Γράφει ο Μπακίρα
Ανοίγω τα φτερά της ψυχής μου καί πετώ. Πετώ στον χωρόχρονο.
Ρότα βάζω γιά την Αγρια Δύση κάποιων περαζούμενων καιρών. Να, έφθασα κιόλας!
Κάπου πρέπει να προσγειωθώ. Τί είναι αυτό πού βλέπω κεί κάτω; Πολιτεία; Ευφημισμός να πώ κάτι τέτοιο. Πολίχνη; Το ίδιο. Γιά γελαδάρικο βλαχομαχαλά τον κόβω. Καουμπόικο βλαχομαχαλά δηλαδή.
Σαν κι’αυτούς πού βλέπομε στις καουμπόικες ταινίες. Δεν συχνάζουν εκεί τα καλά παιδιά. Πιό πολύ νούμερα θα βρής. Ανεξιχνιάστου προελεύσεως καί αδιευκρινίστου παρελθόντος.
Να. Ενα τέτοιο νούμερο περπατά τώρα στον δρόμο. Καί τι σαματά πού κάνει…Βλέπεις, περπατά κουδουνιστά. Κουδουνίζουν τα νομίσματα στην τσέπη του καί τ’ασημένια σπιρούνια στις μπότες του. Τον βλάκα!
Δεν καταλαβαίνει πως έτσι δίνει στόχο;
I walked in town on silver spurs that jingled to
A song that I had only sang to just a few
Ακουσε το κουδούνισμα κι’ η κοπελιά. Κυαλάρισε καί τ’ασημένια σπιρούνια στις μπότες του. Καί προφανώς, της άνοιξεν η όρεξη.
She saw my silver spurs and said let’s pass some time
And I will give to you…summer wine.
Τον προσκάλεσε λοιπόν. << Ομορφόπαιδο, έλα να κάνωμε λίγη παρέα. Καί θα σε κεράσω ένα θε-ι-κό πιοτό>>.
Οποιο κι’αν είναι το ποιόν καί το παρελθόν του, ποιός ξέρει πόσο καιρό έχει να μυρίση καί να χαιδέψη θηλυκό. Τσίμπησε λοιπόν.
Καί καλοδέχθηκε την πρόσκληση.
Βέβαια, κάποια στιγμή κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά. Βάρυναν τα ματόκλαδα του. Τα χείλη του δεν μπορούν να μιλήσουν.
My eyes grew heavy and my lips they could not speak
Καταλαβαίνει τώρα, πως πρέπει να τού δίνη. Ομως άργησε να πάρη στροφές. Ψάχνει να βρή τα ποδια του, μα δεν ξέρει πού πήγαν.
I tried to get up but I couldn’t find my feet
Τώρα πιά, η κοπελιά τούχει φορέσει χαλινάρι κανονικά. Τον καθησυχάζει με γλυκόλογα. Καί τον κερνά, κι’ άλλο απ’ αυτό το θε-ι-κό πιοτό.
She reassured me with an unfamiliar line
And then she gave to me…more summer wine
Ξύπνησε όταν ο ήλιος έλαμπεν εκτυφλωτικά. Το κεφάλι του βαρύ κι’ ασήκωτο. Λες κι’ είχε διπλασιασθή σε όγκο. Πάνε τ’ ασημένια σπιρούνια, πάνε καί τα νομίσματα. Τα πήρε όλα κι’ έφυγε. Kαί τον άφησε ν’ αποζητά κι’ αλλο θε-ι-κό πιοτό.
When I woke up, the sun was shining in my eyes
My silver spurs were gone, my head felt twice its size
She took my silver spurs, a dollar and a dime
And left me craving for…more summer wine
Ηλθεν ώρα να εξηγήσω στην μάνα λύκαινα, την κυρά μου δηλαδή, πώς διαβάζω το τραγούδι. Η αντίδραση της;
– Αποκλείεται!
– Καλά…
Υστερα, κάπου πηγαίναμε με τ’αυτοκίνητο. Καθόταν στην θέση τού συνοδηγού. Ο ραδιοφωνικός σταθμός έπαιξε το τραγούδι.
– Ακου καλό μου!
Καί βάλθηκα να της εξηγώ. Στίχο, στίχο. Η αντίδραση της;
– Δεν έπρεπε να μού εξηγήσης. Μού χάλασες την μαγεία. Ξαφνικά, το τραγούδι δεν μ’ αρέσει πιά. Είχα μείνει με την γλυκειά εντύπωση, πως αγόρι αγαπά κορίτσι.
Ομως εγώ το λατρεύω το τραγούδι. Ιδιαίτερα από τότε πού πρόσεξα τούς στίχους. Γιατί τούς βρίσκω, τόσο πολύ αναγνωρίσιμους.
Ο Γεράσιμος μας διηγήθηκε την δική του ιστορία. Δεν συγκράτησα πότε ακριβώς συνέβη. Πιθανολογώ ανάμεσα στα μισά της δεκαετίας τού ογδόντα περίπου καί στα μισά της δεακαετίας τού εννενήντα περίπου.
Στην Κούβα το καράβι. Φόρτωνε ή ξεφόρτωνε; Δεν έχει σημασία.
Ανθυποπλοίαρχος τότε ο Γεράσιμος. Ειχαν σχολάσει οι στοιβαδόροι.
