Γράφει ο Τάκης Γεράρδης, συγγραφέας
Με αφορμή τη διπλή δολοφονία στη Φοινικούντα, ένα στοιχείο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο μέσα στον καταιγισμό των λεπτομερειών: η αστυνομία κατάφερε να εντοπίσει, μέσα σε λίγες ώρες, τη διαδρομή της μηχανής με την οποία οι δύο δράστες διέφυγαν.
Και τι διαδρομή! Από τον τόπο του εγκλήματος έξω από την Καλαμάτα μέχρι την Αθήνα, στην Καλλιθέα, όπου τελικά κατέληξαν. Τριακόσια πενήντα χιλιόμετρα διένυσαν για να κρυφτούν. Το επίτευγμα της αστυνομίας ήταν σπουδαίο. Συνδέοντας βήμα προς βήμα τα πλάνα από δεκάδες κάμερες διαχείρισης κυκλοφορίας, ασφαλείας καταστημάτων, ακόμη και κατοικιών. Ιδιωτικές κάμερες και δημόσιες.
Εύκολα μπορούμε να θαυμάσουμε την αποτελεσματικότητα αυτού του ψηφιακού «ματιού». Και πράγματι, σε τέτοιες περιπτώσεις, η τεχνολογία λειτουργεί υπέρ της ασφάλειας και υπέρ των καθωσπρέπει πολιτών.
Όμως ακριβώς εδώ γεννιούνται κάποια βαθύτερα ερωτήματα: Πόσο ελεύθεροι είμαστε σήμερα στην Ελλάδα; Πόσο πολίτες με την πολιτική και συνταγματική έννοια είμαστε; Πόσο ιδιωτικός είναι ο δημόσιος χώρος και πόσο δημόσιος ο ιδιωτικός; Πόσο ατομική είναι η ζωή μας και πόσο αυτή ανήκει και στο Κράτος; Πού σταματά το έργο της ποινικής Αστυνομίας και πού αρχίζει το έργο της πολιτικής Ασφάλειας;
Βέβαια, θα παραδεχθούμε πως δεν δείχνει να είναι η τεχνολογία καθαυτή το πρόβλημα, αλλά η απουσία ορίων στη χρήση της. Η γραμμή ανάμεσα στην ασφάλεια και την επιτήρηση γίνεται όλο και πιο αχνή.
Παλιά η Ασφάλεια στηριζόταν στο παμπάλαιο δίκτυο των χαφιέδων της. Ξεκίναγε από τον γείτονα που σημείωνε και ανέφερε όλα τα «παράταιρα» στη γειτονιά. Μετά είχε τον περιπτερά που σου έδινε την «Αυγή» και στραβομουτσύνιαζε, πήγαινε στον καφετζή που κατέγραφε κάθε λέξη και κάθε μορφασμό σου και κατέληγε στους παραδοσιακούς τύπους με τα καπέλα και τις καπαρντίνες που γίνονταν ίσκιος σου και φόρτωναν με πληροφορίες το φάκελό σου, τον ποινικό και τον πολιτικό.
Δυστυχώς οι κάμερες δεν διακρίνουν τους ενόχους από τους νομοταγείς. Δεν κοιτάζουν μόνο κλέφτες, κακοποιούς, άρπαγες και ανώμαλους. Μας κοιτάζουν και μας καταγράφουν όλους. Σιωπηλά, αδιάκριτα, αδιάκοπα, χωρίς άδεια και χωρίς να μας ξεδιαλέγουν. Το βλέμμα τους είναι παντού: στα δρομάκια, στις λεωφόρους, στις πλατείες, στα μέσα μεταφοράς, στους ανελκυστήρες, στα κινητά μας.
Ζούμε ήδη μέσα σε ένα πλέγμα αόρατης παρακολούθησης, όπου το σύνολο των κινήσεων, των επιλογών, των προσωπικών στιγμών μας μπορεί να χαρτογραφηθεί. Η Οργουελική δυστοπία του Μεγάλου Αδελφού δεν ανήκει στο φαντασιακό· πήρε άλλη μορφή, εντελώς αδιάκριτη, καθόλου ευγενική, αλλά πιο «πρακτική» και πιο ψηφιακή. Δεν μπορείς πλέον ούτε να κατουρήσεις στην ύπαιθρο, ούτε να ξύσεις τα αχαμνά σου, και βέβαια δεν μπορείς να παρανομήσεις ούτε κατά διάνοια.
