Η συγγραφέας Μαρίλλη Διαμαντή απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της “Αργοναύτης στα έγκατα της γης”.
- Κυκλοφόρησε το βιβλίο σας “Αργοναύτης στα έγκατα της γης” από τις εκδόσεις Αγγελάκη. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Ο Αργοναύτης στα Έγκατα της Γης είναι η ιστορία ενός ανθρώπου της βιοπάλης και της ξενιτιάς. Το οδοιπορικό ενός σύγχρονου Αργοναύτη που ταξίδεψε, ξανά και ξανά, μακριά από τον τόπο του, μακριά από την πατρίδα του, που κατέβηκε ακούραστα στα βάθη της γης δουλεύοντας στα μεταλλεία, αψήφησε τους φόβους του με ένα μόνο σκοπό να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη.
Πρόκειται όχι απλά για μια ιστορία αγώνα και επιβίωσης αλλά για μια μαρτυρία που αφορά όλους εκείνους τους ανθρώπους που έφυγαν από τον τόπο τους όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη και βρέθηκαν να παλεύουν σε άγνωστα, συχνά σκληρά περιβάλλοντα, μακριά από κάθε στήριγμα και έχοντας στερηθεί τον τόπο τους και τα οικεία τους πρόσωπα. Μέσα από την ιστορία αυτού του ενός ανθρώπου, του Παναγή, θέλησα να αναδείξω μια ολόκληρη γενιά: ανθρώπους που δεν έμειναν στην ιστορία με τα ονόματά τους, αλλά που με την δουλειά και τη θυσία τους έβαλαν, κυριολεκτικά, θεμέλια όχι μόνο για το μέλλον των παιδιών τους αλλά και για αυτόν εδώ τον τόπο.
Θα έλεγα ότι ο Αργοναύτης στα έγκατα της γης είναι το οδοιπορικό, είναι η ιστορία όχι μόνο ενός ανθρώπου αλλά το αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής.
- Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;
Ο τίτλος ήρθε σχεδόν μόνος του, γιατί μέσα του χωράει ολόκληρη η ζωή του ήρωά μου. Η λέξη «Αργοναύτης» δεν είναι τυχαία επιλογή· είναι μια αλληγορία για τον άνθρωπο της βιοπάλης και της ξενιτιάς, για κείνον που αναγκάζεται να μπαρκάρει στη δική του «Αργώ» και να ταξιδέψει στα πέρατα της οικουμένης. Όπως οι μυθικοί Αργοναύτες αντιμετώπισαν τις Συμπληγάδες και άγνωστους κινδύνους αναζητώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας, έτσι κι ο δικός μου ήρωας πάλεψε μακριά από την πατρίδα του, όχι για δόξα ή πλούτη, αλλά για το ψωμί της οικογένειάς του, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά του. Αυτό ήταν το δικό του Χρυσόμαλλο Δέρας.
Το δεύτερο μέρος του τίτλου, «στα Έγκατα της Γης», είναι κυριολεκτικό. Μεγάλο κομμάτι της ζωής του ήταν δεμένο με τα μεταλλεία· για να κυνηγήσει την τύχη του, έπρεπε κυριολεκτικά να κατεβαίνει βαθιά στη γη, να αφήνει πίσω του το φως και να χάνεται στο σκοτάδι για το μεροκάματο. Έτσι ο δικός μου Αργοναύτης δεν ταξίδεψε μόνο στις θάλασσες του κόσμου, αλλά και στα βάθη της γης.
Ο τίτλος συνδέει, λοιπόν, δύο ταξίδια, της ξενιτιάς και των εγκάτων που κατέληγαν πάντα στον ίδιο προορισμό: την αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, πάνω απ’ όλα για την οικογένεια. Κι ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο νόημά του: πως ο άνθρωπος γίνεται Αργοναύτης κάθε φορά που αφήνει πίσω του ό,τι γνωρίζει, την ασφάλειά του, τον τόπο του, τους ανθρώπους του, για να αναζητήσει, μέσα από δυσκολίες και θυσίες, το δικό του Χρυσόμαλλο Δέρας.
