Η ποιητική συλλογή «Αναδρομή» του Μεθοδίου Λ. Παππά είναι ένα έργο που κινείται ανάμεσα στη μνήμη και το παρόν, στην προσωπική αναζήτηση και τον κοινωνικό προβληματισμό. Η συλλογή αποτελείται από ποιήματα με διαφορετικές θεματικές και αποχρώσεις, τα οποία συγκροτούν μια ιδιαίτερη ποιητική διαδρομή. Ο ποιητής επιστρέφει σε πρόσωπα, βιώματα, τόπους και εικόνες του παρελθόντος, αναμετριέται με τη φθορά του χρόνου και αναζητά μέσα από τη γραφή ό,τι παραμένει ζωντανό: τη μνήμη, την αγάπη, την ελπίδα και το όνειρο. Στο τελευταίο μέρος της συλλογής, με τίτλο «ΠΑΙΔΙΚΑ», ο ποιητής στρέφεται προς έναν πιο απλό και τρυφερό λόγο, αντλώντας εικόνες από τη φύση, το χωριό και τον κόσμο των παιδιών.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά αναλυτικότερα για το έργο του και τον τρόπο συγγραφής αυτού.
Ερωτήσεις: Βασιλική Φαρμάκη
Η «Αναδρομή» είναι η πρώτη σας ολοκληρωμένη ποιητική κατάθεση. Ήταν μια σκέψη που σας συνόδευε χρόνια ή μια επιθυμία σας που γεννήθηκε πρόσφατα;
Ήταν επιθυμία και όνειρο πολλών χρόνων. Θεώρησα ότι τώρα έφτασε ο καιρός για την πραγμάτωσή τους.
Ο τίτλος «Αναδρομή» παραπέμπει σε μια επιστροφή προς τα πίσω. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να κοιτάξετε προς τη μνήμη και το παρελθόν μέσα από αυτή την ποιητική σας συλλογή;
Η αναδρομή εδώ έχει την έννοια της χρονολογικής σειράς των ποιημάτων. Δηλαδή σε ποιες περιόδους της ζωής μου τα έγραψα. Στη συλλογή μπήκαν πρώτα τα ποιήματα της ωριμότητας και ακολούθησαν αυτά της νεότητάς μου. Σ’ αυτήν την επιστροφή προς τα πίσω, αναπόφευκτα «συναντήθηκα» με τη μνήμη και το παρελθόν μου. Απόρροια αυτής της συνάντησης είναι η επίγνωση του χρόνου, η ανάγκη για απολογισμό, η καλλιτεχνική ωριμότητα και η νοσταλγία για όσα διάβηκαν…
Στα ποιήματά σας το συναίσθημα κατέχει κυρίαρχη θέση και συχνά μοιάζει να αποτελεί την αφετηρία της ποιητικής σας έκφρασης. Πιστεύετε ότι η ποίηση μπορεί να δώσει μορφή σε συναισθήματα που στην καθημερινή γλώσσα δύσκολα μπορούν να εκφραστούν;
Ναι, η ποίηση μπορεί απολύτως να δώσει μορφή σε συναισθήματα, που η καθημερινή γλώσσα δύσκολα μπορεί να εκφράσει. Η καθημερινή γλώσσα είναι χρηστική. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με πολύπλοκα, αντιφατικά ή βαθιά συναισθήματα οι λέξεις της καθημερινότητας μοιάζουν φτωχές. Η ποίηση καταφέρνει να ξεπεράσει αυτόν τον περιορισμό μέσα από συγκεκριμένα εργαλεία: τη μεταφορά και το σύμβολο, τη μουσικότητα και τον ρυθμό, την αξιοποίηση της σιωπής, την ένωση των αντιθέσεων (οξύμωρα).
Η ποίηση για εσάς λειτουργεί περισσότερο ως εξομολόγηση ή ως ένας τρόπος να συνομιλήσετε με τους άλλους;
Νομίζω ότι η εξομολόγηση και η συνομιλία με τους άλλους είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν η εξομολόγηση μείνει καθαρά προσωπική, κινδυνεύει να γίνει εγωκεντρική, ένα προσωπικό ημερολόγιο. Όταν ο ποιητής γράφει για να συνομιλήσει με τους άλλους, τοποθετεί το έργο του μέσα στην κοινωνία, την ιστορία και το χρόνο. Η καλή ποίηση κάνει το απόλυτα προσωπικό, καθολικό.
Η συλλογή περιλαμβάνει και μια ξεχωριστή ενότητα παιδικών ποιημάτων. Τι σας οδήγησε στην ανάγκη να συμπεριλάβετε αυτή τη διαφορετική ποιητική φωνή;
Αυτά τα ποιήματα, όπως και άλλα, γράφτηκαν πριν από πέντε δεκαετίες. Τότε που, νεαρός δάσκαλος, ένιωθα την ανάγκη να γράψω ποιήματα και για τα παιδιά. Βέβαια, αυτά τα ποιήματα στα μάτια των σημερινών παιδιών φαντάζουν ως «μουσειακά εκθέματα». Για τα σημερινά παιδιά είναι ξένα, αδιάφορα και παράξενα. Όμως, θεώρησα χρέος μου να τα συμπεριλάβω στη συλλογή για συναισθηματικούς λόγους.
Καθώς η ποίησή σας συχνά επιστρέφει στη μνήμη, σε βιώματα και ίσως σε πιο προσωπικές αναζητήσεις, αισθάνεστε ότι τα ποιήματά σας μπορεί να λειτουργούν ως μια μορφή αυτογνωσίας τόσο για εσάς τον ίδιο όσο και για τον αναγνώστη που αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτά;
Για εμένα αυτό σε κάποια μόνο ποιήματά μου ισχύει, και τούτο διότι λίγα είναι βιωματικά. Σημασία έχει να συμβεί και το δεύτερο. Αυτό είναι μια από τις συγκλονιστικές εμπειρίες που μπορεί να προσφέρει η ποίηση. Να έχει δηλαδή το ποίημα συναισθηματική απήχηση. Να σκεφτεί δηλαδή ο αναγνώστης: «Αυτό ακριβώς νιώθω και δεν μπορούσα να το πω».