/Μάρω Χαραλαμπίδου: Η παράσταση δε ζητά απαντήσεις… ζητά παρουσία

Μάρω Χαραλαμπίδου: Η παράσταση δε ζητά απαντήσεις… ζητά παρουσία

Η ηθοποιός Μάρω Χαραλαμπίδου συνομιλεί με τον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την παράσταση “Έναν συγγραφέα παρακαλώ” στην οποία πρωταγωνιστεί.

“Έναν συγγραφέα παρακαλώ!”. Η σάτιρα του Jean-Pierre Martinez για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Θέατρο NOŪS. Πώς θα περιγράφατε συνοπτικά την παράσταση;

Είναι μια παράσταση που μοιάζει με παιχνίδι, αλλά δεν παίζει. Σαν να γελάς και να καταλαβαίνεις ότι γελάς με κάτι που σε αφορά βαθιά. Για μένα, είναι ένα έργο που δε σέβεται τον τέταρτο τοίχο – τον παρατηρεί, τον πλησιάζει, τον ακουμπά. Εκεί κάπου συναντιούνται οι ήρωες με το κοινό: σε μια κοινή αμηχανία, σε μια κοινή ανάγκη να προκύψει κάτι αληθινό.

Τι είναι αυτό που καθιστά τόσο ενδιαφέρον το κείμενο και ποιες ήταν οι πρώτες αντιδράσεις κατά την ανάγνωση του;

Όταν το διάβασα πρώτη φορά, ένιωσα πως κάποιος γελάει μαζί μου – όχι εις βάρος μου, αλλά δίπλα μου. Με ενδιέφερε πολύ αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στο χιούμορ και στην έκθεση. Το κείμενο έχει μια ελαφρότητα που είναι απατηλή, καθώς από κάτω υπάρχει μια σχεδόν αγωνία. Σε προκαλεί να σταθείς χωρίς βεβαιότητες, όπως ακριβώς και οι ήρωες.

Πόσο σύγχρονα είναι το θέματα που θίγει και πόση σχέση έχει το αξιακό και κοινωνικό πλαίσιο του με την ελληνική πραγματικότητα;

Τα θέματα του έργου είναι ιδιαίτερα σύγχρονα, καθώς μιλούν για την ανάγκη να υπάρξεις, να ακουστείς, να σε δει κάποιος – μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς σε μετρά, σε αξιολογεί, σε καταναλώνει. Στην ελληνική πραγματικότητα αυτό είναι πολύ οικείο, ειδικά για εμάς τους καλλιτέχνες, που προσπαθούμε να ισορροπήσουμε ανάμεσα στο όνειρο και στην επιβίωση. Το έργο δεν παίρνει θέση, απλώς φωτίζει, κι αυτό, για μένα, είναι πολιτική πράξη.

Ποιες ήταν οι βασικές σκηνοθετικές οδηγίες και πόσο ταυτίζονται προσωπικά σας στοιχεία με αυτά των ηρώων – ηθοποιών της παράστασης, ιδιαίτερα μετά την πανδημία και τις επιπτώσεις της στην καλλιτεχνική δράση;

Η σκηνοθετική προσέγγιση άφηνε χώρο στο απρόβλεπτο. Δε θέλαμε να «τακτοποιήσουμε» τους χαρακτήρες. Και η Σαμ δεν αντέχει την τάξη – κινείται λίγο εκτός. Εκεί ένιωσα βαθιά ταύτιση. Μετά την πανδημία, όλα όσα θεωρούσαμε δεδομένα κατέρρευσαν. Το θέατρο έγινε ξανά μια πράξη ανάγκης, όχι συνήθειας. Κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή, νιώθω ότι κάτι διακυβεύεται. Κι αυτή η μικρή αστάθεια είναι ζωντανή μέσα στην παράσταση.

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το βασικό μήνυμα που θα αποκομίσουν οι θεατές;

Δεν πιστεύω στα μηνύματα. Πιστεύω στο αποτύπωμα που αφήνει το καθετί. Αν ο θεατής φύγει με ένα ερώτημα, με μια «αναστάτωση», με την αίσθηση ότι κάτι τον άγγιξε χωρίς να μπορεί να το ονομάσει, τότε κάτι έχει συμβεί. Η παράσταση δε ζητά απαντήσεις… ζητά παρουσία. Να σταθούμε όλοι μαζί στο ίδιο ύψος, σκηνή και πλατεία.

Λείπουν οι πρωτότυπες ιδέες από τον θεατρικό χώρο και τι χρειάζεται για να αναπτυχθεί περαιτέρω;

Οι ιδέες υπάρχουν παντού. Αυτό που λείπει συχνά είναι το θάρρος να τις αφήσουμε ανολοκλήρωτες. Το θέατρο δε χρειάζεται περισσότερη τελειότητα, χρειάζεται περισσότερη αλήθεια. Περισσότερη εμπιστοσύνη στο ρίσκο και λιγότερη ανάγκη για έγκριση.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας και ποιο το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό όνειρο σας;

Δεν κάνω μεγάλα σχέδια, προτιμώ τις μεγάλες διαδρομές. Θέλω να βρίσκομαι σε δουλειές που με ξεβολεύουν. Το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό μου όνειρο είναι να μπορώ ν’ ανεβαίνω στη σκηνή χωρίς άμυνες, να μου επιτρέπω να είμαι εύθραυστη και ζωντανή. Όπως η Σαμ. Λίγο άναρχη… λίγο επικίνδυνη… αλλά ελεύθερη.