Ο συγγραφέας Βαγγέλης Μανουβέλος απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Βαγγέλης Μανουβέλος, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος “Οι 6 πλευρές του τριγώνου”.
1. Κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Οι 6 πλευρές του τριγώνου» από τις εκδόσεις Επίκεντρο. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
«Οι έξι πλευρές του τριγώνου» είναι ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα για την ανθρώπινη ταυτότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τις αντιφάσεις που διαμορφώνουν την ύπαρξή μας. Έξι πρόσωπα, διαφορετικών ηλικιών και βιωμάτων, συναντιούνται στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, κουβαλώντας το καθένα τις δικές του επιθυμίες, ματαιώσεις, ενοχές κι εκκρεμότητες. Οι ιστορίες τους διασταυρώνονται, αποκαλύπτοντας πόσο σύνθετη είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του και να συνυπάρξει με τους άλλους. Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται το ερώτημα κατά πόσο μπορούμε να αγαπήσουμε και να αποδεχτούμε έναν άλλον άνθρωπο χωρίς να επιχειρήσουμε να τον προσαρμόσουμε στις δικές μας προσδοκίες. Πρόκειται τελικά για ένα μυθιστόρημα γύρω από την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού και τη σύνθετη δυναμική των ανθρώπινων δεσμών.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Ο τίτλος εμπεριέχει μια σκόπιμη αντίφαση. Ένα τρίγωνο έχει εξ ορισμού τρεις πλευρές. Η απόδοση έξι πλευρών σε αυτό αμφισβητεί μια αυτονόητη βεβαιότητα και προϊδεάζει για έναν κόσμο στον οποίο οι καθιερωμένες ερμηνείες δεν επαρκούν πάντοτε για να περιγράψουν την ανθρώπινη εμπειρία. Οι έξι πλευρές αντιστοιχούν στους έξι κεντρικούς χαρακτήρες, καθένας από τους οποίους αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα μέσα από το δικό του βιωματικό και συναισθηματικό υπόβαθρο. Εκείνο που για έναν άνθρωπο συνιστά ελευθερία, για κάποιον άλλο μπορεί να εκλαμβάνεται ως εγκατάλειψη. Εκείνο που κάποιος θεωρεί αγάπη, ένας άλλος ενδέχεται να το βιώνει ως περιορισμό. Ο τίτλος επομένως υποδηλώνει ότι η ανθρώπινη πραγματικότητα δεν εξαντλείται σε μία και μοναδική ερμηνεία. Η αλήθεια των σχέσεων βρίσκεται συχνά στη συνύπαρξη διαφορετικών ακόμη κι αντιφατικών οπτικών.
3. Τι καθορίζει την ταυτότητα και τις σχέσεις των ανθρώπων;
Η ανθρώπινη ταυτότητα δεν αποτελεί μια αμετάβλητη έννοια, αλλά διαμορφώνεται μέσα από μια διαρκή αλληλεπίδραση ανάμεσα στο ατομικό βίωμα και το κοινωνικό περιβάλλον. Η οικογένεια, η μνήμη, οι κοινωνικές προσδοκίες, οι προσωπικές επιλογές, αλλά κι οι εμπειρίες αποδοχής ή απόρριψης συμμετέχουν στη συγκρότηση του εαυτού. Αντίστοιχα, οι ανθρώπινες σχέσεις καθορίζονται όχι μόνο από όσα αισθανόμαστε για τους άλλους, αλλά κι από τον τρόπο με τον οποίο τους αντιλαμβανόμαστε. Συχνά δεν σχετιζόμαστε με τον άνθρωπο που πραγματικά έχουμε απέναντί μας, αλλά με την εικόνα που έχουμε κατασκευάσει γι’ αυτόν. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό πρόσωπο και στην προσδοκία μας αποτελεί πηγή πολλών ανθρώπινων συγκρούσεων. Η ουσιαστική σχέση προϋποθέτει την αναγνώριση της ετερότητας, την αποδοχή ότι ο άλλος διαθέτει μια αυτοτελή ύπαρξη, την οποία δεν μπορούμε και δεν δικαιούμαστε να ορίζουμε αποκλειστικά με τους δικούς μας όρους.
