/Η οικονομία στα χρόνια του Μινωικού πολιτισμού

Η οικονομία στα χρόνια του Μινωικού πολιτισμού

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

Αν η ανάπτυξη διαφόρων μορφών οικονομίας λειτουργούσε άλλοτε με βραδύτερο κι άλλοτε με ταχύτερο ρυθμό στον ελλαδικό και τον ΝΔ μικρασιατικό χώρο (Λυδία) από την 4η χιλιετία μέχρι το τέλος της εποχής του χαλκού (1100-1125 π Χ) — εποχής με σωζόμενα έργα μικροτεχνίας, επιρροής της μυκηναϊκής και Αιγαιοανατολικής τέχνης στους κλάδους: μεταλλουργία, αργυροχοΐα, ελεφαντουργία και σμαλτοτεχνική) — στην Κρήτη (ομφαλό της Ανατολικής Μεσογείου στο Βόρειο Κρητικό Πέλαγος, νότια του Αιγαίου) η πλουτοφόρος καρποφορία της γης οδηγούσε σε εκρηκτική άνοδο την οικονομία της.

Άνοδο του Μινωικού πολιτισμού (ο οποίος, σημειωτέον, χωρίζεται σε τρεις φάσεις: την Πρωτομινωική εποχή: 3000 – 2000 π Χ — την Μεσομινωική: 2000 – 1550 π Χ και την Υστερομινωική εποχή: 1550 – 1100 π. Χ) με κέντρα τις ανακτορικές πόλεις της Κνωσού και της Φαιστού (τις οποίες λες και είχε ”αγγίξει” ο Μίδας με τη μορφή του βασιλιά Μίνωα), αλλά και τα ανακτορικού τύπου κτίσματα στα δυτικά του νησιού, με πρώτο αυτό της Ιεράπετρας Λασιθίου.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι τα ανακτορικού τύπου κέντρα με πρώτα τα ανάκτορα της Κνωσού και της Φαιστού ήταν μεγαλειώδη κατασκευαστικά δημιουργήματα του Μινωικού πολιτισμού κατά την πρώιμη έκφανσή του (Ύστερη εποχή του Χαλκού [1600-1100 π.Χ].-Πρωτομινωική περίοδος, 3000-2000 π Χ // εποχή αρχής των τοπικών παραδόσεων στη λιθοτεχνία. την γραπτή κεραμική, τη λιθοτεχνία, τη μεταλλοτεχνία και τη σφραγιδογλυφία).

Κατά τα μέσα εκείνης της περιόδου άρχισαν να κτίζονται στην Κρήτη ορισμένοι οικισμοί και οι πρώτοι μνημειώδεις τάφοι για μεγάλες οικογένειες ή ολόκληρες κοινότητες, ενώ γύρω στο 2000 – 1900 π Χ ανεγέρθηκαν τα πρώτα ανάκτορα στην Κνωσό, τη Φαιστό, τα Μάλια και τη Ζάκρο (τύπου ανακτορικών κατασκευών στην Έμπλα και το Μάρι της Συρίας).

Η ύπαρξη οργανωμένης διοικητικής δομής (αντάξιας με εκείνη των σύγχρονων αυτοκρατοριών της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου), αυστηρής κοινωνικής διαστρωμάτωσης και ενός ευρύτερου πλέγματος οικονομικών και πολιτικών σχέσεων εκείνη μεταξύ Κρητών και άλλων λαών της Ανατολικής Μεσογείου, καθρεφτίζονται σ’ αυτά τα μνημειακά συγκροτήματα με τα ανάκτορα και τους τάφους.

Η επαφή των Κρητών με μεγάλους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου τους επηρέασε, ασφαλώς, και τους οδήγησαν σε αλλαγές και υιοθέτηση νέων μεθόδων διοικητικής οργάνωσης, αλλά και στη χρήση (για πρώτη φορά) σφραγίδων και γραφής για την τήρηση αρχείων, λατρευτικών πρακτικών, νέων καλλιτεχνικών τάσεων, υλικών και τεχνικών κατεργασίας.

Έκτοτε – και κυρίως κατά την Νεοανακτορική περίοδο, 1700-1450 π Χ (ίδρυση νέου ανακτόρου στην Αγία Τριάδα, κοντά στη Φαιστό, περίπου το 1650) – πολλαπλασιάστηκαν οι σχέσεις της Κρήτης με την Ανατολή. Άνοιξε ο δρόμος για εισαγόμενες πρώτες ύλες σε μεγάλες ποσότητες στα Μινωικά ανάκτορα (πυρήνες οικονομικής δραστηριότητας και καλλιτεχνικής παραγωγής), αλλά και αντικειμένων πολυτελείας από την Αίγυπτο, τη Συρία, τη Μεσοποταμία και τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας.

