Γράφει ο Τάκης Γεράρδης, συγγραφέας
Βόλεψε το αυτοκίνητό του έξω από το προποτζίδικο και σκεφτόταν πόσο δύσκολο πράγμα είναι να είσαι τυχερός. Να είσαι ένας από αυτούς που κάποια φορά χαμογελάνε από ευτυχία, εφόσον η επιλογή τους βγήκε σωστή. Το ξέρει πως λένε ψέματα αυτοί που αναφέρονται στην τύχη και στην ατυχία. Από όσα εκ πείρας ο ίδιος έμαθε μάλλον δεν υπάρχει τύχη παρά μόνο ατυχία. Κι αν κάποιος δυσπιστεί ας δοκιμάσει έναν απλό κανόνα της φυσικής: Ας ρίξει ένα λίτρο νερό στη Μεσόγειο θάλασσα και μετά να προσπαθήσει να ξεδιψάσει.
Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Απέναντί του το ταμείο με τις χρηματοφάγες μηχανές. Πίσω από τον πάγκο πατέρας και γιος όρθιοι, εξυπηρετούσαν τον κόσμο που αγωνιωδώς δοκίμαζε την τύχη του, έπαιρναν τα χρήματα, άνοιγαν το συρτάρι του ταμείου κι έδιναν ρέστα. Σπάνιο πράγμα η πληρωμή εκεί. Μόνο εισπράξεις.
Στα μούτρα τους, που ήταν ολόιδια, η κατσουφιά και η μιζέρια ήταν σταμπαρισμένη, σαν σήμα κατατεθέν του καταστήματος. Έμοιαζαν καταπληκτικά πατέρας και γιος, σαν δίδυμα αδέρφια με είκοσι πέντε χρόνια διαφορά, με μια σκοτεινιά στα πρόσωπα, αντανάκλαση του μελαχρινού DNA τους, παρά κάτι θα νόμιζε κανείς πως είναι μετανάστες. Αλλά και τα ρούχα τους ήταν σκούρα και μουντά, ένα σακάκι γκρι ο μπαμπάς, ένα μαύρο ο γιος, πουλόβερ πράσινο μέχρι το λαιμό ο μεγάλος, σκούρο καφετί κι άπλυτο πουκάμισο ο μικρός.
Τους κοίταξε φευγαλέα καθώς καθόταν να συμπληρώσει το Τζόκερ, που παρόλο που κάθε λογικός άνθρωπος καταλαβαίνει πως τα νούμερα της κλήρωσης κάθε φορά είναι «πειραγμένα», τώρα, με τα αλλεπάλληλα τζακ ποτ, υπήρχε η ελπίδα πως το τεράστιο ποσόν του κουμπαρά θα μοιραστεί κάπως πιο δίκαια. Η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο. Κάποιοι είχαν προσηλωθεί στην ανάγνωση εφημερίδων και περιοδικών για τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Άλλοι, έχοντας μπροστά τους τα δελτία του Κίνο, κοιτούσαν με αγωνία την τηλεόραση. Κι οι πιο φωνακλάδες και ανάγωγοι, όπως πάντα ήταν οι παίκτες του ιπποδρόμου. Ο Λεωνίδας αναζητούσε νοερά τα δικά του νούμερα και στο μυαλό του είχε καρφωθεί πόσο πολύ μοιάζει ο πατέρας με το γιο. Ίδιο πρόσωπο που κρεμάει, ίδιες μύτες κάπως εξογκωμένες, και το κεφάλι τους σαν να αποσυναρμολογήθηκε, πετάγεται λίγο εμπρός και κρεμάει προς τα κάτω. Σαν ζωντανές μαριονέτες. Το στόμα, τα μάτια, τα αυτιά όλα ίδια.
Πηγαίνοντας στο ταμείο μουρμούραγε:
«Γαμώ την τύχη μου, κάτι σπάνιο και εξώκοσμο πρέπει να συμβεί μια φορά στη ζωή μου, κάτι σαν οιωνός που να με ειδοποιεί πως θα κερδίσω κι εγώ, γιατί αυτά τα γαμημένα τα λεφτά τα έχω πολύ ανάγκη.»
Φτάνει απέναντι από πατέρα και γιο και τότε μένει σύξυλος. Ανάμεσά τους, ερχόμενη από την τουαλέτα, σαν αερικό χώθηκε μια γυναίκα για να εξυπηρετήσει κι αυτή τους πελάτες.
«Μάνα μην μπλέκεις τον ιππόδρομο με τα άλλα ταμεία» φώναξε απότομα ο νεαρός.
Το εντυπωσιακό ήταν πως κι αυτή που είχε ολόιδια χαρακτηριστικά, φορούσε σκούρα και μουντά ρούχα και το κεφάλι της λίγο σα να ξεβιδώθηκε από τη βάση του έστεκε κρεμασμένο. Και καλά ο γιος μοιάζει συνήθως στον πατέρα. Ή μοιάζει στη μάνα. Αλλά να μοιάζει και στον πατέρα και στη μάνα καταπληκτικά, είναι σπάνια περίπτωση. Εκτός κι αν δεν είναι η γυναίκα του πατέρα αλλά η αδελφή του και μάνα του γιου. Τελικά η κάθε οικογένεια έχει τα μυστικά της.