/Μικρό Διήγημα: Η Ταμάρα (Μπακίρα)

Μικρό Διήγημα: Η Ταμάρα (Μπακίρα)

Γράφει ο Μπακίρα

Με την Buntai Maru στο Novorossisk…Το 1978.

Σε βλέπω. Δεν πρόλαβα ν’ανοίξω το στόμα μου, κι’έχεις ήδη

απορίες…Κι’ετοιμάζεσαι προφανώς να με ρωτήσης, γιατί μιλώ γι’ένα

πλεούμενο σε γένος θηλυκό; Κι’έχεις δίκιο!

Γιατί παίρνομε παράδειγμα από τούς βρετανούς! Θαρρώ, η

ποντοπόρος ναυτιλία της σύγχρονης ρωμηοσύνης έχει διδαχθή ουκ’ολίγα

από τούς βρετανούς. Καί στα εγγλέζικα, το πλεούμενο είναι γένους

θηλυκού! Eίναι “she” δηλαδή “αυτή”, δεν είναι “it”, δηλαδή “συτό”.

Ομως δεν είναι μόνον οι βρετανοί.

Η μητέρα λύκαινα, η κυρά μου δηλαδή, είναι φιλόλογος στις

σπουδές. Το σχόλιο της όταν άκουσεν αυτήν την εξήξηση; Δηλαδή, σαν

τα αρχαία ελληνικά. Η ναύς,η ολκάς…

Αλήθεια, στα νέα ελληνικά τι συμβαίνει; Λέμε, η μπρατσέρα, η

γολέτα, η κορβέτα, η φρεγάτα. Λέμε όμως καί το μπρίκι, το

μπριγκαντίνι, το καραβόσκαρο, το λίμπερτυ, το καίκι…

Να σού πω πως ξέρω την αιτία της διαφοράς, θα σού πω ψέματα.

Ομως νομίζω πως μπορώ να την πιθανολογήσω. Τα δεύτερα τα έχω γιά

πιό μικρά από τα πρώτα. Αν όντως έιναι έτσι, μήπως είναι σαν να

λέμε <<το παιδί>>;

Το Novorossisk τώρα, πως γράφεται; Κάπως έτσι, ή Novorossiysk;

Αν θυμάμαι καλά, Novorossisk το γράφαμε. Κάπως έτσι το προφέραμε

κιόλας.

Ως εδώ καλά. Ομως το πλεούμενο, γιατί το αναφέρω με το παληό

του όνομα; Με το όνομα πού είχε πριν περάσει σε ρωμαίικα χέρια,

πριν γίνει ρωμηά;

Γιατί θ’αφηγηθώ αληθινά συμβάντα. Οφείλω να καλύψω την ταυτότητα

των πρωταγωνιστών. Εστω κι’αν, κάποιοι βρίσκονται ήδη στον

παράδεισο. Προφανώς, τούς υπαρκτούς ή υπάρξαντες χαρακτήρες θα

προσπαθήσω να βαφτίσω με φανταστικά ονόματα.

Φορτώνομε οικοδομική ξυλεία.

Προορισμός τού φορτίου, κάποια αραβική χώρα. Συνήθισμένο το

δρομολόγιο μας. Πιό συχνά, ξεφορτώνομε μεσα στον Αραβικό Κόλπο.

Κάποιες φορές, στην Ερυθρά Θάλασσα. Λιγώτερο συχνά, στην ανατολική

Μεσόγειο. Να εξηγήσω. Κάποιοι από εμάς, στην δική μας θαλασσινήν

αργκώ λέμε Αραβικό Κόλπο αυτόν πού οι στεριανοί λένε Περσικό Κόλπο.

Κάτι ακόμα να θυμίσω. Ως τις αρχές της δεκαετίας τού εβδομήντα,

στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες πολλοί άνθρωποι ζούσαν σε τρώγλες καί

τσαντήρια. Η άνοδος της τιμής τού πετρελαίου γέννησεν εισόδημα.