Επιπλέον, η θρησκευτική ιδεολογία ανατολικής και αιγυπτιακής προέλευσης επηρέασε τον τοπικό πολιτισμό της κρητικής καθημερινότητας. Αντίστοιχο επηρεασμό απ’ τους Μινωίτες δέχθηκε, φυσικά, και η καθημερινότητα των κατοίκων της Ανατολής συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου. Έτσι δημιουργήθηκε από Κύπριους και Μινωίτες η ”κυπρομινωική γραφή” στο λιμάνι Ουγκαρίτ (σημερινό Ρας Σάμρα) της Συρίας, όπου γεννήθηκε το πρώτο αρχαίο φωνητικό αλφάβητο.

Σαν αποτέλεσμα συνεύρεσης της μινωικής με την ανατολίτικη παράδοση, είχαμε την παρείσφρηση στην πρώτη ξενόφερτων, ανατολίτικων συμβόλων, όπως οι γρύπες (μυθολογικά τέρατα με σώμα λιονταριού και κεφάλι και φτερά αετού), οι σφίγγες (μυθολογικά τέρατα με σώμα λιονταριού και κεφάλι ανθρώπου) και οι δαίμονες της βλάστησης.

Άνοιξε ο δρόμος, ουσιαστικά, για προσέγγιση του κρητικού (μινωικού) πολιτισμού της Μεσογειακής Δύσης με εκείνον της Ανατολής. Για διεύρυνση των εμπορικών ανταλλαγών με αυτήν (κάτι που έδωσε ώθηση στην τοπική κρητική οικονομία) και υιοθέτηση από τους Μινωίτες της τεχνολογίας του χαλκού, την οποία εκπροσωπούσε μια σειρά αναβαθμισμένων ποιοτικά εργαλείων εξοπλισμού στη γεωργία, υλοτομία, αρχιτεκτονική, ναυπηγική κλπ.

Παράλληλα είχαμε και εμπορικό άνοιγμα για την είσοδο νέων καλλιεργειών στον πρωτογενή γεωργικό τομέα (κυρίως ελιάς και αμπέλου). Είχαμε αύξηση των θαλάσσιων επαφών και διεύρυνση των εμπορικών ανταλλαγών Ανατολής-Κρήτης. Η ανατολική επιρροή, επιπλέον, άλλαξε και τις τακτικές του πολέμου των Κρητών, όπως και τον επιθετικό οπλισμό τους, που εμπλουτίστηκε από αποτελεσματικότερα μετάλλινα όπλα.

Με δεδομένα αυτά, η εξελικτική άνθιση του Μινωικού πολιτισμού (3000/3200-1450/1000 π Χ, τέλη Νεολιθικής εποχής, αρχή της εποχής του Σιδήρου) οδήγησε – γύρω στο 2.000 π Χ – στην ανάπτυξη της οικονομίας πρωτογενούς παραγωγής (με πρωτοπόρες τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία) και όχι μόνο.

Αυτό το επιβεβαιώνουν, άλλωστε, τα αξιοθαύμαστα αρχαιολογικά ευρήματα του Βρετανού αρχαιολόγου Arthur Evans (1851-1943) στις μινωικές πόλεις (Κνωσό, Φαιστό, Γόρτυνα κλπ, με χώρους αποθήκευσης αγαθών στα ανάκτορα και τα κεντρικά κτίρια περιφερειακών οικισμών), πράγμα που αναδεικνύει τον λαμπρό πολιτισμό των Κρητών με εξέχοντα δείγματα ανάπτυξης σε όλα τα επίπεδα.

Δείγματα γραφής, στοιχεία της γλώσσας και του πολιτισμού των Κρητών (ιερογλυφικά / σύστημα ιδεογραμμάτων και συλλαβική Γραμμική Α’ [2100-1450], κατασκευαστικές, λεπτές τεχνικές για ωραία σπίτια με λουτρό και ορόφους, χώροι εκγύμνασης και λατρείας, ενδύματα, κοσμήματα και αθλητικές ενδυμασίες, καθώς οι Κρήτες αθλητές (γυναίκες και άνδρες) δεν ήταν γυμνοί κατά τους αγώνες, όπως οι ολυμπιακοί συνάδελφοί τους.

