Η συγγραφέας Ελένη Ονάσογλου απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων «Το πείραμα του αστεριού και άλλα διηγήματα».
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Το πείραμα του αστεριού και άλλα διηγήματα». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά
Είναι μια συλλογή μικρών ιστοριών που κινούνται ανάμεσα στη μνήμη, την απώλεια και το φανταστικό, ανάμεσα σε όνειρα, εφιάλτες, παιδικές μνήμες και αφηγήσεις που άκουσα και έμειναν μέσα μου. Ιστορίες που θέλησα να προσεγγίσω μέσα από τη δική μου γραφή. Θα έλεγα ότι κινούνται κάπου ανάμεσα σε ένα σκοτεινό παραμύθι και σε αναμνήσεις.
Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;
Με απασχολεί η σχέση μας με τον θάνατο, με το παρελθόν και με όσα δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Δεν υπήρξε μια συγκεκριμένη έμπνευση. Ήταν ιστορίες που είχαν μείνει μέσα μου από βιώματα, από αφηγήσεις, από εικόνες και με τον καιρό άρχισαν να παίρνουν μορφή.
Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Ίσως περισσότερο μια αίσθηση. Αν μέσα σε αυτές τις ιστορίες βρει κάτι που του θυμίζει κάτι δικό του, αυτό είναι αρκετό. Θα ήθελα να ονειρευτεί μαζί μου, να αφουγκραστεί φόβους που συνήθως μένουν σιωπηλοί και να σταθεί, έστω για λίγο, σε ερωτήματα που αν και σημαντικά, συχνά τα προσπερνάμε.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Δεν υπήρξε συγκεκριμένο ερέθισμα. Ήταν μια ανάγκη που υπήρχε από πολύ νωρίς. Ένας τρόπος να δώσω μορφή σε πράγματα που δεν μπορούσα να εξηγήσω αλλιώς, ένας τρόπος καταγραφής των κόσμων και των σκέψεων που γεννιούνται στο μυαλό μου και δεν ήθελα να χαθούν.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακή μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;
Το βιβλίο παραμένει ένας πιο αργός και πιο εσωτερικός τρόπος επαφής. Σε έναν κόσμο που κινείται γρήγορα, σου ζητά να σταθείς. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο που παράγεται ή διακινείται το περιεχόμενο, αλλά η ανάγκη για αφήγηση και για προσωπική φωνή δεν αλλάζει.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Για μένα, η λογοτεχνία είναι ένα παράθυρο σε κόσμους διαφορετικούς. Σε όνειρα και προσδοκίες που μπορεί να μη πραγματοποιηθούν ποτέ. Σε ζωές που δεν θα ζήσεις αλλιώς.
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Ίσως γιατί έχουμε μάθει να ζούμε πιο κοντά στην προφορική αφήγηση, παρά στη σιωπή της ανάγνωσης. Να μοιραζόμαστε ιστορίες, αλλά όχι πάντα να μένουμε μόνοι μαζί τους. Σε μια καθημερινότητα που γίνεται όλο και πιο απαιτητική, στρεφόμαστε σε πιο άμεσες μορφές εικόνας και πληροφορίας. Η λογοτεχνία όμως λειτουργεί αλλιώς, ζητά μια παύση, έναν εσωτερικό χρόνο. Και σε έναν κόσμο που επιταχύνει, αυτή η παύση γίνεται όλο και πιο δύσκολη
Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
Νομίζω και στα δύο. Υπάρχουν πράγματα που μοιάζουν να είναι ήδη εκεί, αλλά και μικρές συμπτώσεις που αλλάζουν τη διαδρομή.
Ένας μήνας «καραντίνα». Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Θα ήθελα να έχω μαζί μου Καβάφη, την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, τα βιβλία του Έσσε και τα βιβλία της Πατρίσια Κόρνγουελ, γιατί αγαπώ πολύ τα αστυνομικά μυθιστορήματα . Είναι βιβλία στα οποία επιστρέφω για την ατμόσφαιρα, για τη σκέψη, για τον τρόπο που ανοίγουν κάθε φορά κάτι διαφορετικό.
Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;
Νομίζω και τα δύο. Ο ρεαλισμός για να μπορούμε να σταθούμε μέσα στην πραγματικότητα και ο ρομαντισμός για να μην τη δεχόμαστε όπως είναι, χωρίς να τη μετακινήσουμε έστω λίγο.