Οπότε θέλησαν να μετακομίσουν σε κανονικά σπίτια. Αυτό δημιούργησε

σημαντικές εισροές φορτίων με οικοδομικά υλικά. Ενα μεγάλο μέρος

αυτών των φορτίων καλύφθηκεν από την ποντοπόρο ναυτιλία της

σύγχρονης ρωμηοσύνης.

Με τα παιδιά στο καράβι γενικώς είμαι καλά. Ό μως ξεχωριστή παρέα

κάνω με τον μαστρο-Παντελή, τον δεύτερο μηχανικό. Είκοσι πέντε

χρονών ο Παντελής τότε, είκοσι εγώ. Ηλικίες όπου επιβάλλεται να

μπερδέψης το φανταστικό με το πραγματικό. Να τολμήσω μιά κουβέντα;

Είναι παθολογική κατάσταση κάποιες φορές, σε τέτοιες ηλικίες να μην

μπερδεύης το πραγματικό με το φανταστικό.

Εχομε γνωρίσει κάποια ντόπια παρέα. Αμέμπτου ηθικής, η παρέα μας

δεν είναι. Οπως το έθετε κι’ο Παντελής, σπασμένα ξεσπασμένα, πάντως

μιλούν αρκετά ελληνικά ώστε να μπορούμε να επικοινωνήσωμε. Αλλωστε,

φιλοσοφική συζήτηση δεν πρόκειται να ανοίξωμε. Αυτά τα ελληνικά,

από πού τάμαθαν; Από την Παναγία;

Ομως αυτό δεν εμποδίζει τον Παντελή καί την Ταμάρα να φέρωνται

ο ένας στον άλλον σαν δύο ερωτευμένα παιδιά. Χωρίς να παίζουν

θέατρο. Ως τότε, νόμιζα πως ο Νίκος Καββαδίας αφηγείται τρυφερές,

αισθαντικές ιστοριούλες. Παραμυθάκια τρυφερά, βγαλμένα όμως από

την φαντασία του. Τώρα, ζούσα μιά τέτοιαν ιστορία καθώς

ξετυλιγόταν. Ημουν μάλιστα, ένας από τούς χαρακτήρες της. Εστω καί

σε δεύτερο ή τρίτο ρόλο.

Πρώτο βράδυ στο σπίτι της παρέας μας, συναντήσαμε μιά συντροφιά

ντόπιων. Μάλιστα, μας δασκάλεψαν. Να πούμε ότι ο Παντελής

θ’αρραβωνιασθή την Ταμάρα. Κι’εμένα με περοορίζουν γιά κουμπάρο.

Ισχυρίζονταν, πώς έτσι θα γλυτώνανε τού κόσμου την κακογλωσσιά…

Κάποιος Ζηνόβη, έπαιζε μιά θεική κιθάρα. Η μήπως εμένα μού φάνηκε

θεική; Επειδή δεν περίμενα τέτοια παρε-ί-στικην ατμόσφαιρα σε

τέτοια συντροφιά;

Σεπτέμβρης μήνας. Τού Σταυρού, εμείς στο καράβι δεν δουλεύομε.

Μόνον βάρδιες ρουτίνας καί κάποιες ομάδες stand by. Ευλογημένη

σύμπτωση. Ούτε το λιμάνι δουλεύει. Γιορτάζει τα τριάντα πέντε

χρόνια από την απελευθέρωση της πόλεως, κατά τον δεύτερο παγκόσμιο

πόλεμο.

Πήγαμε περίπατο στο δάσος. Μαζέψαμε μανιτάρια. Τόσο μεγάλα

μανιτάρια, δεν είχα ματαδεί. Σπίτι της παρέας μας, οι κοπελιές τα

μαγείρεψαν. Γυρνώντας στο καράβι, μου λέει ο Παντελής: δεν ξέρουν

να τα κάνουν καλά. Ευτυχώς, υπάρχει αρκετό περίσσευμα. Την άλλη

φορά θα τα μαγειρέψω εγώ. Οπως κι’έγινε. Οχι ψηλός, κι’ευτραφής

ο Παντελής. Τα γράδα μου; Σε θέματα φαγητού, τούς ευτραφείς να

τούς εμπιστεύεσαι.Κάτι ξέρουν παραπάνω κ’έγιναν ευτραφείς!