Όλα αυτά, φυσικά, είχαν εκτινάξει την κρητική οικονομία στα ύψη, με αποκορύφωμα το 1600 π. Χ. Περίοδο κατά την οποία Κρήτη είχε αναπτυχθεί ιδαίτερα: οικονομικά, πολιτιστικά και πολεμικά. Πράγμα που έγινε αφορμή για επέκταση των Μινωιτών – ως αποίκων της ηπειρωτικής Ελλάδας – στις περιοχές της μεσοελλαδικής Ελλάδας (Μεσσηνία, Αργολίδα, Φωκίδα και Βοιωτία), όπου γίνονταν αποδεκτοί από τους κατοίκους.

Γίνονταν αποδεκτοί και συναλλάσσονταν μαζί τους με αντάλλαγμα οικονομικά ευεργετήματα, γιατί οι Μινωίτες ήταν πιο πολιτισμένοι και πλούσιοι από τους Μεσοελλαδίτες. Έτσι οι τελευταίοι εκμινωίστηκαν δίχως να το καταλάβουν και έγιναν φορείς μετάδοσης του Μινωικού πολιτισμού και στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα.

Λαμπρά δείγματα προόδου της κρητικής οικονομίας (για να επανέλθουμε σε αυτήν) αναγνωρίζουμε – με βάση αρχαιολογικές έρευνες του Άρθουρ Έβανς και μεταγενέστερων – σε πυρήνες βιοτεχνίας κατασκευής εργαλείων, αγγείων, ειδών οικιακής χρήσης, κοσμημάτων, κρητικών ενδυμάτων από μαλλί, λινάρι και κατεργασμένο δέρμα και οικοδομικών υλικών, δεδομένου ότι ο κατασκευαστικός οργασμός κλιμακωνόταν εξελικτικά στην Κρήτη μετά την πρωτοκατοίκησή της κατά την Νεολιθική εποχή [6800-3200 π. Χ) με συνήθεις έδρες των βιοτεχνιών αποθήκες και εργαστήρια ενσωματωμένα στις οικίες των ιδιοκτητών τους.

Ωστόσο, παρά τον αναπτυγμένο πολιτισμό, δε ζούσαν όλοι το ίδιο καλά στην Μινωική Κρήτη. Υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί. Τα αυτοκρατορικά πιθάρια των ανακτόρων του βασιλιά Μίνωα (ο οποίος έζησε τρεις γενιές πριν από τον Τρωικό πόλεμο [1250-1240 π Χ]. και ήταν γιος του Δία και της Ευρώπης, αδελφός του κριτή του Άδη Ραδάμανθυ και του βασιλιά της Λυκίας [Μικρά Ασία] Σαρπηδόνα, κατά τον Ηρόδοτο και την Ελληνική Μυθολογία) ήταν γεμάτα προς ικανοποίηση των πρώτων και όχι των δεύτερων.

Έτσι στα σπίτια των απλών ανθρώπων δύσκολα αντιμετωπιζόταν η φτώχεια λόγω της υπάρχουσας άνισης πρόσβασης στα αγαθά. Και επειδή δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτοί την οικονομική κρίση, πολλοί εγκατέλειπαν το νησί τους λόγω ανεπάρκειας μετάλλων στον ελλαδικό χώρο και υπερεπάρκειας στο χώρο μετανάστευσής τους (Κάτω Ιταλία-Τυρρηνία/Ετρουρία [αρχαία χώρα της ιταλικής χερσονήσου]-Γαλλία-Ισπανία-Βρετανία [Κορνουάλλη] και Κυρηναϊκή [Ανατολική Λιβύη]).

Την παρατεταμένη οικονομική κρίση εκείνης της περιόδου τη διαδέχθηκε η οικονομική ομαλότητα (1700-1400πΧ), χάρη στην οποία πέρασε η κριτική οικονομία σε νέα φάση ακμής με πολλά πλεονεκτήματα: την επινόηση νέου τύπου γραφής (”Γραμμική” την ονόμασε ο Άρθουρ Έβανς), την κατασκευή λαμπρών ανακτορικών κτισμάτων, αγγείων τελειότητας προς εξαγωγή, αλλά και εντυπωσιακών κοσμημάτων με ημιπολύτιμους λίθους, που στόλιζαν τις καλοντυμένες Μινωίτισσες, οι οποίες απολάμβαναν πρωτοφανή πλούτο.

