/Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου: Δε διδάσκουν όλες οι ανηφόρες

Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου: Δε διδάσκουν όλες οι ανηφόρες

Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου απαντά στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του “Θα με βρεις στις ανηφόρες”.

1. Κυκλοφόρησε η μυθιστορηματική βιογραφία «Θα με βρεις στις ανηφόρες» από τις εκδόσεις Επίμετρο. Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;

Πρόκειται για μια συγκλονιστική μυθιστορηματική βιογραφία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Ήθελα να παρουσιάσω την αλήθεια μιας ολόκληρης γενιάς, μέσα από τη ζωή του πρωταγωνιστή, με την ελευθερία που σου δίνει το μυθιστόρημα. Η κυπριακή ιστορία του 20ου αιώνα δεν είναι μόνο ημερομηνίες –είναι γόνατα που μάτωσαν, ανάσες που κόπηκαν, μανάδες που θρήνησαν και άνθρωποι που δεν τα παράτησαν. Οι παλαιότεροι ανέβαιναν ανηφόρες κάθε μέρα – προσφυγιά, φτώχια, αδικίες – και δε μιλούσαν, αλλά τις κατάπιναν. Ήρθε η ώρα, να τους δώσω φωνή.

Ο Αυγερινός γεννήθηκε μέσα στη φτώχια, σε δύσκολα χρόνια για τον τόπο. Από νωρίς κατάλαβε πως μόνο η μόρφωση και η πνευματική καλλιέργεια θα τον οδηγούσαν στην καταξίωση. Η γιαγιά του γίνεται η πρώτη του προφορική εγκυκλοπαίδεια. Ζει την καθημερινότητα του τόπου του, του χωριού του και θησαυρίζει σκέψεις, ιδέες, γεγονότα, σε μια εποχή που όλα ήταν αλλιώς. Δοκιμάστηκε στη ζωή – έπεφτε, σηκωνόταν, μάτωνε, προχωρούσε και έγραψε τη δική του ιστορία. Έζησε αδικίες που κόντεψαν να του στερήσουν την ταυτότητά του. Βίωσε το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή: αιχμαλωτίστηκε, φυλακίστηκε στην Τουρκία και έζησε τραύματα που τον σημάδεψαν για μισό αιώνα. Δε ζητά εκδίκηση, αλλά δικαίωση – τη δική του και κάθε ανθρώπου που ένιωσε ξεκρέμαστος.

Αφού η πατρίδα του δεν του έδωσε ψωμί και νερό, αναζήτησε σε ξένους τόπους δικαίωση και πραγματοποίηση των ονείρων του.

Ύστερα από τριάντα χρόνια σαν άλλος βασιλιάς της Ιθάκης, ο Αυγερινός έφτασε στην πολύποθη Κύπρο, όπου είδε «καπνόν αποθρώσκοντα».

Φτάνοντας στο χωριό του, άρχισε να βομβαρδίζεται από τις αναμνήσεις εκείνης της ζωής που τον βάραινε τότε και ήθελε να την αλλάξει. Ξυπνά η νοσταλγία και αποφασίζει να γράψει τις ανηφόρες της ζωής του, από τις οποίες κέρδισε εμπειρίες, γνώσεις, σωφροσύνη και αρετές. Έζησε το θαύμα την ώρα που κινδύνεψε να χαθεί. Άντεξε, γιατί αγάπησε τις ανηφόρες του κι αυτές τον αντάμειψαν. Του έσβησαν τα πάθη και χάλκεψαν τον χαρακτήρα του. Ανταμείφθηκε, γιατί συνέχιζε υπομονετικά μέχρι τέλους, πιστεύοντας πως ο Θεός βρισκόταν πάντα κοντά του σιωπηλός και τον στήριζε.

2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;

Ο συγκεκριμένος τίτλος επιλέγηκε γιατί θεωρήθηκε πολύ δυνατός και αντιπροσωπευτικός του περιεχομένου. Οι ανηφόρες δεν είναι πάντα προσωπική επιλογή ενός ατόμου, αλλά θέλουν κόπο και η δοκιμασία σε βοηθά να γίνεις καλύτερος. Οι ανηφόρες είναι δυσκολοδιάβατος τόπος, κουράζεσαι, λαχανιάζεις, θέλεις να τα παρατήσεις, αλλά τελικά σαν ανεβείς, χαίρεσαι από την αίσθηση του νικητή. Ο τίτλος «Θα με βρεις στις ανηφόρες», είναι κι ένα κάλεσμα ν’ ακολουθήσεις τον πρωταγωνιστή και ν’ ανηφορίσεις μαζί του. Σε προσκαλεί να πάρεις μαθήματα από την ανάβαση, όπως περίπου ερμηνεύει την Ιθάκη ο Αλεξανδρινός ποιητής: «Κι αν είναι φτωχική, η Ιθάκη δε σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν».