- Ένα ταξίδι στην ιστορία των προγόνων μας, τελικά αποκαλύπτει περισσότερα στοιχεία για αυτούς ή για τον ίδιο μας τον εαυτό;
Ίσως γι’ αυτό ο τίτλος Αργοναύτης στα Έγκατα της Γης έχει για μένα και μια δεύτερη, βαθύτερη διάσταση. Ο ήρωας κατεβαίνει στα έγκατα της γης αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, ενώ η αφήγηση κατεβαίνει ταυτόχρονα στα έγκατα της μνήμης, εκεί όπου οι ζωές των προηγούμενων γενεών παραμένουν ζωντανές, ακόμη κι όταν οι άνθρωποι έχουν φύγει.
Γιατί οι ρίζες δεν είναι μόνο τόποι, ονόματα και ημερομηνίες. Είναι οι δρόμοι που περπάτησαν οι άνθρωποι πριν από εμάς, οι θάλασσες που διέσχισαν, οι φόβοι που αντιμετώπισαν, οι απώλειες που άντεξαν και τα όνειρα που κράτησαν ζωντανά για να τα παραδώσουν, χωρίς ίσως να το γνωρίζουν, στις επόμενες γενιές.
Και έτσι, ένα ταξίδι στην ιστορία των προγόνων δεν είναι απλώς μια επιστροφή στο παρελθόν. Είναι σαν να σηκώνεις ένα πέπλο από πάνω του και να ανακαλύπτεις πως πίσω από κάθε όνομα υπάρχει μια ολόκληρη ζωή· πίσω από κάθε ζωή, μια εποχή· και πίσω από κάθε εποχή, άνθρωποι που αγωνίστηκαν, αγάπησαν, έχασαν , ξανασηκώθηκαν και συνέχισαν.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο πολύτιμο δώρο της μνήμης: ότι οι άνθρωποι δεν χάνονται εντελώς όταν περνούν τα χρόνια. Παραμένουν μέσα στις ιστορίες τους. Και όσο κάποιος τις θυμάται και τις αφηγείται, το ταξίδι τους δεν τελειώνει.
- Πόσο ίδια ή διαφορετική αποτυπώνεται στο βιβλίο η τότε μορφή της μετανάστευσης σε σχέση με τη σημερινή;
Η μετανάστευση έχει αλλάξει πολύ στη μορφή της, όχι όμως στην ουσία της. Στον «Αργοναύτη στα Έγκατα της Γης» περιγράφεται μια εποχή όπου ο άνθρωπος έφευγε από την πατρίδα του κυρίως από ανάγκη. Άφηνε πίσω του την οικογένεια, τον τόπο, τη γλώσσα, όσα γνώριζε, και ξεκινούσε για έναν άγνωστο κόσμο με μοναδικό εφόδιο την εργατικότητα, την αντοχή και την ελπίδα πως κάπου αλλού θα μπορούσε να χτίσει μια καλύτερη ζωή.
Ο ήρωάς μου είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Μπαρκάρει στη δική του «Αργώ», ταξιδεύει μακριά και φτάνει ως τα έγκατα της γης, δουλεύοντας στα μεταλλεία για να κυνηγήσει την τύχη του και να εξασφαλίσει το μέλλον της οικογένειάς του. Η ξενιτιά γι’ αυτόν δεν ήταν επιλογή περιπέτειας, ήταν σκληρή αναγκαιότητα.
Σήμερα, βέβαια, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η επικοινωνία είναι άμεση, τα ταξίδια ευκολότερα, κι οι λόγοι που οδηγούν κάποιον να φύγει έχουν πολλαπλασιαστεί, από την οικονομική ανάγκη μέχρι την επαγγελματική ή προσωπική επιλογή. Κάτι, όμως, παραμένει σταθερό: η στιγμή που ένας άνθρωπος κλείνει πίσω του την πόρτα του σπιτιού του και ξεκινά για έναν άγνωστο τόπο. Εκείνη τη στιγμή δεν κουβαλά μόνο ελπίδα και προσδοκία για μια καλύτερη ζωή, κουβαλά ταυτόχρονα και τον φόβο του αγνώστου, την αγωνία της πιθανής αποτυχίας, το βάρος των δοκιμασιών που τον περιμένουν.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο διαχρονικό πρόσωπο της μετανάστευσης: ένας άνθρωπος που φεύγει με μια βαλίτσα στα χέρια και μια ολόκληρη ζωή στην καρδιά. Οι εποχές αλλάζουν, τα πλοία γίνονται αεροπλάνα, οι αποστάσεις μικραίνουν, οι τρόποι επικοινωνίας αλλάζουν. Όμως η στιγμή της αναχώρησης παραμένει ίδια. Γιατί κάθε φορά που κάποιος αφήνει την πατρίδα του, δεν ταξιδεύει μόνο προς έναν καινούργιο τόπο· ταξιδεύει ανάμεσα σε αυτό που αφήνει πίσω και σε αυτό που ελπίζει να βρει μπροστά του.