Πλούτο απολάμβαναν και οι Κρήτες χωρικοί λόγω αφθονίας των πρώτων υλών που εξήγαγαν σε φρούτα, λαχανικά, μελισσοκομικά προϊόντα κλπ. Αφθονίας σε ”εδώδιμα” και αμπέλια. Σε φάση ανάπτυξης, όμως, ήταν και η αισθητική της ένδυσης, η κατασκευή όπλων, οχυρωματικών έργων, και καραβιών που μετέφεραν τα προϊόντα του κρητικού πολιτισμού στον κόσμο.

Κι αυτό την ίδια εποχή της καθόδου των Δωριέων (”Ηρακλειδών”) στη Βόρεια Ελλάδα (1100 π Χ), την οποία ακολούθησε η διάχυσή τους στην Ήπειρο και την Νότια Ελλάδα μέχρι την Πελοπόννησο (πλην Αρκαδίας). Έτσι επεκτάθηκε η οικονομική τους δραστηριότητα, που ήταν κατώτερη εκείνης των άλλων Ελλήνων και, προπάντων, των Κρητών.

Από τη στιγμή που άρχισε να χάνει τη λάμψη της η οικονομική ανάπτυξη και να παραμελείται η ναυτιλία στην ηπειρωτική Ελλάδα, ξέσπασαν ληστρικές επιδρομές σε καθημερινή βάση, αναγκάζοντας τους φιλήσυχους κατοίκους να οπλοφορούν, για να διαφυλάξουν τη ζωή και τις περιουσίες τους.

Η οικονομία επικεντρώθηκε και πάλι στη γεωργία και την κτηνοτροφία, καθώς η γη έγινε πιο παραγωγική με την άρδευση δια των τεχνητών μέσων και τη χρήση ξύλινου άροτρου, χειρόμυλων, δρεπανιών και πέτρινων μεγάλων γουδιών για το άλεσμα, ενώ αναπτύσσονταν παράλληλα και η κτηνοτροφία χάρη στα φυσικά λιβάδια που υπήρχαν (”λειμώνες’) και τα άφθονα δάση, όπου έβοσκαν τα ζώα τους οι Έλληνες της Μινωικής Εποχής: τα βόδια, τις αγελάδες, τους ταύρους, τα αιγοπρόβατα, τους χοίρους και τα πουλερικά τους… (Ησίοδος: ” Ἔργα καὶ Ἡμέραι”).

 

Κρινιώ Καλογερίδου

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ

 

Η ηφαιστειακή έκρηξη στη Σαντορίνη γκρεμίζει τον Μινωικό πολιτισμό

 

Από τη στιγμή που οι Μινωίτες πήραν τα φώτα της κατεργασίας μετάλλων απ’ την Ανατολή, πολλαπλασίασαν την ποικιλία εργαλείων και όπλων, δίνοντας ώθηση στις παραγωγικές βιοτεχνικές μονάδες (οικιακές ή εργαστηριακές), που επεξεργάζονταν άφθονο υλικό βυρσοδεψίας, υφαντουργίας και ξυλουργίας ή μεταλλουργίας και αγγειοπλαστικής, αντίστοιχα.

Ο καταμερισμός της εργασίας, η ειδίκευση, είχε ήδη ξεκινήσει απ’ τα εργαστήρια, που έκαναν θαύματα στην κατασκευή και ειδών πολυτελείας ακόμα, εξελίσσοντας παράλληλα την οικονομική δραστηριότητα στον τομέα της αρωματοποιίας (σε υποτυπώδη μορφή), μετά την επαφή των Κρητών με χώρες της Αφρικής και της Ανατολής για παραγωγή αιθέριων ελαίων βάσει της Χημείας.

‘Έτσι από το 2.000 μέχρι το 1450 π Χ (έτος εκδήλωσης καταστροφικού σεισμού που ισοπέδωσε τα μινωικά ανάκτορα – πλην εκείνου της Κνωσού – και οδήγησε σε νέα καταστροφή του μινωικού πολιτισμού, μετά από εκείνη του 1500), άνθιζε η οικονομία στην Κρήτη και μαζί της άνθιζαν πολλές μορφές Τέχνης σε αξιοθαύμαστο βαθμό.