3. Ποιοι είναι οι στόχοι και τα κίνητρα των κεντρικών ηρώων;

Οι ήρωες είναι πολλοί και εξίσου σημαντικοί. Ο καθένας είναι μέρος ενός κομματιού της ζωής του Αυγερινού που παραμένει ο κεντρικός ήρωας. Σε κάθε περίοδο της ζωής του, ζει και συναναστρέφεται ανθρώπους, που άλλοι τον σπρώχνουν σε ατέρμονες ανηφόρες και άλλοι γίνονται δεκανίκια στον δύσκολο αγώνα του. Οι ήρωες κινούνται σε μια εποχή που η φτώχια και ο πόλεμος καθορίζουν τις πράξεις, τα σχέδια και τη ζωή τους. Στόχος τους η καταπολέμηση της αδικίας και συνεχείς προσπάθειες για δημιουργία μιας καλύτερης και πιο ανθρώπινης κοινωνίας, τοπικής και παγκόσμιας, ανεξάρτητα των δυσκολιών που θα συναντήσουν.

4. Οι «ανηφόρες» στη ζωή μας είναι απαραίτητα μαθήματα αντοχής κι επιμονής;

Απαραίτητα όχι. Άλλωστε, δε διδάσκουν όλες οι ανηφόρες, αφού κάποιες λογίζονται άδικες και ψυχοφθόρες. Για τον ήρωα μας και ορισμένους άλλους είναι μαθήματα αντοχής κι επιμονής. Μέσα από τις ανηφόρες αναδεικνύεται ο χαρακτήρας του αναβάτη. Κάποιοι, ενώ αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα – για παράδειγμα τον χαμό ενός συγγενικού τους προσώπου, μια ασθένεια, την απόλυση από την εργασία τους – τα αντιμετωπίζουν διαφορετικά. Με τη διαφορετική αντιμετώπιση ξεχωρίζουν οι σκληροί, οι ανθεκτικοί, οι επίμονοι και υπομονετικοί, που στο τέλος αμείβονται από τις ανηφόρες τους. Αντίθετα οι αδύνατοι και ευάλωτοι που δεν αντέχουν, που υποκύπτουν στον πόνο και την κούραση, χωρίς να φτάνουν στο τέρμα της ανηφόρας τους, τίποτε δεν κερδίζουν, παρά μόνο υποφέρουν. Γι’ αυτό άλλωστε και το απόφθεγμα, «Οι δυσκολίες νικούν τους αδύνατους, αλλά δυναμώνουν τους δυνατούς».

5. Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;

Το απόσταγμα που θα αποκομίσει ο αναγνώστης, είναι ότι, με σεβασμό προς το παρελθόν, φτιάχνουμε το μέλλον.

6. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Τα ερεθίσματα ήταν αρκετά. Βασικότερο όλων, υπήρξε το σπρώξιμο για φανέρωση της προέκτασης του εαυτού μου. Νωρίς αντιλήφθηκα, πως αυτό, θα γινόταν μέσα από τη συγγραφή, αφού από μικρός αγαπούσα τη λογοτεχνία και κατά περιόδους συνήθιζα να γράφω ποιήματα και ιστορίες. Η συνέχεια υπήρξε φυσιολογική, με τη συγγραφή βιβλίων να μου γίνεται τρόπος ζωής. Προσπάθησα να κάνω πράξη τον αποφθεγματικό λόγο, «Είτε γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί, είτε κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί». Το πρώτο σκέλος του αποφθέγματος επιτεύχθηκε, γιατί το μεγαλύτερο μέρος της εργογραφίας μου διαβάστηκε και επανεκδόθηκε επανειλημμένα, ενώ πρόσφατα, με την έκδοση της μυθιστορηματικής βιογραφίας «Θα με βρεις στις ανηφόρες», αισιοδοξώ να επιτευχθεί και το δεύτερο.