Και ίσως αυτό να είναι το κοινό νήμα που ενώνει όλους τους μετανάστες, τότε και τώρα: η ανάγκη να φύγουν από έναν τόπο, χωρίς ποτέ να μπορούν πραγματικά να φύγουν γιατί τον κουβαλούν μέσα τους.
- Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Θα ήθελα, όταν ο αναγνώστης κλείσει το βιβλίο, να μην έχει μείνει μόνο με την ιστορία ενός ανθρώπου που έφυγε από την πατρίδα του, ταξίδεψε μακριά, εργάστηκε σκληρά και κατέβηκε κυριολεκτικά στα έγκατα της γης για να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή. Θα ήθελα να έχει μείνει μέσα του η βαθύτερη εικόνα ενός ανθρώπου που, παρά τις δυσκολίες, δεν επέτρεψε στις συνθήκες να του στερήσουν την ελπίδα.
Γιατί πίσω από κάθε μετανάστευση υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία. Πίσω από τους αριθμούς, τις χώρες και τις ημερομηνίες υπάρχουν άνθρωποι που άφησαν πίσω τους έναν τόπο, μια οικογένεια, αγαπημένα πρόσωπα και μια ζωή ολόκληρη, για να ανοίξουν έναν δρόμο προς το άγνωστο. Άνθρωποι που έφυγαν χωρίς να γνωρίζουν τι τους περιμένει, αλλά κρατώντας μέσα τους την πίστη ότι κάπου στην άλλη άκρη του ταξιδιού μπορεί να υπάρχει ένα καλύτερο αύριο.
Αυτό είναι ίσως και το πιο βαθύ απόσταγμα του Αργοναύτη: η δύναμη του ανθρώπου να συνεχίζει όταν όλα μοιάζουν δύσκολα, όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για εκείνους που αγαπά. Ο ήρωάς μου δεν αναζητά απλώς την προσωπική του τύχη. Το δικό του ταξίδι αποκτά νόημα επειδή πίσω από κάθε βήμα του υπάρχει η οικογένεια και η επιθυμία να αφήσει στους επόμενους κάτι περισσότερο από αυτό που ο ίδιος κληρονόμησε.
Και ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία της ανθρώπινης διαδρομής. Το «Χρυσόμαλλο Δέρας» δεν είναι πάντα πλούτος ή επιτυχία. Μπορεί να είναι μια καλύτερη ζωή, μια οικογένεια που θα σταθεί όρθια, ένα μέλλον που θα γεννηθεί μέσα από τις θυσίες του παρελθόντος. Μπορεί να είναι ακόμη και η ίδια η ελπίδα που κρατά τον άνθρωπο όρθιο όταν όλα γύρω του τον καλούν να τα παρατήσει.
Θα ήθελα, λοιπόν, ο αναγνώστης να κλείσει το βιβλίο και να κοιτάξει λίγο διαφορετικά τους ανθρώπους που συναντά. Να θυμηθεί πως πίσω από κάθε πρόσωπο μπορεί να κρύβεται ένα ταξίδι που δεν γνωρίζουμε, μια μάχη που δεν είδαμε, μια θυσία που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Και, πάνω απ’ όλα, να κρατήσει μέσα του πως η ζωή δεν μας υπόσχεται ότι το ταξίδι θα είναι εύκολο. Μας αφήνει, όμως, την επιλογή να συνεχίσουμε να ταξιδεύουμε. Να περνάμε τις δικές μας Συμπληγάδες, να κατεβαίνουμε ακόμη και στα πιο σκοτεινά μας έγκατα και, μέσα από όλα αυτά, να αναζητούμε το δικό μας Χρυσόμαλλο Δέρας.