4. Αλλάζουν οι εποχές ή η ανάγκη μας για σύνδεση παραμένει άλυτο μυστήριο;
Οι εποχές μεταβάλλουν τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι επικοινωνούν, συνδέονται και συγκροτούν τις σχέσεις τους, όχι όμως απαραίτητα τις βαθύτερες υπαρξιακές τους ανάγκες. Η ανάγκη για αγάπη, αναγνώριση, οικειότητα κι αποδοχή διατρέχει την ανθρώπινη ιστορία, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές και τεχνολογικές μεταβολές. Εκείνο που αλλάζει είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες επιχειρούμε να ικανοποιήσουμε αυτές τις ανάγκες. Σήμερα διαθέτουμε περισσότερες δυνατότητες επικοινωνίας από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αναγκαστικά βαθύτερες ανθρώπινες σχέσεις. Η διαρκής διασύνδεση μπορεί να συνυπάρχει με μια εξίσου διαρκή αίσθηση μοναξιάς. Ίσως λοιπόν το πραγματικό μυστήριο να μην είναι γιατί επιδιώκουμε τη σύνδεση, αλλά γιατί ενώ την επιθυμούμε τόσο έντονα, συχνά δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε την αβεβαιότητα και τις παραχωρήσεις που αυτή προϋποθέτει.
5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Δεν θεωρώ ότι η λογοτεχνία οφείλει να προσφέρει ένα συγκεκριμένο δίδαγμα ή να καθοδηγεί τον αναγνώστη προς ένα προκαθορισμένο συμπέρασμα. Η αξία της βρίσκεται περισσότερο στη δυνατότητά της να διευρύνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη εμπειρία. Θα είχε όμως ενδιαφέρον ολοκληρώνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης να αναρωτηθεί πόσο συχνά συγχέουμε την αγάπη με την ανάγκη κατοχής, την αποδοχή με την ανοχή και την ελευθερία με την απουσία ευθύνης. Κυρίως όμως να αναγνωρίσει ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να περιοριστούν σε μονοδιάστατες κατηγορίες καλού και κακού, σωστού και λανθασμένου. Κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά εμπεριέχει ένα σύνολο βιωμάτων, αντιφάσεων κι ανεπίλυτων συγκρούσεων. Εάν το μυθιστόρημα καταφέρει να προκαλέσει έστω και μια μικρή μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη διαφορετικότητα και τις επιλογές των άλλων, θα έχει επιτελέσει έναν από τους σημαντικότερους σκοπούς του.
6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Η συγγραφή προέκυψε από μια διαχρονική ανάγκη παρατήρησης κι ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με απασχολούσε πάντοτε το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να βιώνουν την ίδια πραγματικότητα με εντελώς διαφορετικούς τρόπους και να αποδίδουν διαφορετικά νοήματα στα ίδια γεγονότα. Η λογοτεχνία προσφέρει τη δυνατότητα να διερευνηθούν αυτές οι αποκλίσεις χωρίς την υποχρέωση εξαγωγής οριστικών συμπερασμάτων. Παράλληλα, η ενασχόλησή μου με τις κοινωνικές επιστήμες και την ανάλυση κινδύνων έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον μου για την αβεβαιότητα, τις ανθρώπινες αποφάσεις και τις συνέπειές τους. Ωστόσο ενώ η επιστημονική προσέγγιση επιδιώκει να ερμηνεύσει τα φαινόμενα μέσα από συγκεκριμένα μεθοδολογικά εργαλεία, η λογοτεχνία επιτρέπει να παραμείνουν ανοιχτά τα ερωτήματα. Η συγγραφή αποτελεί επομένως έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας, με μεγαλύτερη ελευθερία απέναντι στην αμφισημία και την αντίφαση.