Σοβιετική Ενωση τότε. Στον πάτο τού gangway, αυτού πού στο

πολεμικό ναυτικό λέμε κλίμακα, φαντάρος σκοπός. Σε εικοσιτετράωρη

βάση. Οταν βγαίνομεν εξόδου, δίνομε τα ναυτικά μας φυλλάδια καί

παίρνομε κάποια κίτρινα χαρτάκια. Τα λέμε πάσα. Αν είμαστε πίσω ως

τα μεσάνυχτα, καλώς. Δίνομε τα πάσα καί παίρνομε πίσω τα ναυτικά

μας φυλλάδια. Αν είμαστε πίσω μετά τα μεσάνυχτα; Τι θα συμβή; Δεν

ξέρω. Ούτε καί θέλω να μάθω…

Κείνο το βράδυ, ο Παντελής κι’η Ταμάρα γλυκοζαχαρώνουν.Κι’η ώρα

περνά.

– Παντελή, περνά η ώρα.

– Μμμμ

– Παντελή, θα μας πάρουνε τα πάσα.

– Τι σ’έπιασε;

– Παντελή, αν μας πάρουνε τα πάσα, εσύ δεν ξαναβλέπης την

Ταμάρα. Εγώ δεν ξαναπαίρνω πάσο. Θα βλέπω τα φώτα τού λιμανιού

απ’το καράβι. Πέραν αυτών τι άλλο μπορεί να συμβή δεν ξέρω καί δεν

έχω διάθεση να μάθω.

– Πως κάνεις έτσι καημένε;

Γιά καλή μου τύχη, οι κοπελιές συμφώνησαν μαζύ μου. Τον

κατάφεραν να σηκωθή. Βαρύθυμα κι’απρόθυμα βέβαια. Βγήκαμε στον

δρόμο. Σταμάτησαν κάποιο ΙΧ. Παρακάλεσαν τον οδηγό να μας κατεβάση

στο λιμάνι. Βολευτήκαμε στα πίσω καθίσματα. Και…κάγκελο…

Στις θέσεις οδηγού καί συνοδηγού κάθονται δυό αξιωματικοί με

γαλόνια καί κλάρες. Η παρέα μας, μάς έχει δασκαλέψει βέβαια. <<Μην

φοβώσαστε τον στρατό. Δεν θα σας πειράξη. Από την αστυνομία να

φυλαγώσατε>>. Ομως είναι σκοτεινά. Δεν μπορόυμε να ξεχωρίσωμε,

τι στολές είναι. Αλλα καί φως να υπήρχε, μεγάλη διαφορά δεν θάκανε.

Οχι, δεν είχαμε κοινωνήσει με ουίσκυ καί νερό. Δεν είχαμε μεταλάβει

με νερό θαλασσινό. Είχαμεν όμως τιμήσει την βότκα. Πιωμένη με

ρώσικο τρόπο. Συνδυάζοντας με κάποιο ντόπιο κονιάκ.

Κύριοι οι αξιωματικοί. Σταμάτησαν στην πύλη τού λιμανιού να

κατέβωμε. Αρνήθηκαν το φιλοδώρημα πού συνήθως δίναμε σε τέτοιες

περιπτώσεις. Κάτι ακατανόητο είπαν στην γλώσσα τους.

Σαν τί να μας είπαν; Να βάλω με τον νού; Κάτι τέτοιο φαντάζομαι:

<<Δεν πειράζει παιδιά. Κερασμέν’η βόλτα τούτη την φορά. Οταν

ξανάλθετε στα μέρη μας, Θα πάμε παρέα σε κάποια ταβέρνα. Θα μας

κεράσετε ένα ποτήρι τσάι. Καί πατσίζομε>>. Ποτήρι τσάι σε ταβέρνα;

Φυσικά! Μήπως θυμάσαι το τραγούδι;

 

Ηταν μιά ταβέρνα μιά φορά κι’έναν καιρό,

Συναντιόμασταν εκεί συχνά γι’ένα ποτήρι τσάι.