Γιατί ίσως το αληθινό Χρυσόμαλλο Δέρας να μην είναι αυτό που βρίσκουμε στο τέλος του ταξιδιού, αλλά η δύναμη που αποκτούμε για να φτάσουμε ως εκεί.
- Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Η αλήθεια είναι ότι πάντα έγραφα. Από μικρή κρατούσα μικρά σημειώματα, έγραφα ημερολόγιο και κατέγραφα σκέψεις και συναισθήματα. Ακόμη και στα παιδιά μου, πολλές φορές προτιμούσα να απευθύνομαι γραπτά, ιδιαίτερα όταν ήθελα να τους εξηγήσω κάτι πιο βαθύ ή ένα συναίσθημά μου. Ίσως γιατί μέσα από τον γραπτό λόγο μπορούσα να εκφράσω με μεγαλύτερη ακρίβεια όσα ένιωθα. Ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας που μου ήταν πιο φυσικός και πιο εύκολος.
Η πραγματική, όμως, απόπειρα να ασχοληθώ με τη συγγραφή ενός βιβλίου ήρθε με το «Ο Επιζών – Μια δεύτερη ευκαιρία». Και δεν ξεκίνησε από τη φιλοδοξία να γίνω συγγραφέας. Ξεκίνησε από μια ανάγκη πολύ πιο προσωπική: την ανάγκη μου να μη χαθεί η ιστορία του πατέρα μου και της οικογένειάς του, της οικογένειάς μας.
Ένιωθα ότι μια ολόκληρη ζωή, με τις δυσκολίες, τις απώλειες, τις περιπέτειες, τις θυσίες και τις στιγμές δύναμης που τη σημάδεψαν, δεν έπρεπε να χαθεί μαζί με τους ανθρώπους που την έζησαν. Ήθελα να διασώσω τη μνήμη. Να αφήσω κάτι στις επόμενες γενιές, ώστε να γνωρίζουν όχι μόνο τα ονόματα και τα γεγονότα, αλλά και τον άνθρωπο πίσω από αυτά.
Πάντοτε με ενδιέφερε η ιστορία, η οικογένεια, οι ρίζες μας και όλα εκείνα που περνούν από τη μία γενιά στην άλλη. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι πολλές από αυτές τις ιστορίες, αν δεν καταγραφούν, χάνονται. Και μαζί τους χάνεται ένα κομμάτι της μνήμης μας.
Από εκεί και πέρα κατάλαβα ότι η συγγραφή μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από προσωπική έκφραση. Μπορεί να γίνει γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν.
Και ίσως αυτός είναι ο κοινός τόπος και με τον Αργοναύτη στα Έγκατα της Γης. Και στα δύο βιβλία υπάρχει η ίδια βαθύτερη ανάγκη: να κρατήσω ζωντανή μια ιστορία που διαφορετικά θα μπορούσε να χαθεί. Μόνο που κάθε φορά που γράφω για τους ανθρώπους που προηγήθηκαν από εμάς, αισθάνομαι ότι δεν τους διασώζω μόνο από τη λήθη· διασώζω μαζί τους ένα κομμάτι της δικής μας ταυτότητας.
Ο Αργοναύτης στα Έγκατα της Γης γεννήθηκε ακριβώς από αυτή την ανάγκη. Από την επιθυμία να αφηγηθώ τη ζωή ενός ανθρώπου που έζησε τη βιοπάλη και την ξενιτιά, ταξίδεψε μακριά από την πατρίδα του και κατέβηκε στα έγκατα της γης. Μια ζωή που, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να μοιάζει προσωπική και συγκεκριμένη, αλλά μέσα της κρύβονται οι ζωές πολλών ανθρώπων μιας ολόκληρης εποχής.
Ίσως τελικά αυτό να ήταν και το δικό μου ερέθισμα για τη συγγραφή: η ανάγκη να μη χαθούν οι άνθρωποι πίσω από τις ιστορίες τους και να μη χαθούν οι ιστορίες πίσω από τον χρόνο.
