Ο συγγραφέας Αγησίλαος Καλαμαράς μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου “Ανθρωπιστικό Μανιφέστο”.
1. Κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο “Ανθρωπιστικό μανιφέστο” από τις εκδόσεις Ίαμβος;. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια παρέμβαση στο πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής σκέψης, παρουσιάζοντας τον ανθρωπισμό όχι ως αφηρημένη έννοια ή ηθικό σύνθημα, αλλά ως ενεργή στάση ζωής και καθημερινή πράξη. Το έργο αυτό συνδέει την παιδεία, τον πολιτισμό και τις αξίες σε ένα ενιαίο πλαίσιο λόγου, προτείνοντας έναν πιο συμμετοχικό και υπεύθυνο ρόλο για τον σύγχρονο άνθρωπο απέναντι στην απανθρωπιά, την αδικία και την κοινωνική αποξένωση. Ο Ανθρωπισμός είναι η πολιτική της αξιοπρέπειας και η ηθική της ευθύνης γι’ αυτό και μπορεί να επανέλθει στην κοινωνική μας ζωή μόνο όταν πάψουμε να μετράμε τον κόσμο με το μέτρο του δικού μας συμφέροντος και αρχίσουμε να τον κοιτάζουμε με τα μάτια του διπλανού μας. Γιατί η ανθρωπιά είναι το αντίδοτο στον κυνισμό, το βάλσαμο στις πληγές της κοινωνίας και του αυταρχισμού, το φως που διαλύει το σκοτάδι.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; Τι σηματοδοτεί;
Διάλεξα τον τίτλο «Ανθρωπιστικό Μανιφέστο» γιατί ήθελα να δηλώσω εξαρχής πως αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς ένα ακόμη δοκίμιο, ούτε μια ήπια ηθικολογία. Είναι διακήρυξη προθέσεων, μια απόπειρα να ειπωθεί δυνατά ότι ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στο κέντρο της πολιτικής και κοινωνικής διαδικασίας. Αποτελεί μια κραυγή ενάντια στην απανθρωπιά που φυλακίζει τις ψυχές μας. Μια πρόσκληση σε έναν κόσμο όπου η αλληλεγγύη νικά τον ατομισμό, η δικαιοσύνη υπερβαίνει τον φόβο και η παιδεία γίνεται το σπαθί και η ασπίδα του ελεύθερου πολίτη. Ο τίτλος αυτός σηματοδοτεί μια “αντεπίθεση” της ανθρωπιάς. Απευθύνεται σε όσους δεν παραιτούνται, σε όσους εξακολουθούν να ονειρεύονται, σε όσους τολμούν να αγωνιστούν για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο.
3. Τι είναι αυτό που καθιστά τον ανθρωπισμό κάτι παραπάνω από μια ακόμη ιδεολογία;
Ο ανθρωπισμός δεν είναι μία ακόμη ιδεολογία, διότι δεν εγγράφεται στον κατάλογο των δογμάτων που ζητούν υπακοή, αλλά ανυψώνεται ως κριτήριο αδιαπραγμάτευτο, ως μέτρο της ιστορίας και της πολιτικής που προηγείται κάθε στρατοπέδου, καθώς ελέγχει κάθε σύστημα, απαιτώντας κάθε πολιτική απόφαση να υπηρετεί την ανθρώπινη ζωή και όχι να την συνθλίβει. Ο ανθρωπισμός, λοιπόν, είναι εξέγερση της συνείδησης απέναντι στον κυνισμό, απαιτώντας να ξαναγίνουμε άνθρωποι εδώ και τώρα, χωρίς αναβολές και χωρίς φόβο.
4. Μπορεί να “επιβιώσει” η ηθική στη σύγχρονη εποχή; Πώς μπορούν οι βασικές πανανθρώπινες αξίες να γίνουν κοινό πρόταγμα;
Η ηθική στη σύγχρονη εποχή μπορεί να “επιβιώσει” μόνο αν ξαναγίνει τρόπος ζωής, δηλαδή κάτι που παράγει κόστος, επιλογές και συνέπειες. Στη σύγχρονη εποχή το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι «δεν ξέρουν» το καλό, αλλά ότι συχνά δεν βρίσκουν λόγο να το κάνουν. Η ηθική, λοιπόν, δεν πεθαίνει από άγνοια, αλλά από την αίσθηση της ματαιότητας πως «τίποτα δεν αλλάζει».
