/Δημήτρης Ελέας: Η «μαύρη τρύπα» στη ζωή του Σαίξπηρ τού δίδαξε πολλά

Δημήτρης Ελέας: Η «μαύρη τρύπα» στη ζωή του Σαίξπηρ τού δίδαξε πολλά

Ο Δημήτρης Ελέας συνομιλεί με τον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου “Όταν χάθηκε ο Σαίξπηρ”.

1. Κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο “Οταν χάθηκε ο Σαίξπηρ” από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;

Θα το περιέγραφα ως ένα μυθιστόρημα-«δοκίμιο» που πατά στην Ιστορία εκεί όπου αυτή έχει χαθεί ή σωπαίνει. Για τα «χαμένα χρόνια» του Γουίλιαμ Σαίξπηρ 1585-1592 δεν υπάρχουν βεβαιότητες, μα κάποια ελευθερία. Έτσι, έφτιαξα έναν νέο, ανήσυχο άνθρωπο πριν γίνει μύθος. Έρευνα, αρκετή τόλμη, και –ελπίζω– αρκετό πνεύμα ώστε να μη χαθεί ξανά… ούτε ο Σαίξπηρ ούτε ο αναγνώστης.

2. Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με αυτή την περίοδο της ζωής του Σαίξπηρ και πόση έρευνα χρειάστηκε για τη συγγραφή του βιβλίου;

Επέλεξα αυτή την περίοδο γιατί είναι κατ’ εμέ καθοριστική: επτά χρόνια σιωπής στα οποία ο Σαίξπηρ έμαθε πως δένεται το ατσάλι, η γραφή. Άρα, αυτή η «μαύρη τρύπα» στη ζωή του τού δίδαξε πολλά. Και, εκεί όπου οι βιογράφοι σηκώνουν τα χέρια, εγώ σήκωσα τα μανίκια. Η έρευνα ήταν εξαντλητική· αλλά η φαντασία «μου», ευτυχώς, βοήθησε για να περπατήσω στα τότε χρόνια του στο Λονδίνο.

3. Ποια είναι τελικά η εικόνα που αποκομίζουμε για τον Σαίξπηρ, μέσα από το βιβλίο σας;

Η εικόνα που αποκομίζουμε δεν είναι ενός αγιοποιημένου «τιτάνα», αλλά ενός νέου που παλεύει με φτώχεια, φιλοδοξία, φόβο και επιθυμία να ξεχωρίσει. Ενός δημιουργού που παρατηρεί αθόρυβα την εξουσία, τη ζήλια, τα αστέρια, τον έρωτα, τον πλούτο, και μαθαίνει να μετατρέπει το χάος της ανθρώπινης κατάστασης –που δεν έχει αλλάξει τα τελευταία 4.000 χρόνια–, σε λέξεις. Έπλαθε λέξεις. Με λίγα λόγια, ενός Γουίλιαμ πριν γίνει Σαίξπηρ – κάπως «χαμένου», αλλά επικίνδυνα πεισματάρη.

4. Πού τελειώνει η ιστορική προσέγγιση και πού αρχίζει η μυθοπλασία, μέσα στο έργο σας;

Η ιστορική προσέγγιση τελειώνει εκεί όπου οι βιογράφοι σηκώνουν τα χέρια ψηλά, σωπαίνουν – και, πιστέψτε με, σωπαίνουν εκκωφαντικά. Από εκεί και πέρα αρχίζει η μυθοπλασία, αλλά όχι αυθαίρετα· πατά σε κοινωνικά δεδομένα, ήθη, τη γλώσσα, τις «πολιτικές εντάσεις» της εποχής. Δεν έντυσα τον Σαίξπηρ με σύγχρονα ρούχα, απλώς του έδωσα φωνή, σάρκα, νεύρο αγωνιστικό και, ελπίζω, σπάνιο χιούμορ.

5. Τι πιστεύετε ότι θα μείνει ως απόσταγμα στον αναγνώστη;

Θα ήθελα να μείνει η αίσθηση ότι κανείς δεν γεννιέται «τιτάνας», γίνεται μέσα από αγώνες, λάθη, καταστροφές, πείσμα και λίγη χαριτωμένη τρέλα. Ότι η Ιστορία έχει κενά, αλλά και εμείς, 500 χρόνια μετά, έχουμε τη φαντασία. Και πως, τελικά, η Τέχνη, το θέατρο, είναι ένας τρόπος για να μη χαθούμε – ακόμη κι όταν… χάθηκε ο Σαίξπηρ.