Γιατί πιστεύω βαθιά ότι η μνήμη είναι ένας τρόπος να κρατάμε τους ανθρώπους κοντά μας. Και η συγγραφή είναι ένας από τους πιο όμορφους τρόπους για να της δώσουμε διάρκεια.
- Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Για μένα, λογοτεχνία είναι η τέχνη του να μετατρέπεις τη ζωή σε λέξεις και τις λέξεις σε συναίσθημα.
Δεν είναι μόνο μια όμορφα γραμμένη ιστορία. Είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να κρατήσει ζωντανό κάτι που διαφορετικά θα χανόταν: μια μνήμη, ένα πρόσωπο, μια χαρά, ένα όνειρο, την αγάπη, τον έρωτα, ένα πόνο, μια εποχή.
Η λογοτεχνία μπορεί να δώσει φωνή σε ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να μιλήσουν και να κάνει τον αναγνώστη να ταξιδέψει σε εποχές και ζωές που δεν έζησε ποτέ. Μπορεί να μας κάνει να κοιτάξουμε έναν άγνωστο άνθρωπο και, έστω για λίγο, να αισθανθούμε τη ζωή μέσα από τα δικά του μάτια.
Αυτό προσπάθησα να κάνω και στον Αργοναύτη στα Έγκατα της Γης. Να μην καταγράψω απλώς τη ζωή ενός ανθρώπου, αλλά να διασώσω τη μνήμη του και να της δώσω μια δεύτερη ζωή μέσα από την αφήγηση.
Ίσως, τελικά, για μένα η λογοτεχνία να είναι ένας τρόπος να νικήσουμε τη λήθη. Γιατί όταν μια ιστορία γράφεται και κάποιος την διαβάζει, ο άνθρωπος που έζησε αυτή την ιστορία δεν ανήκει πια μόνο στο παρελθόν. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα στις λέξεις και στη μνήμη εκείνου που τον διάβασε.
- Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Πιστεύω ότι δεν είναι τόσο απλό να πούμε ότι οι Έλληνες δεν αγαπούν το βιβλίο. Η Ελλάδα έχει μια πολύ βαθιά σχέση με τον πολιτισμό, τη λογοτεχνία και την αφήγηση. Ίσως, όμως, να έχουμε χάσει λίγο την καθημερινή συνήθεια της ανάγνωσης.
Οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής, οι πολλές επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, αλλά και ο χρόνος που αφιερώνουμε σήμερα στις οθόνες και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αφήνουν λιγότερο χώρο για ένα βιβλίο. Υπάρχει επίσης το ζήτημα της εκπαίδευσης. Αν ένα παιδί συνδέσει το βιβλίο μόνο με την υποχρέωση και το σχολείο, είναι δύσκολο αργότερα να το ανακαλύψει ως προσωπική απόλαυση και ανάγκη.
Ίσως χρειάζεται να ξαναδούμε το βιβλίο όχι ως κάτι που «πρέπει» να διαβάσουμε, αλλά ως έναν τρόπο να ταξιδέψουμε, να γνωρίσουμε ανθρώπους και εποχές, να προβληματιστούμε και να γνωρίσουμε καλύτερα τον ίδιο μας τον εαυτό.
Αν καταφέρουμε να κάνουμε τον αναγνώστη να ενδιαφερθεί για κάποια ιστορία, για κάποιο θέμα, ίσως του δώσουμε και έναν λόγο να ξαναπιάσει ένα βιβλίο στα χέρια του.
Τελικά, δεν πιστεύω ότι το ζητούμενο είναι απλώς να διαβάζουμε περισσότερα βιβλία. Είναι να διαβάζουμε ιστορίες που μας ενδιαφέρουν, που μας αγγίζουν, άλλοτε μας ταξιδεύουν και άλλες φορές κάτι αφήνουν μέσα μας. Και όταν συμβεί αυτό, η ανάγνωση παύει να είναι συνήθεια και γίνεται ανάγκη.
- Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;
Νομίζω ότι ακριβώς επειδή ζούμε σε μια τόσο γρήγορη και ψηφιακή εποχή, το βιβλίο έχει ίσως μεγαλύτερη αξία από ποτέ.
