/Δήμητρα Καραμολέγκου: Η γραφή μπορεί να είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο διαχείρισης της απώλειας

Δήμητρα Καραμολέγκου: Η γραφή μπορεί να είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο διαχείρισης της απώλειας

Η Δήμητρα Καραμολέγκου απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της βιβλίου με τίτλο “Χωρίς παραλήπτη”.

1. Κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο «Χωρίς Παραλήπτη» από τις Εκδόσεις 24 Γράμματα. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;

Το «Χωρίς Παραλήπτη» είναι η ιστορία μιας γυναίκας, η οποία προσπαθεί να διαχειριστεί την απώλεια του συζύγου της και της κόρης της σε τροχαίο δυστύχημα. Αν και έχουν παρέλθει τρία χρόνια από τον χαμό τους, τρία χρόνια απομόνωσης και σιωπηλού ή «αξιοπρεπούς» πένθους, η ίδια αναζητεί τρόπους να φέρει στην επιφάνεια και να αντιμετωπίσει όσα έχει ναρκώσει ή φιμώσει τόσα χρόνια. Κύριο θέμα του βιβλίου είναι η ανάγκη για έναν επίλογο, για την έκφραση όσων δεν πρόλαβαν να ειπωθούν.

2. Σκιαγραφήστε μας τους βασικούς χαρακτήρες. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρά τους.

Η ηρωίδα της ιστορίας είναι η Θεοδοσία, μια γυναίκα στην έκτη δεκαετία της ζωής της, συνηθισμένη και απλή. Πριν το τροχαίο είχε μια δουλειά γραφείου, μια καθημερινότητα γεμάτη οικογενειακές υποχρεώσεις και λίγες καλές φίλες. Η απώλεια των αγαπημένων της, ωστόσο, την ώθησαν να απομονωθεί στην Άνδρο, όπου προσπαθεί να χτίσει μια νέα καθημερινότητα όπου η οικογένειά της είναι απούσα. Αρχικά το μόνο κίνητρο, πέρα από το να επιβιώσει άλλη μια μέρα, είναι η καταδίκη του υπαίτιου του τροχαίου, όσο κυλάει όμως η ιστορία η Θεοδοσία αλλάζει, το ίδιο και τα κίνητρά της.

Τη Θεοδοσία την περιβάλλουν με αγάπη, η κάθε μια με τον δικό της τρόπο, δυο γυναίκες, η Ιωάννα και η Όλγα. Η πρώτη συνδέεται με την ηρωίδα με μία μακροχρόνια και εγκάρδια φιλία, είναι ο άνθρωπος που στάθηκε δίπλα της από την πρώτη στιγμή με συνειδητή αγάπη και τρυφερότητα. Η δεύτερη είναι οικογενειακή φίλη από την Άνδρο, μπορεί να μην είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με την Θεοδοσία, ωστόσο είναι πάντα πρόθυμη να της δείξει ότι βρίσκεται στο πλάι της, διακριτικά, αλλά ουσιαστικά. Κίνητρο και των δυο γυναικών είναι να στηρίξουν μια γυναίκα που έχει βιώσει την απώλεια που οι ίδιες απεύχονται.

3. Πόσο μπορεί η γραφή να λειτουργήσει ως εργαλείο διαχείρισης της απώλειας;

Προσωπικά, η συγγραφή του βιβλίου αυτού ήταν θεραπευτική, διότι, καθώς το έγραφα, συνειδητοποίησα ότι μέσω αυτού επεξεργαζόμουν και διαχειριζόμουν την απώλεια του πατέρα μου, η οποία ήταν εξίσου αιφνίδια με την απώλεια των αγαπημένων της Θεοδοσίας.  Συνεπώς, με βεβαιότητα μπορώ να πω ότι η γραφή μπορεί να είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο διαχείρισης της απώλειας, αλλά και διαχείρισης οποιασδήποτε συνθήκης γενικότερα. Αυτό είναι προφανές σε  όλη την ιστορία της λογοτεχνίας. Όλα τα μεγάλα κι όλα τα μικρά τοποθετούνται μέσω της γραφής σε ένα πλαίσιο που βοηθά συγγραφέα και αναγνώστη να τα δουν πιο καθαρά, να τα αγγίξουν εξεταστικά και, αν είναι τυχεροί, να κλείσουν το βιβλίο αλλαγμένοι έστω και λίγο.