Κι όμως, η ηθική μπορεί να επιβιώσει, αρκεί οι πανανθρώπινες αξίες να γίνουν κοινό πρόταγμα. Γιατί οι αξίες δεν γίνονται κοινές όταν τις φωνάζουμε πιο δυνατά, αλλά όταν τις μεταφράζουμε σε απλούς, καθολικούς κανόνες όπως να μην προσβάλουμε τον συνάνθρωπό μας, να μην λέμε ψέματα, να μην εκμεταλλευόμαστε την αδυναμία, να μην αφήνουμε κανέναν αβοήθητο. Οι αξίες γίνονται κοινό πρόταγμα μόνο όταν γίνονται κοινωνική συνήθεια, δημιουργώντας μια γλώσσα συμπερίληψης που προάγει την εμπιστοσύνη, τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια.
5. Αν η Παιδεία παίζει τον κυριότερο ρόλο στην αλλαγή πλεύσης, ποιες θα ήταν οι τρεις αρχικές παρεμβάσεις που θα έπρεπε να υπάρξουν στο εκπαιδευτικό σύστημα;
Η παιδεία αποτελεί το θεμέλιο για την πραγματοποίηση του ανθρωπιστικού οράματος. Γιατί μέσα στα σχολεία μας διαμορφώνεται η ψυχή του αυριανού πολίτη, καθώς εκεί σμιλεύεται το ήθος της κοινωνίας και ριζώνουν οι αξίες του αύριο. Από τα σχολεία θα ξεκινήσει η αντεπίθεση της καλοσύνης απέναντι στη βαρβαρότητα. Από τα σχολεία θα γεννηθεί η επανάσταση της σκέψης απέναντι στην αδιαφορία. Αν η Παιδεία είναι πράγματι το τιμόνι που αλλάζει πλεύση σε μια κοινωνία, τότε οι τρεις πρώτες παρεμβάσεις οφείλουν να χτυπήσουν στον πυρήνα. Αρχικά, οφείλουμε να μετατοπίσουμε το κέντρο βάρους από την αποστήθιση στην κριτική σκέψη και στη δυνατότητα του μαθητή να τεκμηριώνει, να αμφισβητεί, να συνθέτει. Δεύτερον, είναι απαραίτητο να αλλάξουμε την ίδια τη λογική της αξιολόγησης, με λιγότερη εξετασιοκεντρική πίεση και περισσότερη ουσιαστική αποτίμηση της προόδου, ώστε η γνώση να ξαναγίνει εμπειρία, και η μάθηση να πάψει να είναι κυνήγι βαθμών και να γίνει καλλιέργεια ανθρώπων. Τρίτον, αποτελεί αδήριτη ανάγκη να στηρίξουμε τον εκπαιδευτικό, ώστε να μην είναι ένας μοναχικός “ήρωας” που σηκώνει όλο το βάρος, αλλά ένας καθοδηγητής με εργαλεία, χρόνο και κύρος· Πιστεύω ακράδαντα πως η αντεπίθεση απέναντι στην απανθρωπιά δεν μπορεί να ξεκινήσει με κραυγές μίσους, αλλά με φωνές δασκάλων που εμπνέουν. Δεν μπορεί να στηριχθεί στη βία, αλλά στη δύναμη της σκέψης και της αρετής. Δεν μπορεί να έρθει με όπλα, αλλά με βιβλία.