7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Η λογοτεχνία είναι η τέχνη που μετασχηματίζει την ανθρώπινη εμπειρία σε γλώσσα, δημιουργώντας νέες δυνατότητες κατανόησης του εαυτού και του κόσμου. Δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά την ανασυνθέτει, την αμφισβητεί κι ενίοτε αποκαλύπτει πλευρές της που παραμένουν αθέατες στην καθημερινή εμπειρία. Σε αντίθεση με άλλες μορφές λόγου, δεν δεσμεύεται από την ανάγκη επαλήθευσης ή οριστικής απάντησης. Μπορεί να φιλοξενεί αντιφατικές αλήθειες, να αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων κινήτρων και να προσφέρει φωνή σε εμπειρίες που δυσκολεύονται να εκφραστούν μέσα από τις συμβατικές κοινωνικές αφηγήσεις. Θα μπορούσε συνεπώς να οριστεί ως ένας χώρος ελευθερίας της σκέψης και της φαντασίας, όπου το ατομικό βίωμα αποκτά τη δυνατότητα να συνομιλήσει με το συλλογικό και το οικουμενικό.
8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Η αναγνωστική συμπεριφορά δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ζήτημα ατομικής προτίμησης. Συνδέεται με ευρύτερους εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς κι οικονομικούς παράγοντες. Στην Ελλάδα η σχέση με το βιβλίο διαμορφώνεται συχνά μέσα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εξεταστική επίδοση και λιγότερο στην καλλιέργεια της ανάγνωσης ως προσωπικής απόλαυσης. Παράλληλα, οι οικονομικές πιέσεις, ο περιορισμένος ελεύθερος χρόνος, οι ανισότητες στην πρόσβαση σε βιβλιοθήκες και πολιτιστικές υποδομές, καθώς κι ο ανταγωνισμός της ψηφιακής ψυχαγωγίας επηρεάζουν τις αναγνωστικές συνήθειες. Χρειάζεται ωστόσο προσοχή στις γενικεύσεις, καθώς η αναγνωσιμότητα αποτυπώνεται διαφορετικά ανάλογα με τη μεθοδολογία κάθε έρευνας. Το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι απλώς η αύξηση της κατανάλωσης βιβλίων, αλλά η συγκρότηση μιας σταθερής αναγνωστικής κουλτούρας. Και αυτή καλλιεργείται πρωτίστως από την οικογένεια, το σχολείο και τις δημόσιες πολιτικές πολιτισμού.
9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Το βιβλίο εξακολουθεί να διαδραματίζει έναν αναντικατάστατο ρόλο, ακριβώς επειδή αντιπροσωπεύει έναν διαφορετικό τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας. Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την ταχύτητα της πληροφορίας, τη διαρκή εναλλαγή ερεθισμάτων και τον κατακερματισμό της προσοχής, η ανάγνωση προϋποθέτει διάρκεια, συγκέντρωση κι ενεργή συμμετοχή. Το βιβλίο δεν ανταγωνίζεται αναγκαστικά την τεχνολογία. Αντίθετα, οι ψηφιακές εκδόσεις, τα ηλεκτρονικά βιβλία κι οι νέες πλατφόρμες μπορούν να διευρύνουν την πρόσβαση στη λογοτεχνία. Εκείνο που έχει σημασία είναι να διατηρηθεί η ποιότητα της αναγνωστικής εμπειρίας, ανεξάρτητα από το μέσο. Η λογοτεχνική ανάγνωση μάς επιτρέπει να παραμείνουμε για κάποιο διάστημα μέσα στη σκέψη ενός άλλου ανθρώπου, να αμφισβητήσουμε τις βεβαιότητές μας και να εξασκήσουμε την ικανότητα της ενσυναίσθησης. Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης αυτή η δυνατότητα αποκτά ιδιαίτερη αξία.
10. Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Θα προτείνω πέντε έργα διαφορετικών εποχών, λογοτεχνικών παραδόσεων κι αφηγηματικών τεχνικών, τα οποία παρά τις αισθητικές τους αποκλίσεις, συνομιλούν με ορισμένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: την ταυτότητα, τη μνήμη, τον έρωτα, την ηθική και την αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει πλήρως τον εαυτό του και τους άλλους.
«Τέσσερα ερωτικά γράμματα» του Νάιαλ Ουίλλιαμς. Ένα μυθιστόρημα στο οποίο ο έρωτας, η απώλεια κι η πίστη στο ανεξήγητο συνυπάρχουν μέσα σε μια βαθιά ποιητική αφήγηση. Ο συγγραφέας συνδέει την ανθρώπινη επιθυμία με την έννοια της μοίρας, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα εάν οι συναντήσεις που καθορίζουν τη ζωή μας αποτελούν προϊόν τύχης ή μιας βαθύτερης αναγκαιότητας. Η λυρικότητα της γραφής του αναδεικνύει τη δυνατότητα της λογοτεχνίας να υπερβαίνει τα όρια του ορθολογισμού, χωρίς να απομακρύνεται από την αλήθεια των ανθρώπινων συναισθημάτων.
«Αυτοπροσωπογραφία» του Εντουάρ Λεβέ. Ένα εξαιρετικά ιδιότυπο έργο, που αποδομεί τη συμβατική αυτοβιογραφική αφήγηση μέσα από μια αλληλουχία φαινομενικά ασύνδετων προσωπικών αποφθεγμάτων. Η κατακερματισμένη μορφή του αναδεικνύει την αντιφατικότητα της ανθρώπινης ταυτότητας κι αμφισβητεί την πεποίθηση ότι μπορούμε να συγκροτήσουμε μια απολύτως συνεκτική αφήγηση για τον εαυτό μας. Η απουσία μιας παραδοσιακής αφηγηματικής εξέλιξης μετατρέπει την ανάγνωση σε μια διαδικασία σταδιακής ανασύνθεσης μιας προσωπικότητας που παραμένει μέχρι τέλους αδύνατον να οριστεί πλήρως.
«Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος» της Φλάνερι Ο’Κόνορ. Μια συλλογή διηγημάτων που συνδυάζει το γκροτέσκο, τη σκοτεινή ειρωνεία και τη βία με έναν οξύ στοχασμό γύρω από την ανθρώπινη ηθική. Η Ο’Κόνορ αποκαλύπτει πίσω από την καθημερινότητα και τις κοινωνικές συμβάσεις, την υποκρισία, τις προκαταλήψεις και τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Οι χαρακτήρες της είναι συχνά δυσάρεστοι, αντιφατικοί ή ακόμη κι αποκρουστικοί, παραμένουν όμως βαθιά ανθρώπινοι. Η σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική αυτοεικόνα και στην πραγματική συμπεριφορά τους αναδεικνύει τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης.
Τα «Διηγήματα» του Χάινριχ φον Κλάιστ. Ένα έργο που διερευνά με αξιοσημείωτη ψυχολογική ένταση τη σύγκρουση ανάμεσα στην ατομική βούληση, τους κοινωνικούς κανόνες και τις απρόβλεπτες συνέπειες των ανθρώπινων πράξεων. Στον κόσμο του Κλάιστ, η λογική κι η ηθική βεβαιότητα αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκείς απέναντι στην πολυπλοκότητα της πραγματικότητας. Μια παρεξήγηση, μια λανθασμένη εκτίμηση ή μια απρόβλεπτη συγκυρία αρκούν για να ανατρέψουν ολοκληρωτικά τη ζωή των χαρακτήρων. Η αφηγηματική του τεχνική αναδεικνύει την εύθραυστη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη πρόθεση και στο τελικό αποτέλεσμα.