6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Το ερέθισμα ήταν πάντα η απορία. Πώς γίνεται ένας άνθρωπος από μια μικρή επαρχιακή πόλη της Αγγλίας να ξαναπλάσει την αγγλική γλώσσα; Με γοήτευε το «πριν» από τη δόξα του. Και, ίσως, μια δική μου ανησυχία: να ψάχνω και παντού να βάζω ερωτηματικά. Η γραφή, είναι, μία δημιουργική εμμονή για να αφήσεις στίγμα.

7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Χμμ. Λογοτεχνία, για μένα, είναι η «οργανωμένη» ανησυχία-αποτύπωση του ανθρώπου και των αγωνιών του πάνω στο χαρτί. Είναι μία προσπάθεια να βάλεις τάξη στο χάος. Επίσης λογοτεχνία, δεν είναι ο αριθμός των βιβλίων που εκδίδονται, ούτε τα αστεία βραβεία που δίνονται σε γνωστούς τους, αλλά, η ένταση που μερικά από αυτά τα βιβλία κρύβουν. Είναι μια ήσυχη επανάσταση με λέξεις. Και, καμιά φορά, η επανάσταση σιγοτραγουδάει, «Μη φοβάσαι, δεν είσαι μόνος στο δράμα-κωμωδία που λέγεται ζωή».

8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Ίσως γιατί μάθαμε να μιλάμε για πολιτισμό περισσότερο απ’ όσο τον καλλιεργούμε. Ζούμε σε μια χώρα με τεράστια κληρονομιά, αλλά, η καθημερινότητα –άγχος, επιβίωση, οθόνες, άδειο πορτοφόλι– μας θρυμματίζει. Και έπειτα, η λογοτεχνία, θέλει σιωπή και αφοσίωση· οι Έλληνες αγαπάμε τον τζερτζελέ. Παρ’ όλα αυτά, ο καλός αναγνώστης στην Ελλάδα είναι νομίζω, παθιασμένος.

9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;

Στην ψηφιακή εποχή, το βιβλίο είναι το αντίδοτο στον θόρυβο-τζερτζελέ και τις άπειρες πληροφορίες. Το βιβλίο είναι το αντίδοτο στο White House. Σου προσφέρει χρόνο-τόπο να σκεφτείς, και να αμφισβητήσεις. Είναι σαν μία ήσυχη προσευχή ενός αγαθού ορθόδοξου καλόγερου στο Άγιο Όρος. Και αν την ώρα που διαβάζεις, ονειρευτείς ουκ ολίγα, μπορεί να κάνεις και τον Σαίξπηρ να γελάσει από τον τάφο του.

10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Αν έπρεπε να μείνω έναν μήνα σε καραντίνα με πέντε βιβλία, θα διάλεγα: το «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ για να χάνομαι σε κάθε σελίδα, τον Άμλετ του Σαίξπηρ φυσικά, τον αριστοτέχνη Καβάφη με τα ποιήματά του, τον Νίτσε για λίγη από την τρέλα-φιλοσοφία του, και τέλος κάτι ελαφρύ-ιδιοφυές, ίσως, «Η Φάρμα των Ζώων» του Όργουελ. Και, φυσικά, καφέ.

11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;

Χρειαζόμαστε και τα δύο, ρεαλισμό για να μην χάνουμε το μυαλό μας στις φούσκες της εποχής, ρομαντισμό για να μην χάνουμε την ψυχή μας μέσα στα social media, (που εξελίσσονται σε κάτι αντίθετο από αυτό που ξεκίνησαν να είναι). Ένα μείγμα-μάγμα να καρφώνεις την αλήθεια με φλεγόμενο βέλος, αλλά, και μια δόση φαντασίας για να καταλάβεις το πόσο σπουδαία αυτή είναι σε έναν κόσμο που το ψέμα και η προπαγάνδα σου παγώνουν το αίμα…

Κύριε / φίλε, συγγραφέα Κωνσταντίνε Μανίκα, ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις σου, με έβαλαν σε πολλή σκέψη. Και, όπως θα έλεγε ο σοφός Άγγλος, «το να συμπονάς είναι μεγαλύτερη τέχνη και από το να γράφεις».