Σίγουρα, τα περισσότερα ερεθίσματα εκκολάφθηκαν μέσα μου. Η μνήμη πιεζόταν από παιδικές αναμνήσεις, οικογενειακές ιστορίες, προσωπικές τραυματικές εμπειρίες, όσο και σημαντικά γεγονότα του ευρύτερου περιβάλλοντός μου. Γι’ αυτό ένιωθα την υποχρέωση, πως αρκετές θύμησες έπρεπε να ταξιθετηθούν και καταγραφούν, ώστε να μη χαθούν στη λησμονιά του χρόνου. Προσπάθησα να φανερώσω και καυτηριάσω πρωτάκουστες αδικίες, να μιλήσω για πράγματα που δύσκολα αγγίζονται και να δώσω φωνή σε ανθρώπους που δε μιλούσαν.

7. Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;

Λογοτεχνία είναι η ίδια η γλώσσα, είναι ο τρόπος που μια κοινωνία αποθηκεύει την εσωτερική της εμπειρία. Μπορούμε να διαβάσουμε «Οδύσσεια» και με την ενσυναίσθηση να καταλάβουμε τον νόστο χωρίς να έχουμε κάνει ποτέ πόλεμο, ή να νιώσουμε την πείνα των Κινέζων σε περασμένες εποχές, χωρίς να ζήσουμε στη χώρα τους και χωρίς να δούμε κάποιον από αυτούς.

Λογοτεχνία είναι κάθε κείμενο που συνεχίζει να σημαίνει περισσότερα από όσα σκόπευε ο συγγραφέας του. Ένα άρθρο εφημερίδας εξαντλείται, όταν το καταλάβεις, ενώ αντίθετα, ένα λογοτεχνικό κείμενο ανοίγει, έχοντας την παράξενη ιδιότητα της ανεξάντλητης ανάγνωσης.

8. Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;

Παρόλο που αποδεδειγμένα οι Έλληνες είναι φίλοι των γραμμάτων, διαβάζουν λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο, διαπίστωση που εστιάζεται σε διάφορους λόγους. Σήμερα υπάρχουν αυξημένες υλικές απολαύσεις στις οποίες οι Έλληνες αφιερώνουν χρόνο, αφαιρώντας από εκείνο της πνευματικής ζωής. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει εντάξει το βιβλίο στην καθημερινότητά της από μικρή ηλικία, όπως γίνεται σε ευρωπαϊκές χώρες. Η οικονομική κρίση σίγουρα συνέβαλε στη μείωση της αγοράς και ανάγνωσης βιβλίων, γιατί όταν ο καταναλωτής αξιολογήσει τις ανάγκες του, οπωσδήποτε θα κόψει τα «μη αναγκαία».

Ωστόσο, στον ελλαδικό χώρο υπάρχει ένας πυρήνας αναγνωστών, όμοιος μ’ εκείνο των αρχαίων Ελλήνων, όπου οι φανατικοί αναγνώστες όχι μόνο διάβαζαν, αλλά αποστήθιζαν την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια».

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως τις βόρειες, η ανάγνωση βιβλίων καλλιεργείται συστηματικά από την παιδική ηλικία μια που το βοηθούν οι κλιματκές συνθήκες. Επιπρόσθετο παράγοντα φιλαναγνωσίας αποτελούν οι δανειστικές βιβλιοθήκες, που είναι αναπόσπαστο μέρος της κουλτούρας τους, σε αντίθεση, με την ελληνική επικράτεια.

Εκδοτικοί Οίκοι και βιβλιοπωλεία «Δοξα τω Θεώ» υπάρχουν πολλά στην Ελλάδα, αλλά κατά κανόνα είναι συγκεντρωμένα στις μεγαλουπόλεις, με την επαρχία να στερείται ικανοποιητικά το βιβλίο. Οι Δημόσιες Βιβλιοθήκες τηρούν ωράριο δημόσιου, κάτι που δυσκολεύει σημαντικότατο αριθμό εργαζόμενων. Επιπλέον, η τηλεοπτική θέαση και γενικά τα μέσα κοινωνικής διχτύωσης αντικατέστησαν το διάβασμα, στην εποχή μας. Ένα διορατικό κράτος όμως οφείλει να παρέμβει στηρίζοντας το διάβασμα βιβλίων με επιδότηση «Εκδοτικών Οίκων» για εκδόσεις ποιοτικών έργων και διάθεση τους σε χαμηλό κόστος ή ελάχιστο ΦΠΑ. Όταν το κράτος ενισχύσει και με αυτό τον τρόπο το διάβασμα και τη μάθηση, θα έρθει μέρα που θα τα εισπράξει στο πολλαπλάσιο.

9. Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας;

Στην ψηφιακή εποχή μας το βιβλίο έχει τον ίδιο ρόλο που είχε πάντα. Αντίθετα με το ψηφιακό που παρουσιάζει μια ρευστότητα και είναι άυλο, το βιβλίο έχει σώμα με βάρος, μυρωδιά και στο διάβα του χρόνου δέχεται τη φθορά. Το βιβλίο αποτελεί ανεξάρτητο, ολοκληρωμένο έργο, με αρχή, μέση και τέλος. Έτυχε επιμέλειας, διόρθωσης και εκδοτικού έλεγχου. Τα κείμενα ενός βιβλίου που διαβάζονται σήμερα, μελλοντικά δε θα διαφοροποιηθούν, αλλά θα παραμένουν όπως έχουν. Στην περίπτωση της ψηφιακής πληροφόρησης παρατηρείται μεταβλητότητα, γιατί εκτός από έγκυρες πληροφορίες, παρουσιάζονται μέχρι και ψεύτικες ειδήσεις – fake news, φαινόμενο που δεν αποκλείει ότι στο μέλλον ενδέχεται να υπάρξουν αλλαγές.

Με το διάβασμα ενός βιβλίου γνωρίζεις σε βάθος ένα θέμα, το οποίο αν είναι και λογοτεχνικό, αποκτάς μια μοναδική εμπειρία, σχεδόν αναντικατάστατη. Πρακτικά, αυτά τα δύο – βιβλίο και ψηφιακή πληροφόρηση – μπορεί να συνδυαστούν. Για παράδειγμα γίνεται χρήση της ψηφιακής πληροφόρησης για να εντοπίσεις, να φιλτράρεις και να ενημερωθείς γρήγορα και μετά καταφεύγεις στο βιβλίο για να κατανοήσεις σε βάθος και να ελέγξεις την αξιοπιστία.

10. Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;

Την «Οδύσσεια» του Ομήρου, τον «Επιτάφιο» του Περικλή, την «Καινή Διαθήκη», το «Αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης» του Βίκτορ Φρανκλ (Viktor Frankl) και το «Πίστεψέ το και θα το δεις» του Wayne W. Dy.

11. Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό, στην εποχή μας;

Το περισσότερο είναι σχετικό. Η αλήθεια είναι πως χρειαζόμαστε και τα δύο, όχι όμως στον ίδιο βαθμό. Με τον ρεαλισμό κατανοούμε την πραγματικότητα, η οποία παρουσιάζεται αυθεντικά, χωρίς εξιδανικεύσεις ή υπερβολές, ενώ ο ρομαντισμός δίνει έμφαση στη φαντασία, το συναίσθημα και το ιδανικό. Ο ρεαλισμός μας βοηθά να παίρνουμε υπεύθυνες αποφάσεις, να αντιμετωπίζουμε τις κρίσεις και να αξιολογούμε τα γεγονότα χωρίς αυταπάτες. Λειτουργεί ως οδηγός μας στις αυξημένες οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές προκλήσεις της εποχής.

Ο ρομαντισμός, μας σπρώχνει να βαδίσουμε μπροστά, καλλιεργώντας την ελπίδα και την πίστη, ότι είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε κάτι καλύτερο, να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας, ακόμα και να θυσιαστούμε για μια ιδέα, για την πατρίδα μας ή ένα πιστεύω μας.

Μπορεί να λεχθεί, ότι η εποχή μας χρειάζεται ρεαλιστικά μάτια και ρομαντική καρδιά: να βλέπουμε τον κόσμο ορθολογικά, αλλά να αισιοδοξούμε πως μπορεί να τον βελτιώσουμε. Οι μεγάλες ιστορικές αλλαγές έγιναν από ανθρώπους που ενώ γνώριζαν την πραγματικότητα, τόλμησαν και προχώρησαν σε επόμενα κεφάλαια.