Μη θυμάσαι, πώς γελούμενα περνούσαμε τις ώρες;

Συλλογιέσ’ακόμα τα σκαρφίσματα πού σκαρφιζόμασταν;

Ημέρες υπέροχες. Νομίζαμε, δεν θα τελείωναν ποτέ!

Εβγαινε το γέλιο σαν χορός χαράς ολημερνίς,

Την ζωή μας την διαλέγαμε, σαν γεννημένοι νικητές

Τα νειάτα, μάς έκαναν να διεκδικούμε το δικό μας!

 

Τ’αναγνώρισες; Η να το πάρη το πατάμι; Ας το πάρει το ποτάμι…

 

Once upon a time there was a tavern,

Where we used to raise a glass of tea!

Remember how we laughed away the hours…

 

Those were the days λοιπόν! Συναρπαστική επιτυχία τού 1968.

Οποιος γράψει την μουσική ιστορία τού εικοστού αιώνος θα ξεχωρίση

κάποια τραγούδια. Ανάμεσα τους, σίγουρα κι’αυτό. Μόνον πού τότε

δεν ήξερα. Αυτό το εγγλέζικο τραγούδι είναι διασκευή! Διασκευή

κάποιου από τούς Beatles, δεν θυμάμαι ποιού. Διασκευή, χάριν της

δεκαεπτάχρονης μαθήτριας τότε Mary Hopkins η οποία καί το

ερμήνευσε. Αν έκανε κι’άλλην επιτυχία στην συνέχεια της καριέρας

της δεν ξέρω. Το πρωτότυπον όμως, είναι ρώσικο παραδοσιακό

τραγούδι! Κρίμα πού δεν τόξερα να τ’αναζητήσω. Προφανώς σε βινύλιο,

τότε. Καί τώρα να κάνω το κομάτι μου, όταν έχω κόσμο σπίτι μου…

Φθάσαμε στον σκοπό στον πάτο τού gangway κάνα μισάωρο

καθυστερημένοι. Το παληκάρι δεν είπε τίποτα. Πήρε τα πάσα καί

μας έδωσε πίσω τα ναυτικά μας φυλλάδια. Εβαλε τον εαυτό του στην

θέση μας; Η βαρέθηκε να συντάξη αναφορά γιά τόσο λίγη καθυστέρηση;

Μήπως καί τα δυό: Οπως κι’αν ήταν, νάναι καλά το παληκάρι.

Ψαχτήκαμε. Βρήκαμε ότι πακέτα Marlboro μας είχαν περισέψει Τού

τ’αφήσαμε κέρασμα.

Να εξηγήσω;

Υπήρχαν σοβιετικά Marlboro. Σε μαλακό πακέτο. Κάποια αναφορά

σε κάποιο σημείο τού πακέτου: Made in the USSR under special

arrangement…Εχω καπνίσει τέτοια Marlboro. Δεν θυμάμαι κάποιαν

δραματική διαφορά από αυτά πού ήξερα. Δεν κατάλαβα λοιπόν

κι’εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω το κόψιμο γιά τ’αμερικάνικα. Ομως

σε τέτοιες ανησυχίες δεν μπαίναμε. Εμείς είχαμεν αμερικάνικα

Marlboro από το καράβι. Μάλιστα σε τιμές transit. Τ’αμερικάνικα

Marlboro είχαν ζήτηση. Οπότε, όταν βγαίναμε εξόδου δεν είχαμε μόνον

τα τσιγάρα πού καπνίζαμε. Είχαμε καί Marlboro. Κάποιες φορές τα

χρησιμοποιούσαμε γιά να <<κάνωμε μπίζνες>> καί να έχωμε πρόσθετο

χαρτζηλίκι. Κάποιες άλλες τα κερνάγαμε στούς ανθρώπους πού μας

εξυπηρετούσαν. Οπως τότε με το φανταράκι.