4. Πώς αποτυπώνετε τη σχέση μητέρας και κόρης μέσα στο βιβλίο σας;

Στο βιβλίο αποτυπώνονται δυο σχέσεις μητέρας και κόρης: εκείνη της Θεοδοσίας με την κόρη της και εκείνη με τη μητέρα της. Εστιάζω φυσικά κυρίως σε εκείνη με την κόρη της, καθώς από τη σχέση αυτή πηγάζει η απώλεια και η ανάγκη για επίλογο που είναι κεντρικές στην ιστορία. Οι δυο αυτές σχέσεις, βέβαια, είναι διαφορετικές, επειδή η Θεοδοσία, ως γονέας, ήθελε να κάνει τα πράγματα με έναν τρόπο δικό της, μακριά από τα τραύματα της παιδικής της ηλικίας. Η σχέση της Θεοδοσίας με τη μητέρα της, από την άλλη, αποτυπώνεται συνοπτικά, κυρίως σε αντιδιαστολή με τις ανάγκες της ηρωίδας. Δεν ωραιοποιώ καθόλου καμία από τις σχέσεις αυτές, δεν τις παρουσιάζω σαν μια χαρούμενα αρμονική αλληλοσυμπλήρωση, σαν ένα καθαρό, διαυγές και λαμπερό κρύσταλλο. Είναι σχέση αγάπης, με δύσκολες τριβές, με όμορφες αναμνήσεις και κατανόηση ή τουλάχιστον ειλικρινή προσπάθεια για αυτήν. Είναι σαν μωσαϊκά, με πολύχρωμες ψηφίδες, άλλες με έντονα και φωτεινά χρώματα, άλλες με θαμπά και σκοτεινά.

5. Τι πιστεύετε ότι θα μείνει ως απόσταγμα στον αναγνώστη;

Το βιβλίο αναδεικνύει τη διαδικασία του πένθους και το γεγονός ότι έχει βάθος και διάρκεια. Απαιτείται πολύς χρόνος, επώδυνη επαφή με τον εαυτό μας και η δύναμη να έρθουμε αντιμέτωποι με τον πανταχού παρόντα πόνο προκειμένου όχι να κατακτήσουμε το μονοπάτι της θεραπευτικής αποδοχής, αλλά να το βρούμε και να αρχίσουμε να περπατούμε πάνω του.

Ωστόσο, πρέπει να ομολογήσω ότι αρκετοί αναγνώστες μού έχουν μεταφέρει την αγωνία τους ότι δεν πρέπει να επιτρέπουμε στις διαφωνίες και τις ρήξεις να ορίζουν τη σχέση μας με τους αγαπημένους μας, καθώς δεν γνωρίζουμε αν τελικά η σχέση αυτή θα διακοπεί αιφνιδίως και βίαια, αφήνοντάς μας μόνο με δυσβάσταχτες ενοχές. Κατανοώ πως αυτός ο φόβος είναι τόσο ανθρώπινος που κατακλύζει τη σκέψη.

6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Φοβάμαι πως δεν μπορώ να το προσδιορίσω, επειδή είναι χαμένο στα βάθη του χρόνου, διότι πάντα, από παιδική ηλικία, μου ήταν πιο εύκολο να εκφράζομαι γραπτώς πάρα προφορικώς. Φυσικά, στην αρχή επρόκειτο απλώς για γραφή, για την αφήγηση μικρών ιστοριών. Στην εφηβεία είχα ως πρότυπο την ποίηση σε πρόζα του Όσκαρ Ουάιλντ που ήταν και εξακολουθεί να είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Αργότερα θέλησα να δώσω ένα βάθος στους χαρακτήρες μου, οπότε στράφηκα στη μεγαλύτερη φόρμα.