Τα αγγεία από πηλό ή πέτρα, τα κοσμήματα και οι τοιχογραφίες στο ανάκτορο της Κνωσού (που παριστάνουν, συνήθως, θρησκευτικές ή τελετουργικές πομπές και ειδυλλιακά τοπία με πυκνή βλάστηση, ύπαρξη ζώων και θαλασσίων ειδών) είναι εξαίρετα δείγματα τα οποία διασώζονται από εκείνη την εποχή.

Ειδικά τα αγγεία της Μινωικής Κρήτης είναι ασύγκριτα, είτε αυτά που κατασκευάστηκαν στα εργαστήρια των ανακτόρων της Κνωσού και της Φαιστού είτε τα Καμαραϊκά στο Τυμπάκι Ηρακλείου, που πήραν το όνομά τους από το σπήλαιο των Καμάρων όπου βρέθηκαν.

Αγγεία για τελετουργία με πολύπλοκα καμπυλόγραμμα σχέδια, όπου κυριαρχούν οι αναπαραστάσεις κυνηγιού του μινωικού ταύρου, αλλά και μινωικά ειδώλια γυναικών ή σύμβολσ (βλ. ”Θεά των Όφεων/Φιδιών”, προπομπό της κρητικής Ρέας), ανδρών και ζώων, όπως και σφραγίδες από ελεφαντόδοντο και ημιπολύτιμους λίθους με εγχάρακτα γεωμετρικά σχέδια.

Η περίοδος ακμής, ωστόσο, της μινωικής αγγειογραφίας και πλαστικής τερματίστηκε απότομα λόγω του καταστροφικού σεισμού το 1450 βάζοντας τέλος στους αιώνες άνθισης του μινωικού πολιτισμού (3000-1450 π Χ). Του σεισμού είχε προηγηθεί, σημειωτέον – προ 50ετίας περίπου – η καταστροφική ηφαιστειακή έκρηξη κατά την Υστεροκυκλαδική περίοδο (1600 – 1100 π. Χ στη νήσο Στρογγύλη (σύμπλεγμα Μεγίστης/Καστελορίζου), η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την ενεργοποίηση του ηφαιστείου της Θήρας και τη δημιουργία καλδέρας (της καλντέρας της Σαντορίνης).

Σημειωτέον, επίσης, ότι η εν λόγω ηφαιστειακή έκρηξη – που εκτιμάται ότι έγινε το 1500 π Χ – ήταν τόσο τρομερή, που κατέστρεψε τον προϊστορικό πολιτισμό του νησιού, ενώ η τέφρα της περιφερόταν για καιρό στην ατμόσφαιρα. Είχε σκοτεινιάσει μάλιστα ο ουρανός και ο βρόντος της είχε φτάσει στην σημερινή Υεμένη (Αραβική Χερσόνησος, Μέση Ανατολή).

Έτσι εξηγείται γιατί Μινωική Κρήτη σκεπάστηκε από τέφρα, ενώ – όπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά ευρήματα – κατακλύστηκε από παλιρροϊκό κύμα η βόρεια ακτή της. Έτσι εξηγείται γιατί καταστράφηκαν αιφνιδιαστικά όλες οι σοδειές και η κτηνοτροφία στο νησί. Εξασθένησαν, επιπλέον, οι αντιστάσεις των Κρητών και τελικά υποτάχθηκαν εύκολα στους Μυκηναίους.

Στους Μυκηναίους οι οποίοι – μετά την εγκατάστασή τους – κυριάρχησαν στην Κνωσό, τη Φαιστό και τα Χανιά, χωρίς όμως να εξοντώσουν τον πληθυσμό με τον οποίο τους συνέδεε ”το ὅμαιμον, το ὁμόγλωσσον, το ὁμόθρησκον και το ὁμότροπον” του Ηροδότου.

Τα περισσότερα έργα Τέχνης εκείνης της περιόδου, τα οποία έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην Κρήτη, προέρχονται κυρίως από εργαστήρια της Κεντρικής και Ανατολικής περιφέρειας του νησιού. Περιοχές που ήταν οι μόνες οι οποίες… ”σήκωσαν κεφάλι” δημιουργικότητας μετά το σεισμό του 1450 και – παρά την εξασθένηση της πολιτικής και διοικητικής οργάνωσης λόγω του προηγηθέντος σεισμού στην Κρήτη – εξακολουθούσαν (υπό την κατοχή των Μυκηναίων, πλέον) να απογειώνουν τη βιοτεχνική παραγωγή στην Κρήτη.

