σιωπηλή φθορά απ’ ό,τι άνθρωποι που δεν την έβρισκαν (Chatzipanagiotou, 2026).

Μπορείτε να διαβάσετε την δημοσίευση στο Humanities and Social Sciences (Nature Portfolio)

https://doi.org/10.1057/s41599-026-07916-3

Το αποτέλεσμα αξίζει λίγη σκέψη, γιατί έρχεται κόντρα σε πολλά από όσα ακούμε. Ίσως ο λόγος είναι ότι το νόημα απαντά σε ένα ερώτημα αξίας, ενώ η βιωσιμότητα απαντά σε ένα ερώτημα φορτίου. Μπορεί κανείς να είναι απολύτως βέβαιος ότι η ζωή του μετράει, και ταυτόχρονα να κουβαλά περισσότερα απ’ όσα αντέχει η δομή του. Το νόημα είναι αληθινό· απλώς δεν είναι το κομμάτι που υποχωρεί.

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που υποχωρεί; Η δουλειά μου προτείνει ότι η βιωσιμότητα στηρίζεται σε πέντε πιο αθόρυβες, δομικές προϋποθέσεις που λειτουργούν μαζί. Πρώτη, το είδος του άγχους που κουβαλάμε: όχι η ποσότητα, αλλά αν παραμένει το είδος που ενεργοποιεί ή αν έχει γίνει εκείνο που φθείρει, μια διάκριση που ο Χανς Σελιέ (Selye, 1975) είχε ονομάσει «ευ-άγχος» έναντι δυσφορικού άγχους. Δεύτερη, μια αίσθηση επιτυχίας που είναι «αρκετή» και ενσωματωμένη, και όχι κούφια. Τρίτη, ένας ρυθμός που μας επιτρέπει να αφομοιώνουμε τις σημαντικές στιγμές αντί να τις προσπερνάμε. Τέταρτη, ένα περιβάλλον που μας ταιριάζει, όπου οι πράξεις μας βγάζουν νόημα. Και πέμπτη, η ικανότητα να φανταζόμαστε ένα μέλλον — μια λειτουργία που, όπως έχουν δείξει οι Schacter και Addis (2007), στηρίζεται στα ίδια νοητικά συστήματα με τη μνήμη. Όταν κάποιος δεν μπορεί πια να δει τον εαυτό του του χρόνου, το παρόν χάνει το βάρος του.

Καμία από αυτές δεν είναι καινούργια ιδέα από μόνη της· η ψυχολογία τις έχει μελετήσει σε διάφορες μορφές, από την επαγγελματική εξουθένωση (Maslach & Leiter, 2016) ως την ευημερία (Ryff, 1989). Το στοίχημα είναι ότι η βιωσιμότητα ζει στον συνδυασμό τους, στο πώς αλληλοστηρίζονται ή αλληλοϋπονομεύονται.

Στο μοντέλο, αυτές οι πέντε προϋποθέσεις τοποθετούν ένα άτομο πάνω σε έναν άξονα που εκτείνεται από την πληρότητα ως την κατάρρευση. Το όνομα που του έδωσα είναι σκόπιμα σκληρό, γιατί το κάτω άκρο του αγγίζει εδάφη που δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχουν: εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να νιώθει ότι η προσπάθειά του αξίζει σε οποιονδήποτε, ακόμη και στον ίδιο. Συνήθως στρέφουμε εκεί την προσοχή μας μόνο αφού κάτι έχει ήδη σπάσει

— και, όπως μας θυμίζει με νηφαλιότητα η έρευνα, ακόμη και οι καλύτεροι δείκτες κινδύνου προβλέπουν φτωχά τι θα συμβεί βραχυπρόθεσμα (Franklin et al., 2017). Η αξία του να χαρτογραφήσει κανείς τη δομή που προηγείται είναι ότι η δομή, σε αντίθεση με μια διάθεση, είναι κάτι που μπορεί κανείς να φροντίσει.