Νομίζω πως η συγγραφή ήρθε όταν θέλησα τα γραπτά μου να αποκτήσουν κοινό πέραν των δύο-τριών ατόμων που τα διάβαζαν έως τη στιγμή εκείνη. Τότε η διαδικασία έγινε πιο στοχευμένη, πιο εργώδης, καθώς στόχος της δεν ήταν πλέον μόνο η έκφρασή μου, αλλά και η επικοινωνία με τον αναγνώστη, για τον οποίον έπρεπε να κάνω χώρο στα κείμενά μου.

7. Τι είναι για εσάς η λογοτεχνία;

Η λογοτεχνία για μένα είναι ουσιώδης σύνδεση. Συνδέει τον αναγνώστη με την ανθρώπινη εμπειρία που εκτείνεται στον χρόνο και στο χώρο, αλλά στο φανταστικό. Αυτό είναι πολύτιμο, καθώς τονίζει τη δική μας ανθρώπινη υπόσταση, τη βοηθά να αναδυθεί και να συνδεθεί με την ανθρώπινη υπόσταση των χάρτινων ηρώων, αλλά και των ανθρώπων που στέκονται κοντά μας. Η λογοτεχνία δεν έχει περιορισμούς, παρά μόνο δυνατότητες. Είναι εκστατικά μαγική.

8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Η αλήθεια είναι πως δεν γνωρίζω την έρευνα στην οποία βασίζεται το συμπέρασμα αυτό, μπορώ όμως ίσως να υποθέσω γιατί συμβαίνει. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν υποδομές και κουλτούρα που να υποστηρίζουν την φιλαναγνωσία. Για παράδειγμα, δεν υπάρχουν δανειστικές βιβλιοθήκες σε κάθε δήμο, που θα ενθάρρυναν την ανάγνωση και θα επέτρεπαν στους τόσο πολλούς συμπολίτες μας που δυσκολεύονται οικονομικά να έχουν πρόσβαση σε βιβλία. Επιπλέον, η λογοτεχνία διδάσκεται στο σχολείο μέσα από αποσπάσματα βιβλίων, με αποτέλεσμα να αποτελεί μόνο πεδίο μελέτης και αντικείμενο εξέτασης και όχι πηγή απόλαυσης, ώστε να οδηγήσει τον μαθητή να αγαπήσει τα βιβλία και να τα κρατήσει στα χέρια του και μετά το σχολικό ωράριο. Τέλος, η λογοτεχνία, όπως και άλλες τέχνες, θεωρούνται χαμηλότερης πρακτικής αξίας στον ανταγωνιστικό κόσμο που ζούμε, όπου κάθε στιγμή πρέπει να αποδεικνύουμε την αξία μας, να αναβαθμιζόμαστε με διά βίου εκπαίδευση και να είμαστε συνεχώς προσανατολισμένοι μόνο προς την εργασία και την καριέρα μας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία θεωρούνται ότι προσφέρουν βιβλία γνώσεων, management, τεχνολογίας, ακόμα και πολιτικής, ιστορίας ή και αυτοβοήθειας. Η λογοτεχνία αντιμετωπίζεται μερικές φορές περισσότερο ως νοητική ικανοποίηση και όχι ως ψυχική ανάγκη.

Από την άλλη, ωστόσο, βλέπω πάρα πολλούς γονείς τα τελευταία αρκετά χρόνια να κάθονται τα βράδια και να διαβάζουν στα παιδιά τους, να κάνουν βόλτα σε βιβλιοπωλεία, σε εκθέσεις βιβλίου ή βιβλιοπαρουσιάσεις και αυτό σίγουρα είναι ένα εξαιρετικό βήμα προς τη δημιουργία μιας γενιάς νέων αναγνωστών.