Αυτό μέχρι το 1370 π Χ, οπότε καταστράφηκε οριστικά το ανάκτορο της Κνωσού, τα εργαστήρια του οποίου ήταν η βασική πηγή τροφοδότησης γνωστών έργων Τέχνης προς την υπόλοιπη Ελλάδα και την Ανατολή.

Η Κρήτη έγινε επαρχία του μυκηναϊκού κόσμου διαχέοντας σε αυτόν πολλά από τα χαρακτηριστικά του μινωικού πολιτισμού σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε Γεωμετρική (1100/1050-760/700) και σφραγίστηκε πληθυσμιακά με την κάθοδο των Δωριέων (1100 π Χ) από τη ΒΔ Ελλάδα προς την νότια (Θεσσαλία-Στερεά-Πελοπόννησο, μέχρι τη Λακωνία).

Εποχή κατά την οποία είχαμε κλειστή αγροτική οικονομία με πηγή ανάπτυξης τη γη (γεωργία, κτηνοτροφία) και περιορισμένη την εργασιακή ειδίκευση (λίγοι οι τεχνίτες), ενώ απουσίαζε παντελώς η εξωστρεφής βιοτεχνική ανάπτυξη (”κλειστές” βιοτεχνίες), γιατί μονάδα παραγωγής και κατανάλωσης έγινε ο οίκος (το σπίτι).

Αποτέλεσμα αυτού ήταν όλα τα προϊόντα να παράγονται και να καταναλώνονται στο πλαίσιο αυτού, τον έλεγχο του οποίου είχε ο επικεφαλής της οικογένειας μαζί με όλα τα συγγενικά του πρόσωπα, στην υπηρεσία των οποίων ήταν οι εξαρτώμενοι οικονομικά ελεύθεροι και δούλοι.

Αξίζει να σημειώσουμε, τέλος, ότι η εποχή αυτή σημαδεύτηκε, επίσης – σε επίπεδο Τέχνης – κι από την επικράτηση των γεωμετρικών μοτίβων (σ.σ: στα αγγεία οι Κρήτες ζωγράφιζαν γεωµετρικά σχήµατα, όπως ο αρχαίος ελληνικός μαίανδρος κλπ).

Δεδομένων τούτων, θα περίμενε κανείς τη διεύρυνση (το πλάτεμα και το βάθεμα) του Μυκηναϊκού πολιτισμού απ’ τη στιγμή που είχε συμπεριλάβει στοιχεία του Μινωικού (ο οποίος είχε φτάσει σε υψηλό επίπεδο κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης και καλλιτεχνικής παραγωγής) και του πολιτισμού των Δωριέων, ο οποίος ήταν φτωχότερος έναντι των άλλων δύο. Ωστόσο δε συνέβη αυτό. Αντίθετα…

Εκατό χρόνια πριν την κάθοδο των Δωριέων – κάπου γύρω στο 1200-1100 π Χ – άρχισε να εκδηλώνεται η παρακμή των μυκηναϊκών κέντρων. Παρακμή που μεγάλωνε προϊόντος του χρόνου, με αποτέλεσμα να βυθιστεί για 300 χρόνια (”Ελληνικός Μεσαίωνας – Σκοτεινοί Χρόνοι”) σε τέλμα όλη η Ελλάδα πολιτιστικά, σε βαθμό που να μη χρησιμοποιείται ούτε η γραφή. Αιτία για την οποία τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι λιγοστά.

Τελικά από το 800 π Χ άρχισε να χρησιμοποιείται και πάλι η γραφή. ”Επικαιροποιήθηκε” – σε επίπεδο θρησκείας – το Δωδεκάθεο του Ολύμπου και άρχισαν να λειτουργούν τα ιερά, ενώ συγγράφηκαν απ’ τον Όμηρο τότε τα περίφημα ”Ομηρικά έπη”.

Είχαμε μπει ήδη στην Αρχαϊκή Εποχή (800 -500 π. Χ: α. Κλασική, 490/80-450 π Χ, β. Μέση Κλασική, 450-400 π Χ και γ. Ύστερη Κλασική: 400-380 π Χ]). Εποχή που τοποθετείται χρονολογικά το 700 με 508 π. Χ – χρονιά θεμελίωσης στην Ελλάδα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας από τον Κλεισθένη (508-507 π. Χ) – ενώ κάποιοι προσδιορίζουν το τέλος της το 490/480 π Χ (Α’ & Β’ Περσικός Πόλεμος, ελληνικές νίκες στον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, αντίστοιχα).