6. Κάθε πολιτικό σύστημα στηρίζεται στους Θεσμούς του ώστε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους πολίτες. Όσο αυτή μοιάζει πλέον να χάνεται, ποια θεσμικά βήματα μπορούν να οδηγήσουν στην ανάκτησή της;
Η εμπιστοσύνη δεν επιστρέφει με συνθήματα αλλά με θεσμικές εγγυήσεις που ο πολίτης τις βλέπει να λειτουργούν στην πράξη. Αρχικά, είναι απαραίτητη η διαφάνεια παντού, με ανοικτά δεδομένα για δαπάνες, συμβάσεις και αποφάσεις των κρατικών υπηρεσιών. Απαιτείται, παράλληλα, η γρήγορη και αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, γιατί όταν η Δικαιοσύνη αργεί, ο πολίτης αισθάνεται ότι η ισχύς αντικαθιστά το δίκαιο. Μάλιστα, αποτελεί απαίτηση της εποχής να επικρατήσει η αξιοκρατία σε προσλήψεις και διοίκηση, με κανόνες που δεν θα αλλάζουν ανάλογα με το ποιος κυβερνά, ώστε η Πολιτεία να πάψει να μοιάζει με λάφυρο. Τέλος, χρειάζεται η άμεση συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, γιατί η εμπιστοσύνη γεννιέται όταν ο πολίτης νιώθει συμμέτοχος και όχι θεατής των εξελίξεων. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε όσους δεν παραιτούνται, σε όσους ονειρεύονται, σε όσους αναζητούν μια ριζική αλλαγή προς έναν πιο ανθρώπινο κόσμο. Απευθύνεται στους νέους που διψούν για μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης και στους πολίτες που θέλουν να περάσουν από την αγανάκτηση στη δράση και από τον μονόλογο στην κοινότητα. Τελικά, το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε όλους όσους αναζητούν το αδύνατο. Γιατί μόνο εκεί κατοικεί η ελπίδα…
7. Το οικονομικό κέρδος είναι κάτι που πρέπει να δαιμονοποηθεί ή το ζητούμενο βρίσκεται στα μέσα απόκτησης και τον τρόπο χρήσης του;
Το οικονομικό κέρδος δεν είναι από μόνο του ούτε αρετή, ούτε αμαρτία. Είναι εργαλείο, και όπως κάθε εργαλείο κρίνεται από τα χέρια που το κρατούν και τους σκοπούς που υπηρετεί. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε τον πλούτο, αλλά να φωτίσουμε τα μέσα απόκτησής του και τον τρόπο χρήσης του. Όταν γεννιέται από εργασία, δημιουργία, καινοτομία και δίκαιους κανόνες, μπορεί να γίνει μοχλός προόδου. Όταν όμως παράγεται από εκμετάλλευση, διαφθορά, μονοπώλια ή καταπάτηση δικαιωμάτων, μετατρέπεται σε κοινωνική πληγή. Το ίδιο ακριβώς ισχύει μετά την απόκτησή του. Κέρδος που επιστρέφει ως επένδυση στην ποιότητα της ζωής -στην παιδεία, στην υγεία, στους μισθούς, στην κοινότητα- λειτουργεί ως δύναμη συνοχής, ενώ κέρδος που αποθησαυρίζεται ως αυτοσκοπός, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, διαβρώνει την εμπιστοσύνη και βαθαίνει τις ανισότητες. Δεν μας απειλεί, λοιπόν, το κέρδος καθαυτό, αλλά η ιδεολογία που το θεοποιεί και το αποσυνδέει από την ευθύνη, γιατί μια κοινωνία δεν χρειάζεται λιγότερη δημιουργία, αλλά περισσότερη δικαιοσύνη στον τρόπο που μοιράζεται και αξιοποιείται ο καρπός της.
8. Τι πιστεύετε ότι θα μείνει ως απόσταγμα στον αναγνώστη;
Σαν απόσταγμα στον αναγνώστη θα ήθελα να μείνει πως ο ανθρωπισμός δεν είναι το παρελθόν που νοσταλγούμε, αλλά το μέλλον που οφείλουμε να χτίσουμε. Να καταλάβουμε ότι ο κόσμος που ονειρευόμαστε αρχίζει από τον κάθε έναν από εμάς. Από το βλέμμα μας, από τη φωνή μας, από τις επιλογές μας. Γιατί, ο ανθρωπισμός δεν είναι θεωρία που διαβάζουμε στα βιβλία., αλλά πράξη που εφαρμόζεται στην καθημερινή μας ζωή. Είναι το χέρι που θα απλώσουμε για να βοηθήσουμε κάποιον να σηκωθεί. Είναι ο λόγος που δεν θα πούμε, για να μην πληγώσουμε. Είναι η συγγνώμη που θα ζητήσουμε, όταν κάνουμε λάθος. Ο κόσμος που θέλουμε δεν είναι μακριά. Είναι ένα χαμόγελο πιο πέρα. Και αν ποτέ νιώσουμε μικροί μπροστά στο μέγεθος των προβλημάτων, ας θυμόμαστε πως ούτε το φως ούτε η ανθρωπιά έχουν ανάγκη από πολύ θόρυβο για να υπάρξουν, αλλά μόνο από ανθρώπινη παρουσία. Ας είμαστε, λοιπόν, αυτή η παρουσία. Όχι γιατί είναι εύκολο, αλλά γιατί είναι το μόνο που αξίζει.
9. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Οι Έλληνες τείνουν να διαβάζουν λιγότερη λογοτεχνία όχι επειδή δεν αγαπούν το βιβλίο, αλλά επειδή συναντούν συστηματικά εμπόδια που απομακρύνουν το διάβασμα από την καθημερινότητα, καθώς η κούραση ωθεί σε πιο εύκολες μορφές ψυχαγωγίας. Η πίεση του χρόνου και η οικονομική ανασφάλεια κάνουν τον ελεύθερο χρόνο να μοιάζει πολυτέλεια, ενώ ο ψηφιακός κατακερματισμός ανταγωνίζεται τη συγκέντρωση που απαιτεί η λογοτεχνία. Τέλος, παρατηρείται μια ευρύτερη πολιτισμική μετατόπιση, όπου το βιβλίο δεν προβάλλεται ως κοινωνικό γεγονός αλλά ως ατομική άσκηση, αποκομμένη από τις κοινωνικές διεργασίες. Επομένως, η λογοτεχνική ανάγνωση στην Ελλάδα δεν χάνεται επειδή δεν έχει δύναμη, αλλά επειδή δεν βρίσκει χώρο να ριζώσει μέσα σε μια καθημερινότητα που πιέζει, σε μια εκπαίδευση που συχνά εξαντλεί και σε μια κουλτούρα που έμαθε να ανταμείβει το γρήγορο αντί για το βαθύ.
10. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή, δεν είναι πια το “μονοπώλιο” της γνώσης. Είναι κάτι πιο σπάνιο και γι’ αυτό πιο πολύτιμο, καθώς αποτελεί το αντίβαρο στην ταχύτητα του διαδικτύου. Η οθόνη σε γεμίζει πληροφορία, ενώ το βιβλίο σε γεμίζει εμπειρία. Ο ρόλος του, λοιπόν, σήμερα είναι να προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αντισταθεί στον κατακερματισμό της προσοχής που προκαλεί το διαδίκτυο, διδάσκοντας και πάλι τη συγκέντρωση, τη σιωπή, τη συνέχεια, την εσωτερικότητα. Τελικά το βιβλίο έρχεται να προσφέρει κάτι που καμία ροή ειδήσεων δεν μπορεί να υποκαταστήσει: την εμπειρία της εσωτερικής μεταμόρφωσης, εκεί όπου ο άνθρωπος δεν «καταναλώνει» άκριτα πληροφορίες, αλλά συνομιλεί με μια εποχή, με έναν χαρακτήρα και, τελικά, με τον ίδιο του τον εαυτό.
11. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Αν είχα έναν μήνα “καραντίνα”, θα ήθελα πέντε βιβλία που να με κρατούν ζωντανό, βιβλία που δεν θα με διασκεδάζουν απλώς, αλλά θα μου υπενθυμίζουν να παραμείνω άνθρωπος. Αρχικά, θα επέλεγα την “Πανούκλα” του Αλμπέρ Καμύ, γιατί αποτελεί το «ευαγγέλιο» της αξιοπρέπειας μέσα στον φόβο. Δίπλα, θα τοποθετούσα τους “Αδελφούς Καραμαζόφ” του Ντοστογιέφσκι, γιατί χωράνε ολόκληρη την ανθρώπινη ψυχή, προβάλλοντας την πίστη και την αμφιβολία, το έλεος και τη σκληρότητα, την ενοχή και τη λύτρωση. Ξεχωριστή θέση θα είχε και το “1984” του Όργουελ, για να θυμάμαι πόσο εύκολα κανονικοποιούνται η επιτήρηση, ο φόβος και η χειραγώγηση. Δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει το “Άξιον Εστί” του Ελύτη, γιατί σε μια καραντίνα η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά τρόπος να μη γίνει η μοναξιά φυλακή. Kαι κάπου ανάμεσα, ο “Μικρός Πρίγκιπας” του Σαιντ-Εξυπερύ, ως υπενθύμιση ότι τα πιο σοβαρά πράγματα λέγονται συχνά με την πιο απλή γλώσσα, για να μην ξεχνάμε πως μόνο με την καρδιά μπορούμε να βλέπουμε τον κόσμο καθαρά.