«Οι λεπτομέρειες» της Ία Γένμπεργκ. Ένα μυθιστόρημα που προσεγγίζει την ανθρώπινη ταυτότητα μέσα από τη μνήμη των σχέσεων. Η αφηγήτρια επιχειρεί να ανασυνθέσει το παρελθόν της μέσα από τέσσερα πρόσωπα που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή της. Η αυτογνωσία δεν προκύπτει από μια άμεση ενδοσκόπηση, αλλά από την αναδρομή στους ανθρώπους που αγαπήθηκαν, χάθηκαν ή απομακρύνθηκαν. Η Γένμπεργκ αναδεικνύει με εξαιρετική λεπτότητα τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα μας, ακόμη κι όταν έχουν πάψει να αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας. Η μνήμη λειτουργεί ως ένας διαρκής μηχανισμός ανασύνθεσης τόσο του παρελθόντος όσο και της προσωπικής ταυτότητας.
Η κοινή συνισταμένη των πέντε έργων βρίσκεται στη διερεύνηση της απόστασης ανάμεσα σε αυτό που ο άνθρωπος πιστεύει ότι είναι και σε αυτό που αποκαλύπτουν οι σχέσεις, οι επιλογές κι οι πράξεις του. Πρόκειται για βιβλία που δεν εξαντλούνται στην πρώτη ανάγνωση, καθώς η πολυσημία τους επιτρέπει διαρκώς νέες ερμηνείες. Άλλωστε, μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες της λογοτεχνίας είναι η δυνατότητά της να καθιστά αναγνωρίσιμο το οικείο μέσα στο ανοίκειο και να αποκαλύπτει την κοινή ανθρώπινη εμπειρία πίσω από τις φαινομενικά αγεφύρωτες διαφορές.
11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Τα πέντε βιβλία της προηγούμενης ερώτησης αναδεικνύουν με διαφορετικούς τρόπους, αυτή τη διαρκή συνύπαρξη ρομαντισμού και ρεαλισμού στη λογοτεχνία. Από τη λυρική προσέγγιση του έρωτα και της μοίρας στον Ουίλλιαμς έως την ωμή αποτύπωση των ανθρώπινων αντιφάσεων στην Ο’Κόνορ, κι από την υπαρξιακή αναζήτηση του Λεβέ έως την ψυχολογική ένταση του Κλάιστ και την ανασύνθεση της μνήμης στην Ία Γένμπεργκ, αναδεικνύεται μια κοινή διαπίστωση: η ανθρώπινη εμπειρία δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στην αντικειμενική αποτύπωση της πραγματικότητας ούτε στην εξιδανίκευσή της. Η λογοτεχνία αποκτά συχνά τη μεγαλύτερη εκφραστική της δύναμη ακριβώς εκεί όπου η πραγματικότητα συναντά την επιθυμία, την προσδοκία και τη φαντασία.
Επομένως το δίλημμα προϋποθέτει ότι ρομαντισμός και ρεαλισμός αποτελούν αντίθετες κι ασύμβατες στάσεις απέναντι στη ζωή. Δεν είμαι βέβαιος ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Ο ρεαλισμός μάς επιτρέπει να αναγνωρίζουμε τους πραγματικούς περιορισμούς, τις κοινωνικές αντιφάσεις και τις συνέπειες των επιλογών μας. Ο ρομαντισμός, από την άλλη, διατηρεί ζωντανή τη δυνατότητα να φανταστούμε μια πραγματικότητα διαφορετική από εκείνη που βιώνουμε. Χωρίς ρεαλισμό, ο ρομαντισμός κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυταπάτη. Χωρίς ρομαντισμό, ο ρεαλισμός μπορεί να εκφυλιστεί σε παραίτηση κι αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης ως αναπόφευκτης. Ίσως επομένως εκείνο που χρειαζόμαστε περισσότερο είναι ένας ρεαλισμός που δεν ακυρώνει την ελπίδα κι ένας ρομαντισμός που δεν αρνείται την πραγματικότητα. Άλλωστε, κάθε ουσιαστική αλλαγή προϋποθέτει δύο πράγματα, να κατανοήσουμε τον κόσμο όπως είναι και να μπορέσουμε να τον φανταστούμε όπως θα μπορούσε να γίνει.