Αξιωματικός φυλακής δεν ήταν εκείνη την ημέρα. Αρα, εξοδούχος.
Μήπως θυμάσαι; Παλαιότερα στην πατρίδα μας; Κάποιες φορές στις πλατείες καποια μπάντα τού δήμου έπαιζε μουσική προς τέρψιν των παρευρισκομένων. Κερασμένη μουσική, χωρίς εισιτήριο. Ο Μανώλης
Νταλούκας έχει γράψει μιάν εκπληκτική, κατά την γνώμη μου τουλαχιστον, Ιστορία τού ελληνικού ροκ. Αναφέρει κάτι αντίστοιχο γιά το Ζάππειο στα τέλη της δεκαετίας τού πενήντα καί στις αρχές της δεκαετίας τού εξήντα. Κάποια δημοτική μπάντα έπαιζε προς τέρψιν των παρευρισκομένων. Κερασμένη μουσική, χωρίς εισιτήριο. Ακούσματα rock n roll είχαν φθάσει. Ομως τηλεόραση δεν υπήρχε. Κινηματογράφο πάλι, πόσοι είχαν δυνατότητα να πληρώσουν εισιτήριο γιά να πάνε;
Οπότε τα ρωμηόπουλα κι’ οι ρωμηοπούλες ακόυσματα rock n roll είχαν.
Εικόνες όμως δεν είχαν. Ετσι, χόρευαν το rock n roll όπως ήξεραν. Η όπως καταλάβαιναν. Φερ’ ειπείν, σαν fox trot.
Υστερα ξεκίνησαν οι επισκέψεις τού έκτου στόλου. Τ’αμερικανάκια, οι εξοδούχοι αμερικάνοι ναύτες δηλαδή, δεν άργησαν ν’ ανηφορίσουν προς το Ζάππειο. Μπορείς να φαντασθής την σκηνή;
Απ’εδώ, τα ρωμηόπουλα. Σαν σοβιετικοί εργάτες πούχαν βάλει τα καλά τους. Απ’εκεί, τ’αμερικανάκια. Τζήν καί μπουφάν. Σένιοι.
Ποιούς λες να γλυκοκοιτάζανε οι ρωμηοπούλες γκομενίτσες; Τί έγινε μετά; Τ’αμερικανάκια ξεθάρρεψαν να διδάξουν τις ρωμηοπούλες γκομενίτσες να χορεύουν το rock n roll σαν rock n roll καί όχι σαν fox trot ή σαν cha cha. Καί τι έγινε μετά; Αρχισε να πέφτη ξύλο!
Την εποχή πού ξετυλίγεται η ιστορία μας, υπήρχε ακόμα στην Κούβα η πρακτική της κερασμένης ζωντανής μουσικής από κάποια δημοτική μπάντα σε πλατείες προς τέρψιν των παρευρισκομένων. Πέραν όμως της κερασμένης ζωντανής μουσικής καί τού χορού, υπήρχε καί κερασμένο ποτό.
Μιά κι’ ήταν εξοδούχος ο Γεράσιμος, σε κάποια τέτοια πλατεία πήγε. Γνώρισε κάποια κοπελιά ντόπια. Εφυγαν από την πλατεία μαζύ να πιούν ένα ποτό κάπου. Ο Γεράσιμος ξύπνησεν ύστερ’ από δυό μέρες σε βάρκα! Εννοείται. Τού έλειπαν ρολόι καί πορτοφόλι. Από την στιγμή πού έφυγαν από την γιορτή με την κοπελιά ως την στιγμή πού ξύπνησε στην βάρκα, δεν μπόρεσε να θυμηθή τίποτα! Πόσες ώρες περπάτησε μέχρι να φθάση στο καράβι; Γιά καλή του τύχη, το καράβι δεν είχε σπατσάρει καί δεν είχε σαλπάρει. Τυχερός. Σκεψου νάχε ξεμείνει στην Κούβα κάποιων περαζούμενων καιρών χωρίς φράγκο στην τσέπη καί χωρίς χαρτιά…
Ακόμα πιό τυχερός θα είναι όταν γίνη παππούς. Σαν τί θα φαντάζωνται τα εγγόνια του ακούγωντας τις ιστορίες του; Ισως ότι έχουν έναν super παππού, πού πολέμησε την θάλασσα καί τού κόσμου την αλμύρα.
Κούβα δεν έχω πάει. Να την πώ την αμαρτία μου; Ασχέτως οιωνδήποτε πολιτικών πεποιθήσεων, η πρώτη εικόνα της Κούβας πού μούρχεται στο μυαλό είναι πολύ τρυφερή. Αναφέρομαι στην συνάντηση τού πλοιάρχου Κουστώ με τον πρόεδρο Φιντέλ. Ρώτησεν ο πλοίαρχος:
– Πρόεδρε, δεν σε βλέπω να κρατάς πούρο. Τί έγινε το πούρο σου;
Τι απήντησεν ο πρόεδρος;
– Κυκλοφορούσα παντού μ’ ένα πούρο στο χέρι. Γιατί; Γιατί είχαμε διαπιστώσει ότι αυτό κάνει καλό στην κουβάνικην οικονομία.
Ηλθεν όμως ώρα να διαφωνήσουν οι γιατροί. Επέμεναν. Κάνει κακό στην υγιεία μου. Καί μού τόκοψαν.