9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;

Το βιβλίο είναι, για μένα, άγκυρα στην ανθρωπιά μας. Μας φέρνει σε επαφή με τον εαυτό μας, αλλά και με τον άλλον. Και στην ψηφιακή εποχή, κατά τη γνώμη μου, αυτή η άγκυρα είναι απαραίτητη, προκειμένου να μην χαθούμε στους ωκεανούς πληροφορίας, ειδοποιήσεων και διάδρασης. Αν και προσωπικά δεν ευχαριστιέμαι την ανάγνωση βιβλίων σε ψηφιακή ή την ακρόαση audiobooks, είμαι πολύ ευγνώμων που υπάρχουν τα μέσα αυτά και προσφέρονται στους αναγνώστες που τα απολαμβάνουν. Το ζητούμενο που απομένει είναι η εύρεση χρόνου, διότι, πέρα από τις ασφυκτικά γεμάτες ημέρες μας, απαιτεί τη συνεχή προσοχή μας και η ψηφιακή μας «υπόσταση» με την ασταμάτητη ροή ειδήσεων, νέου περιεχομένου και ενίοτε τον καινοφανή FOMO (Fear Of Missing Out).

10. Ένας μήνας «καραντίνας». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Σίγουρα θα επέλεγα πολυσέλιδα βιβλία που δύσκολα χωράνε στις λίστες ανάγνωσης της καθημερινότητας, καθώς συνήθως οι τελευταίες αποτελούνται από βιβλία που διαβάζονται γρήγορα και εύκολα στα δυσεύρετα κενά χρόνου. Αν, όμως, είχα την ευκαιρία να χαλαρώσω για ένα μήνα και να απολαύσω τα βιβλία μου, θα επέλεγα κάποια κλασσικά βιβλία που θέλω να διαβάσω, αλλά δεν τολμώ να αναμετρηθώ με τον όγκο τους, όπως τους «Δαιμονισμένους» του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι και το «Dream of the Red Chamber» του Τσάο Σουετσίν. Θα ήθελα όμως να διαβάσω ξανά βιβλία που τρύπησαν την καρδιά μου και επιθυμώ να επιστρέψω σε αυτά, όταν δεν με «πιέζει» η στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία. Τέτοια βιβλία είναι το «Confiteor» του Ζάουμε Καμπρέ και το «Απειρόγωνο» του Κόλουμ ΜακΚανν. Τέλος, θα επέλεγα και το «Και με το Φως του Λύκου Επανέρχονται» της Ζυράννα Ζατέλη.

11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;

Πιστεύω πως και τα δυο τα χρειαζόμαστε εξ ίσου. Έχουμε ανάγκη τον ρεαλισμό, επειδή η πραγματικότητα έχει πλέον έναν ρυθμό ταχύτατο που δύσκολα τον ακολουθείς και, για να το καταφέρεις αυτό, πρέπει να έχεις μάτια ανοιχτά και καθαρή αντίληψη. Από την άλλη, έχουμε ανάγκη τον ρομαντισμό, γιατί είναι ζωτικό να ονειρευόμαστε κάτι διαφορετικό από αυτό το σκληρό, κρύο γκρίζο που μας περιβάλλει και μας καταπλακώνει.

Ας αναζητήσει ο καθένας μας ποιο από τα δυο του λείπει και να δουλέψει για να το αποκτήσει και να το εσωτερικεύσει, ώστε να ισορροπήσουν μέσα του. Καλό είναι να έχουμε ομπρέλα, είναι λογικό αλλά και αυτοφροντίδα να κρατάμε το σώμα μας προφυλαγμένο από την καταιγίδα. Όμως καλό είναι να κοιτάμε και προς τον ορίζοντα, γιατί εκεί θα δούμε τα σύννεφα να διαλύονται και τον ουρανό να φανερώνεται λαμπερός κι αυτό θα μας χαρίσει ένα χαμόγελο. Κι αν πατήσουμε και καμία λακούβα με νερά επειδή δεν κοιτούσαμε κάτω, δεν πειράζει, μικρό το κακό.