Πρώτη ή δευτέρα γυμνασίου πήγαινε ο πιτσιρικάς μου όταν τού

διηγήθηκα αυτήν την ιστορία; Δευτέρα ή τρίτη λυκείου όταν βάλθηκε

να μού κάνη μάθημα; Οτι την rap μουσική την έχω παρεξηγήσει. Οτι

δεν είναι απαραιτήτως οργισμένη, ούτε είναι απαραίτητα σκληρός ο

ήχος της. Με έπεισε. Οχι. Δεν θ’ακούσω rap μόνος μου. Ομως την rap

π’ακούει ο γυιός μου την απολαμβάνω. Οταν καταδέχεται την παρέα μου

φυσικά. Κρατώ έναν στίχο από το δεύτερο παράδειγμα πού

χρησιμοποίησε:

 

Αγνωστοι με χαιρετούν σε γλώσσες πού δεν ξέρω καί μ’αρέσει!

 

– Πάει το μυαλό σου, τί μού θυμίζει αυτό;

– Τότε, με τούς αξιωματικούς.

Πάλι, πρωτοετής ή δευτεροετής φοιτητής ο μικρός. Τού έδωσα

μερικά παραδείγματα, γιατί τον θαλασσινό κόσμο τον θεωρώ ξεχωριστό.

– Ηταν πολύ καλά αυτά πού λές. Προφανώς γι’αυτό σ’αρέσανε καί

σένα. Ομως μην τόχης σίγουρο, πως επειδή κάποτε ήταν καλά θα είναι

πάντα το ίδιο καλά. Φερ’ειπείν, μην τόχης δεδομένο πως όλοι οι

αξιωματικοί πού θα συναντήσης θάναι σαν κι’εκείνους τούς δύο…

Κρίμα πού δεν μούχει βγάλει πάσα. Να τού μιλήσω γιά πολύ πιό

φρέσκιες εμπειρίες.

Τελευταίο βράδυ στο Novorossisk. Αύριο κομπλετάρομε, σπατσάρομε,

σαλπάρομε. Συζήτηση την ώρα τού καφέ. Κάποιος την ξεκινά.

– Απόψε έχει, last kiss, last fuck.

– Οχι δηλαδή, σαν τον δεύτερο. Να κλαίη η γκόμενα, να κλαίω

κι’εγώ.

Κι’ο Παντελής, ήρεμος.

– Καί την κοπέλα πού έχεις στην Ελλάδα καί τη γαμάς, τι σημαίνει

επειδή την γαμάς; Οτι είναι πουτάνα;

Να τολμήσω να συμπληρώσω ύστερ’από τόσα χρόνια; Μπορεί με μιά

γυναίκα να περάσης μιά μέρα, μιάν ώρα ή μιά ζωή. Οσο είσαι μαζύ της

να θεωρής ότι είναι η καλή σου καί να της φέρεσαι ανάλογα.

Ξεμπάρκαρ’ από την Χιό. Μαζύ μου αποβιβάστηκαν, δυό παληκάρια

εξωτερικό συνεργείο καί η κυρά τού πρώτου μηχανικού. Είχαν μπεί στο

Λαύριο, όταν το καράβι ανέβαινε προς την Μαύρη Θάλασσα. Το καράβι

έκοψε ταχύτητα, κατέβηκε το gangway, μπήκαμε στην λάντζα πού θα μας

πήγαινε στον ντόκο. Πριν λύση η λάνζα, με κατευοδώνει ο Khan με τον

τρόπο του.

Πακιστανός λεβέντης ο Khan. Ο μόνος μη ρωμηός μεταξύ των

αξιωματικών στην συγκεκριμένην οργανική σύνθεση. Τρίτος μηχανικός.