Ζούμε περιτριγυρισμένοι από πληροφορίες. Με ένα άγγιγμα στην οθόνη μπορούμε να μάθουμε, να δούμε, να ακούσουμε και να επικοινωνήσουμε σχεδόν με ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι προλαβαίνουμε να νιώσουμε ή να κατανοήσουμε βαθύτερα όσα βλέπουμε.
Το βιβλίο απαιτεί κάτι διαφορετικό από εμάς: χρόνο, ησυχία, συγκέντρωση και συμμετοχή. Δεν μας δίνει απλώς μια πληροφορία· μας βάζει μέσα σε μια ιστορία και μας επιτρέπει να τη ζήσουμε με τον δικό μας τρόπο. Το βιβλίο δίνει την ευκαιρία στο μυαλό να ανοίξει χώρο για δημιουργία. Οι λέξεις γίνονται αφορμή για να ταξιδέψει η σκέψη, να ζωγραφίσει πρόσωπα, τόπους και εποχές που ίσως δεν γνώρισες ποτέ.
Το βιβλίο αφήνει τη φαντασία ελεύθερη να συμπληρώσει όσα δεν λέγονται. Ένας δρόμος γίνεται τοπίο, ένα πρόσωπο αποκτά μορφή, μια φωνή ακούγεται μέσα στη σιωπή. Και κάπως έτσι, η ιστορία παύει να ανήκει μόνο στον συγγραφέα και γίνεται, μέσα από τη φαντασία κάθε αναγνώστη, μια διαφορετική προσωπική διαδρομή.
Ίσως αυτή να είναι και η μαγεία της ανάγνωσης: οι λέξεις είναι ίδιες για όλους, αλλά οι εικόνες που γεννούν μέσα μας είναι μοναδικές. Ένα καλό βιβλίο δεν σου δείχνει απλώς έναν κόσμο· σου δίνει τα υλικά για να τον χτίσεις μέσα σου.
Ίσως, λοιπόν, στην ψηφιακή εποχή το βιβλίο να μην έχει μικρότερο ρόλο. Να έχει έναν διαφορετικό και ίσως ακόμη πιο ουσιαστικό ρόλο: να μας θυμίζει να σταματάμε για λίγο, να ακούμε, να θυμόμαστε και να μην αφήνουμε τις ανθρώπινες ιστορίες να χαθούν μέσα στην ταχύτητα της εποχής μας.
- Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Αν έπρεπε να διαλέξω μόνο πέντε βιβλία για έναν ολόκληρο μήνα, θα ήταν μια δύσκολη επιλογή. Θα ήθελα να έχω μαζί μου βιβλία που δεν διαβάζονται μόνο μία φορά, αλλά κάθε φορά μπορούν να σου αποκαλύψουν κάτι διαφορετικό.
Ένα από αυτά θα ήταν σίγουρα «Της νεκρής πριγκίπισσας» της Κενιζέ Μουράτ. Είναι ένα βιβλίο που πάντα με ταξιδεύει. είναι μια συγκλονιστική, αληθινή ιστορία που διαβάζεται σαν παραμύθι και ιστορικό χρονικό μαζί.Με μεταφέρει σε άλλους τόπους, σε άλλες εποχές, αλλά κυρίως σε έναν κόσμο γεμάτο μνήμες, ανατροπές και ανθρώπινες ιστορίες. Είναι από εκείνα τα βιβλία που μπορείς να τα ξαναδιαβάσεις και να ανακαλύψεις μέσα τους κάτι που την πρώτη φορά δεν είχες προσέξει.
Τον «Αλχημιστή» του Paulo Coelho, γιατί μιλά για την αναζήτηση του προσωπικού μας «Χρυσόμαλλου Δέρατος», για το ταξίδι, το όνειρο και την επιμονή να ακολουθήσουμε τον δικό μας δρόμο.
Την συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, κυρίως για την « Ιθάκη» και τα «Κεριά», έστω κι αν δεν είναι βιβλίο με την αυστηρή έννοια, θα ήθελα να την έχω μαζί μου. αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της ανθρώπινης ύπαρξης. Ενώ τα “Κεριά” μάς υπενθυμίζουν μελαγχολικά το αναπόφευκτο πέρασμα του χρόνου και τη συντομία της ζωής, η “Ιθάκη” έρχεται να δώσει τη λύση, διδάσκοντάς μας πώς να γεμίσουμε αυτόν τον χρόνο με νόημα.