Οφείλω να είμαι ειλικρινής για το πόσο πρώιμα είναι όλα αυτά. Πρόκειται για μία μελέτη, ενός ανθρώπου, βασισμένη σε αυτο-αναφορές και σε μια «φωτογραφία» μιας στιγμής, και όχι σε παρακολούθηση των ίδιων ανθρώπων στον χρόνο. Δεν μπορώ ακόμη να πω ότι η φθορά σε αυτές τις προϋποθέσεις προηγείται της κατάρρευσης, παρά μόνο ότι τη συνοδεύει. Το προσφέρω ως έναν φακό, όχι ως νόμο, και η πιο χρήσιμη δουλειά που μπορεί να κάνει ένας φακός είναι να αφήσει κι άλλους να κοιτάξουν μέσα από αυτόν.

Η ενασχόλησή μου με αυτά τα ερωτήματα δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή. Ως αυτιστικός, η άρρητη «αρχιτεκτονική» της κοινωνικής και συναισθηματικής ζωής ήταν κάτι που χρειάστηκε να το μάθω ρητά, αντί να το απορροφήσω αβίαστα, και αυτό με έκανε να ψάχνω για δομή εκεί που οι άλλοι βλέπουν κάτι ασαφές. Ίσως αυτό το κείμενο να είναι, στο βάθος, μια προέκταση εκείνης της συνήθειας.

Τίποτα από όλα αυτά δεν αναιρεί την αξία του νοήματος. Το νόημα είναι αυτό που αναζητούμε όταν θέλουμε μια ζωή να αξίζει να τη ζει κανείς, και του ανήκει η θέση που του δίνουμε. Απλώς, ίσως, δεν είναι αυτό που κρατάει τα φώτα αναμμένα. Δίπλα στο παλιό ερώτημα — «έχει νόημα η ζωή μου;» — ίσως αξίζει να ρωτάμε, με την ίδια σοβαρότητα, ένα δεύτερο: «είναι βιώσιμη;».

Και να μένουμε ανοιχτοί στο ενδεχόμενο τα δύο να μην είναι το ίδιο ερώτημα. Για πολλούς ανθρώπους, αθόρυβα και αόρατα, έχουν ήδη πάρει διαφορετικούς δρόμους.

 

Βιβλιογραφία

Chatzipanagiotou, A. (2026). The Equation of Enough and the Actualization Death Threshold: Preliminary validation of a structural model of existential sustainability and collapse. Humanities and Social Sciences Communications. https://doi.org/10.1057/s41599-026-07916-3

Franklin, J. C., Ribeiro, J. D., Fox, K. R., Bentley, K. H., Kleiman, E. M., Huang, X., Musacchio, K. M., Jaroszewski, A. C., Chang, B. P., & Nock, M. K. (2017). Risk factors for suicidal thoughts and behaviors: A meta-analysis of 50 years of research. Psychological Bulletin, 143(2), 187–232. https://doi.org/10.1037/bul0000084

Frankl, V. E. (1985). Man’s search for meaning. Simon & Schuster.

Maslach, C., & Leiter, M. P. (2016). Understanding the burnout experience: Recent research and its implications for psychiatry. World Psychiatry, 15(2), 103–111. https://doi.org/10.1002/wps.20311

Ryff, C. D. (1989). Happiness is everything, or is it? Explorations on the meaning of psychological well-being. Journal of Personality and Social Psychology, 57(6), 1069–1081. https://doi.org/10.1037/0022-3514.57.6.1069

Schacter, D. L., & Addis, D. R. (2007). The cognitive neuroscience of constructive memory: Remembering the past and imagining the future. Philosophical Transactions of the Royal Society B, 362(1481), 773–786. https://doi.org/10.1098/rstb.2007.2087

Selye, H. (1975). Stress and distress. Comprehensive Therapy, 1(8), 9–13.

Steger, M. F., Frazier, P., Oishi, S., & Kaler, M. (2006). The meaning in life questionnaire: Assessing the presence of and search for meaning in life. Journal of Counseling Psycho

logy, 53(1), 80–93. https://doi.org/10.1037/0022-0167.53.1.80