Γράφει ο Πέτρος Χατζησωτηρίου, φαρμακοποιός – κριτικός λογοτεχνίας
Πρόκειται για το είδος του βιβλίου που κάποια στιγμή θα γράψουν όλοι οι δεινοί λογοτέχνες και το απαντάμε ολοένα και συχνότερα πια (το βιβλίο αυτό γράφτηκε το μακρινό πια 1992), το είδος που δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε καμία από τις κλασικές κατηγορίες ειδών λογοτεχνίας.
Σχηματικά περιλαμβάνει στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, γοτθικό τρόμο, σασπένς και τέλος πολιτικο-φιλοσοφική ανάλυση.
Το βιβλίο έχει χτιστεί πάνω σε ένα βιβλίο που γράφτηκε μεταξύ του 1908 και του 1910 στη Γλασκώβη της Σκωτίας από έναν γιατρό, που το εξέδωσε με δικά του έξοδα και το άφησε ως κληρονομιά για να διαβαστεί από την σύζυγό του η οποία ήταν από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν πτυχίο Ιατρικής στη Σκωτία των αρχών του περασμένου αιώνα κι η οποία ξαναζούσε τη δεύτερη ζωή της! Ναι, δεν πρόκειται για παραδρομή. Ο γιος του διάσημου επίσης χειρουργού Μπάξτερ που εργαζόταν ως νεκροτόμος, Ιατροδικαστή θα τον λέγαμε σήμερα, ανασύρει το νεκρό σώμα μιας νεαρής από έναν ποταμό όπου είχε πέσει για ν΄ αυτοκτονήσει κι η οποία ήταν έγκυος σε τελειόμηνο έμβρυο. Η ιδιόρρυθμη φύση του θα τον οδηγήσει στο να εμπνευστεί και να εκτελέσει με επιτυχία την επαναφορά στη ζωή της νεαρής κοπέλας κι αφού όμως της είχε εμφυτεύσει τον εγκέφαλο του εμβρύου που κυοφορούσε. Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι το βιβλίο απηχεί τις δοξασίες του κοινού αλλά και της επιστήμης της τότε εποχής. Η επαναφορά στη ζωή νεκρών σωμάτων ήταν κοινή πεποίθηση ότι θα ήταν κάτι κοινό στο κοντινό τους μέλλον.
Η γυναίκα αυτή λοιπόν «αναστήθηκε» και με ενήλικο σώμα άρχισε και πάλι να ζει την παιδικότητα ενός ανώριμου μυαλού που έπρεπε να εκπαιδευτεί και να μορφωθεί όπως ακριβώς συμβαίνει με όλα τα παιδιά. Ο γιατρός που άφησε το βιβλίο ήταν συνεργάτης του Θεόνικου Μπάξτερ, του ιδιόρρυθμου χειρουργού που την επανέφερε στη ζωή και ήταν αυτός που την παντρεύτηκε στη «δεύτερη ζωή της». Στην πρώτη της ζωή υπήρξε παντρεμένη με ένα στρατηγό το παιδί του οποίου κυοφορούσε όταν αυτοκτόνησε.
Το βιβλίο είναι «δεμένο» αριστοτεχνικά κι εμπλουτισμένο με πολλά ιστορικά στοιχεία τα οποία και αποκαλύπτονται απαριθμούμενα από τον ίδιο το συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου.
Είναι όμως τέτοια η ένταση της πλοκής, τόσες οι περιστροφές της εξέλιξης που κάποια στιγμή ο αναγνώστης δεν ξέρει τι είναι αλήθεια, τι μυθοπλασία και που βρίσκεται η εξέλιξη της υπόθεσης. Ακούγεται ίσως κλισέ αλλά είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας παίζει με το μυαλό του αναγνώστη του.
Μέσα από τα πολυάριθμα περιστατικά που διατίθενται από τις δύο ζωές της Λαίδης Μπέρλινγκτον αρχικά, της Μπέλας Μπάξτερ στη συνέχεια ως δημιούργημα του ιδιόρρυθμου χειρουργού κι ως Βικτώρια Μακ Κέρι στο τέλος ως σύζυγος του βοηθού του Μπάξτερ, ο Γκρέυ βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει το ιστορικό πλαίσιο του βιβλίου διαλογιζόμενος πάνω σε μεγάλα θέματα της εποχής όπως η αποικιοκρατία, η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης ως όχημα για την έκρηξη της βιομηχανικής εποχής που ακολούθησε, τη συσσώρευση πλούτου και πως αυτή συντέλεσε στο ξέσπασμα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αυτά όλα πάνω στον άξονα «ότι η βιαιότητα εναντίον των αβοήθητων ανθρώπων (ποτέ) δεν είναι καλή, αναπότρεπτη ή ασήμαντη» και φυσικά το κεντρικό θέμα του βιβλίου του που δεν είναι άλλο από την χειραφέτηση των γυναικών, σε αντίστιξη με την απόλυτη υποταγή κι εκμετάλλευσή τους που όριζαν τότε οι επιταγές της καθεστηκυίας τάξης.
Μετά από τη λέξη «ΤΕΛΟΣ» ο συγγραφέας αναλαμβάνει να μας παραθέσει όλα τα ιστορικά στοιχεία ένα προς ένα που στοιχειοθετούν ένα ρεαλιστικό πλαίσιο στο βιβλίο του, να παραδεχτεί ότι εμπνεύστηκε μέχρι και που απέσπασε κομμάτια από βιβλία της εποχής όπως «Φρανκεστάιν», «Η Αλίκη πίσω απ’ τον καθρέφτη», «Τζέκυλ και Χάυντ», «Δράκουλας» και άλλα και τέλος να δώσει μια άλλη εξίσου αληθοφανή και δεμένη εκδοχή της ιστορίας. Συνεχίζοντας το παιχνίδι με το μυαλό του αναγνώστη του δεν μας αποκαλύπτει ποια από τις δύο εκδοχές είναι η «αληθινή» κι ο εμβρόντητος αναγνώστης δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει, το πόσο εύκολα τον παρασύρει ο συγγραφέας σε συμπεράσματα, τον τρόπο που το επιτυγχάνει αυτό ή την δοκιμιακή επάρκεια των επιχειρημάτων του όταν καταθέτει άποψη για τα μεγάλα θέματα τα οποία επέλεξε να σχολιάσει.
Το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από το Γιώργο Λάνθιμο σαν ομότιτλη ταινία κι αν ο κινηματογράφος μας έχει συνηθίσει σε plot twists, σε ανατροπές και συναισθηματικά travelings στο πλαίσιο ενός βιβλίου όλα αυτά παραμένουν απλά αξιοθαύμαστα. Είναι το βιβλίο που κάθε βιβλιόφιλος θα ήθελε να συμπληρώνει την αναγνωστική του επάρκεια.
5,0/5,0