Θα έπαιρνα μαζί μου και τη «Μάνα» της Έλεν Καρλάιλ. Είναι ένα βιβλίο που με συγκινεί βαθιά. Κάθε φορά που διαβάζω τα συναισθήματα της μητέρας για τα παιδιά της, χτυπά η καρδιά μου λίγο πιο δυνατά. Ίσως γιατί η σχέση της μητέρας με τα παιδιά της είναι από τους πιο δυνατούς και ακατάλυτους δεσμούς στη ζωή και ορισμένα συναισθήματα δεν χρειάζονται πολλές λέξεις για να τα αναγνωρίσεις.
Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει ο Νίκος Καζαντζάκης, ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Εδώ θα δυσκολευόμουν πραγματικά να διαλέξω ανάμεσα στην «Ασκητική» και στον «Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Η Ασκητική με οδηγεί περισσότερο προς την εσωτερική αναζήτηση, ενώ ο Ζορμπάς με τη ζωή, την ελευθερία και τον τρόπο που αγκαλιάζει την ύπαρξη με παρασύρει σε μια διαφορετική, πιο γήινη και παθιασμένη πλευρά της ζωής.
Αν τελικά έπρεπε να κρατήσω μόνο ένα, ίσως να διάλεγα την «Ασκητική», γιατί είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν τα διαβάζεις μόνο μία φορά. Τα ξαναπιάνεις σε διαφορετικές ηλικίες και, ανάλογα με όσα έχεις ζήσει, μοιάζουν να σου μιλούν διαφορετικά.
Ίσως, τελικά, αυτά τα πέντε βιβλία να είχαν κάτι κοινό με τον Αργοναύτη στα Έγκατα της Γης: όλα μιλούν, με διαφορετικό τρόπο, για ένα ταξίδι. Για τον άνθρωπο που φεύγει, αναζητά, δοκιμάζεται και στην πορεία ανακαλύπτει κάτι περισσότερο για τον κόσμο αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό.
- Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;
Νομίζω ότι χρειαζόμαστε και τα δύο. Ο ρεαλισμός μάς βοηθά να βλέπουμε τη ζωή όπως πραγματικά είναι, ενώ ο ρομαντισμός μάς δίνει έναν λόγο να πιστεύουμε σε αυτό που μπορεί να γίνει.
Ο Αργοναύτης στα Έγκατα της Γης είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένας συνδυασμός αυτών των δύο. Η ζωή του ήρωα είναι σκληρή και απολύτως ρεαλιστική. Είναι η βιοπάλη, η ξενιτιά, η σκληρή δουλειά στα μεταλλεία, η απόσταση από την οικογένεια, οι δυσκολίες και οι θυσίες. Όμως μέσα σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα υπάρχει πάντα κάτι που τον κρατά όρθιο: η ελπίδα.
Και η ελπίδα, για μένα, είναι η πιο όμορφη μορφή ρομαντισμού.
Δεν πιστεύω στον ρομαντισμό ως μια φυγή από την πραγματικότητα. Πιστεύω στον ρομαντισμό που μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε ακόμη και όταν γνωρίζουμε πόσο δύσκολη είναι η πραγματικότητα. Όπως ο Αργοναύτης ξεκίνησε για να αναζητήσει το δικό του Χρυσόμαλλο Δέρας, έτσι και ο άνθρωπος σήμερα χρειάζεται έναν στόχο, ένα όνειρο, κάτι που να τον κάνει να συνεχίζει.
Ίσως, λοιπόν, αυτό που χρειαζόμαστε περισσότερο είναι ρεαλισμό για να στεκόμαστε στα πόδια μας και ρομαντισμό για να μην ξεχνάμε γιατί αξίζει να προχωράμε.
Γιατί χωρίς ρεαλισμό μπορεί να χαθούμε στα όνειρα. Αλλά χωρίς όνειρα, κινδυνεύουμε απλώς να επιβιώνουμε, χωρίς πραγματικά να ζούμε.