Κι όμως, το έγκλημα ανθεί. Η αστυνομία μερικές φορές δείχνει να επιλέγει με ποιο ακριβώς έγκλημα θα ασχοληθεί ορεξάτα και ποιο θα το παραπέμψει στις καλένδες. Κι όταν μπαγλαρώνει με σιγουριά κάποιον που παρανόμησε, τον στέλνει στη Δικαιοσύνη. Αλλά εκεί επικρατούν άλλα ήθη και έθιμα. Θα ασχοληθώ με την Τυφλότητα των Δικαστικών Αρχών ξεχωριστά. Πάντως σημειώνω πως στην Ελλάδα έχουμε κοινοβουλευτική Δημοκρατία και όχι Δικαστική Δημοκρατία.
Αλλά οι κάμερες δεν είναι το μόνο μάτι. Γύρω από τον πλανήτη περιφέρονται χιλιάδες δορυφόροι: στρατιωτικοί, εμπορικοί, τηλεπικοινωνιακοί. Περισσότεροι από δέκα χιλιάδες. Οι πιο πολλοί δεν έχουν σχέση με τον «εξερευνητικό ρομαντισμό» του Διαστήματος, αλλά με την εποπτεία του πλανήτη.
Ο ουρανός δεν είναι πια ουρανός· είναι ένα ακοίμητο πλέγμα αισθητήρων. Φοβάμαι πως και τα συννεφάκια είναι κι αυτά στο κόλπο της παρακολούθησης. Και τα πουλιά ακόμη. Ό,τι κινείται στη Γη, ό,τι εκπέμπει σήμα, ό,τι φωτίζεται, καταγράφεται. Οι δορυφόροι δεν κοιτούν μόνο: ακούν, μεταδίδουν, συνδέουν, αρχειοθετούν. Και μαζί με αυτούς, η τεχνητή νοημοσύνη τούς δίνει επί πλέον νόημα, καθώς μαθαίνει τα μοτίβα μας, τις συνήθειές μας, τις αδυναμίες μας.
Το ίδιο κάνουν και τα «αθώα» αντικείμενα: τα κινητά τηλέφωνα που ακούν, οι τηλεοράσεις που «προτείνουν» περιεχόμενο, τα μικρόφωνα που μένουν ανοιχτά ακόμη κι όταν νομίζουμε πως τα έχουμε κλείσει. Δεν είναι συνωμοσία· είναι παγκόσμια σχεδίαση. Ο χρήστης έγινε υποψήφιος καταναλωτής προϊόντων. Η προσοχή, το συναίσθημα, η φωνή, η διαδρομή, το πρόσωπο, όλα είναι δεδομένα. Και ό,τι καταγράφεται, μπορεί να αξιοποιηθεί. Και κυρίως, στον ψηφιακό κόσμο, να παραμείνει αθάνατο. Γιατί όλα αυτά που παρατηρήθηκαν, σήμερα, με την μοντέρνα τεχνολογία δεν θα φύγουν ποτέ! Ακόμη και τα εγγόνια των εγγονιών μας θα δεσμευτούν από αυτά. Η ατομικότητα δεν καταργήθηκε με χουντικό νόμο· εξατμίστηκε με ευκολία.
Η μεγάλη ειρωνεία είναι πως όλα αυτά τα δεχθήκαμε εθελοντικά, με εφησυχασμό και με τη γοητεία της ασφάλειας. Θέλαμε να «ανήκουμε», να είμαστε μέρος του παγκόσμιου ιστού. Και πράγματι, είμαστε κόμβοι ενός τεράστιου μηχανισμού επιτήρησης. Στην αρχή μας είπαν πως ήταν για το καλό μας. Τώρα, απλώς δεν χρειάζεται να μας πουν τίποτα.
Η επιτήρηση του κόσμου δεν έγινε με βία, αλλά με pixels. Τα μάτια του συστήματος, ψυχρά και χωρίς αισθήματα, δεν κρίνουν· απλώς καταγράφουν. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό: η επιτήρηση χωρίς πρόθεση, η καταγραφή χωρίς πάθος. Μια σιωπηλή, τεχνολογική παντογνωσία που γνωρίζει τα πάντα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτα.
Αναρωτιέμαι πόσες φορές την ημέρα με βλέπουν χωρίς να το ξέρω. Και τι αξία έχει πια η σκιά μου, αν δεν της ανήκει η σιωπή. Ααα. Να μην ξεχάσω, να φροντίσω το χτένισμα, το ξύρισμα και τα ρούχα μου, βρε αδερφέ, όταν βγω από το σπίτι. Θα με καταγράψουν οι γήινες κάμερες και οι διαστμικές …
Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι πια αν μας βλέπουν ή μας ακούν. Είναι αν θυμόμαστε ακόμη τι σημαίνει να υπάρχουμε χωρίς να μας βλέπουν και χωρίς να μας ακούνε.
Αν μπορούμε να καταγράψουμε για τον εαυτό μας το «λάθε βιώσας».