Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, συγγραφέας
Ενα θεατρικό έργο μπορεί να στηρίζεται σε περίτεχνους ή κοφτούς διαλόγους. Μπορεί όμως να επενδύει και σε μιας μορφής εξομολογητικό μονόλογο όπου ο ήρωας εκφράζει με ευκρίνεια την οπτική του για τον κόσμο αλλά κυρίως για τον εαυτό του, τις προτεραιότητες και τις επιθυμίες του.
Ο Σπύρος Φλώρος στο έργο του “Και εγένετο ειρηνη. Και εγένετο φως” από τις Εκδόσεις Βακχικόν, έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο και τη ζωή, και το μεταιχμιακό στάδιο όπου η μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη είναι αναπόφευκτη και πλέον το άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με την υπαρξιακή ουσία του.
Ο συγγραφέας με λογοτεχνία οξυδέρκεια περιγράφει επιδέξια καταστάσεις και αναδεικνύει συναισθήματα. Δεν είναι μοιρολατρικός απέναντι στον χαμό. Δεν παραδίδεται στη γλυκύτητα της ανάμνησης, ούτε ψάχνει την αναδρομική αποζημίωση για τις, έως τώρα, σωστές και λάθος αποφάσεις.
Οι σχέσεις, η μοναξιά, οι πόθοι και τα πάθη, παρελαύνουν μέσα από τη λογική και την παράνοια. Ο διάλογος γίνεται μια με το αντικείμενο του πόθου, μια με τα μείχια της σκέψης. Στο τέλος μάς προσφέρει ένα είδος εντολών που γκρεμίζουν την σξιακή υποκρισία της εποχής μας.
Πίστη στην ελπίδα υπάρχει, όπως και πίστη στο φως της ζωής και την ειρήνη που έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε με τις αντορρππες δυνάμεις του είναι μας. Όμως η ματαιότητα δεν καταπολεμιέται με ευχολόγια, ούτε υποχρεωτικά με κανόνες. Η αγάπη μπορεί να δώσει τη λύση γιατί είναι η μόνη αιώνια δύναμη, πέρα και πάνω από συμβατικότητες και συμβιβασμούς.