Ακουγα κάποιες φορές απαξιωτικά σχόλια από ρωμηούς ναυτικούς για

τούς αλλοδαπούς συναδέλφους. Οταν ήξερα πως ήξεραν τον Khan, δεν

παρέλειπα να τούς πειράξω: κι’ο Khan παιδιά; Την αντίδραση συνήθως

την απολάμβανα: Ασε τον Khan ήσυχο. Μην τον μπερδεύεις σ’αυτήν

την συζήτηση. Δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα. Δεν είναι σαν τον

μέσον όρο. Σαν τί νάχε κάνει κι’είχε κερδίσει τον σεβασμό καί την

εκτίμηση των ρωμηών; Σίγουρα μαστοριά καί χαρακτήρας. Ομως λογικά,

πρέπει να υπήρχε καί κάτι παραπάνω. Ενα κάτι παραπάνω πού δεν

κατάφερα να εξιχνιάσω.

Μιά λοιπόν καί το καράβι θα ξαναγύρναγε στο Novorossisk γιά

να ξαναφορτώση, αυτόν τον πικάντικο τρόπο βρήκε να με κατευοδώση

σκύβοντας λίγο από το παραπέτο καί με τα σπασμένα του ελληνικά:

– Τώρα αυτό κορίτσι Μπακίρα κλαίει. Ρωτάει, πού είναι Μπακίρα;

Γιατί δεν έλθει;

Να ξαναγυρίσω στο τραγούδι; Στην εγγλέζικην εκδοχή φυσικά,

αφού ρώσικα δεν ξέρω;

 

Μπήκ’ από την πόρτα γέλιο γνώριμο. Γύρισα να κοιτάξω.

Τ’όνομα μου φώναξες καί γύρισα καί σ’είδα.

Φίλε μου, κι’αν μεγαλωσαμε μυαλό δεν βάλαμε!

Μιά καί στις καρδιές μας τα όνειρα δεν άλλαξαν καθόλου!

 

Συνάντησα τον Παντελή τρία χρόνια αργώτερα. Στο νησί πού

είχεν υιοθετήσει γιά δικό του. Μούδειξε τ’όνομα της βάρκας του.

– Αλληλογραφείτε ακόμα;

– Ναί

– Σε τί γλωσσα;

– Λατινοελληνικά.

Αλλα πόσα χρόνια πέρασαν; Δεκαπέντε; Τουλαχιστον. Μπορεί καί πιό

πολλά. Σε κάποιαν επαγγελματική περίσταση, συνάντησα τον

μαστρο-Παναή. Θυμήθηκα. Τον ανέφερε συχνά ο Παντελής. Τον αγαπούσε

σαν πατέρα καί τον σεβόταν σαν δάσκαλο. Η κουβέντα μας έφθασε στον

Παντελή. Ο μαστρο-Παναής μίλησε μ’ενθουσιασμό γιά την μαστοριά καί

τον χαρακτήρα τού Παντελή. Υστερα, έσκυψε προς το μέρος μου.

Χαμήλωσε την φωνή του. Μετά, κάτι μούπε γιά την πεντάμορφη καί

πανύψηλη κόρη τού Παντελή.

Λένε πως το σώμα μας μιλάει. Λένε πως η γλώσσα του σώματος δεν

ξέρει να λέη ψέματα. Λέει πάντα την αλήθεια. Δεν το ξέρω. Ξέρω

μόνον πως η αύρα πού μού εξέπεμψε, μούπε πιό πολλά από τις λέξεις.

Το μισό μου ήθελε συνέχεια καί κουτσομπολιό. Τ’άλλο μου μισό άκουσε

μιά συνείδηση πού τούλεγε, μην βγάλης κιχ…Τελικά, νίκησεν η

αγάπη: Αν ο Μεγάλος Πρωτομάστορας το θέλη, κάπου, κάπως κάποτε θα

ξανασυνατήσω τον Παντελή. Μόνον πού τότε, θα πρέπει ν’ακούω πολύ

καί να μιλώ λίγο. Ας μού πεί όσο θέλει, ότι θέλει, όπως θέλει!