Γράφει ο Πέτρος Χατζησωτηρίου, φαρμακοποιός – κριτικός λογοτεχνίας
Πιάνεις να διαβάσεις ένα βιβλίο απ’ τους μεγάλους συγγραφείς του παγκόσμιου λογοτεχνικού στερεώματος και δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις. Την επιλογή του θέματος, τη διαχείριση του υλικού ή το συγκείμενο. Εδώ ο Μπροχ μεγαλούργησε και στα τρία αυτά σημεία.
Το έργο αποτελείται από τρία μυθιστορήματα που θα μπορούσαν να σταθούν κι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο αλλά πολύ σοφά συμπεριελήφθησαν σε έναν τόμο διότι συνδέονται πολύ στενά μεταξύ τους και δίνουν εν τέλει ένα αποτέλεσμα εντυπωσιακό.
Κάθε μυθιστόρημα τιτλοφορείται με το όνομα του πρωταγωνιστή και μία έννοια.
Στο πρώτο μυθιστόρημα αναλύεται ο Ρομαντισμός αλλά όχι μόνο ως ρεύμα που νοηματοδοτείται από μια αυτονόητη συναισθηματική κατάσταση αλλά και υπό το πρίσμα της ηθικής. Είναι η ζωή και οι κανόνες που τη διέτρεχαν πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και που αποδίδονται πολύ όμορφα με ένα δευτερεύοντα χαρακτήρα που προτιμάει να σκοτωθεί σε μονομαχία που ο ίδιος προκάλεσε για την «τιμή του ονόματός του» ή με το πρωταγωνιστή και τις θυσίες στις οποίες αυτοβούλως υποβάλλεται για να σώσει μια άγνωστή του αλλοδαπή αρτίστα του δρόμου από την κατρακύλα της ζωής της. Οι άνθρωποι της εποχής ήταν πάμπτωχοι οικονομικά αλλά πλούσιοι σε συναισθήματα και με ηθικό έρμα.
Στο δεύτερο μυθιστόρημα που φέρει τον τίτλο Αναρχία ο προβολέας του Μπροχ εστιάζει στις πολιτικές διεργασίες μέσα στην κοινωνία αμέσως μετά τον Α’ ΠΠ. Είναι η εποχή που γεννιούνται τα μεγάλα πολιτικά ρεύματα, ο Σοσιαλισμός, ο Κομμουνισμός κι η Αναρχία αλλά όχι ως μοντέλο διακυβέρνησης παρά ως αντίδραση σε όλα τα άλλα. Όχι τυχαία συχνά ο συγγραφέας αναφέρεται σ’ αυτήν με τους όρους αναστάτωση ή αναταραχή ως συνώνυμες. Εκεί ο Μπροχ εντόπισε τους σπόρους που όταν βλάστησαν οδήγησαν στην απαξίωση των πάντων. Είναι μια εικοσαετία πλήρους ρευστότητας των πάντων.
Στο τρίτο μυθιστόρημα εξετάζεται ο Πραγματισμός που είναι κι ο τίτλος του. Εδώ το εγχείρημα καθίσταται εμφανώς δυσκολότερο αλλά ο συγγραφέας με τους πρωταγωνιστές που κράτησε ίδιους, τις ιστορίες τους αλληλοδιαπλεκόμενες και εξελισσόμενες από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα θέλει να υπαινιχθεί ότι ο Πραγματισμός προέκυψε ως αναγκαιότητα μετά το Ρομαντισμό που πλέον είναι παρελθόν και την Αναρχία που δεν κατάφερε να βρει γόνιμο έδαφος την κοινωνία και να ριζώσει.
Στο βιβλίο, που δεν μπορεί να καταταχθεί σε κανένα είδος, παρατηρούμε μια επίδειξη από το συγγραφέα απόδοσης πολλών ειδών αφηγηματικής τεχνικής ή λογοτεχνικού είδους που εκτείνονται από την περιγραφική αφήγηση με την οποία ξεκινάει το έργο, προχωράει στην πρόζα, μετέρχεται από την ποίηση και καταλήγει στο φιλοσοφικό στοχασμό.
Μάλιστα, στο τελευταίο μυθιστόρημα παρεμβάλει κάθε τόσο κεφάλαια με τον εύγλωττο τίτλο «Κατάρρευση των Αξιών» με αρίθμησή τους που θα μπορούσαν κάλλιστα αν συγκεντρωθούν να αποτελέσουν ένα φιλοσοφικό δοκίμιο. Η διαπραγμάτευση των εννοιών με τις οποίες καταπιάστηκε είναι τόσο βαθιά και με λόγο τόσο περίτεχνο που πολλές φορές γίνεται δυσνόητος, χαοτικός θα τολμούσα να πω κι αξιώνει πολλές αναγνώσεις. Σε κάποιο σημείο ο ίδιος ο συγγραφέας ομολογεί ειλικρινά κι αφοπλιστικά ότι του πήρε πολλά χρόνια να τα συλλάβει και να τα καταγράψει όλα όσα αναφέρει.
Τελικά τον συγγραφέα απασχολεί η έκπτωση των αξιών που επήλθε στην μεταπολεμική κοινωνία μετά το 1920 και ταυτόχρονα προσπάθησε να διερευνήσει τις αιτίες που οδήγησαν στη σαγήνη του Ολοκληρωτισμού που έβλεπε να σαρώνει την Ευρώπη. Το κείμενό του συνομιλεί με τα μεγάλα έργα των σύγχρονών του Γκαίτε, Τόμας Μαν, Όργουελ, Τζόυς κλπ τους οποίους έχει μελετήσει και με κάποιους συνδέθηκε και προσωπικά, γεγονός που προδίδεται είτε από την τεχνική της ρέουσας συνείδησης που εισήγαγε ο Τζόυς και η οποία διατρέχει το βιβλίο του Μπροχ, ή εκφράσεις που διατήρησε όμοιες όπως πχ ο φιλισταϊσμός της κοινωνίας έννοια που συναντήσαμε προηγουμένως στο «Μαγικό Βουνό» του Τόμας Μαν.
Οι «Υπνοβάτες» του Μπροχ είναι το βιβλίο που συντέλεσε στην αναδιαμόρφωση του μυθιστορήματος στις αρχές του 20ου αιώνα και το ανήγαγε σε μια μορφή τέχνης κι ανέβασε τον Μπροχ στο βάθρο των εκπροσώπων του Μοντερνισμού όσο και κορυφαίων λογοτεχνών του περασμένου αιώνα. Είναι μια πολύτιμη παρακαταθήκη, μια πηγή που δε θα σταματήσει ποτέ ν’ αναβλύζει σκληρά ερωτήματα, πικρές απαντήσεις κι οξυδερκείς διαπιστώσεις.
5,0/5,0