Η βραβευμένη Ελληνίδα συνθέτρια και πιανίστρια Ρωξάνη Χατζηδημητρίου κυκλοφορεί επίσημα το νέο της άλμπουμ, «Entre Ruidos» (Ανάμεσα στους Θορύβους), και με αυτή την αφορμή απαντά στις ερωτήσεις που της θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας.
1. Νέο άλμπουμ «Entre Ruidos». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Το «Entre Ruidos» αποτελεί ένα μεγάλο και βαθιά προσωπικό project, δικής μου παραγωγής, που περιλαμβάνει 12 πρωτότυπες συνθέσεις για πιάνο, electronics, κουαρτέτο εγχόρδων, κοντραμπάσο, κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο και κρουστά.
Το άλμπουμ κινείται ανάμεσα στην κινηματογραφική, τη νεοκλασική και τη σύγχρονη κλασική μουσική, ενσωματώνοντας διακριτικά στοιχεία της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Στόχος μου ήταν να δημιουργήσω έναν πολυεπίπεδο ηχητικό κόσμο, όπου ακουστικά όργανα συνυφαίνονται αρμονικά με ηλεκτρονικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα στοχαστικό, ονειρικό και βαθιά ατμοσφαιρικό περιβάλλον, το οποίο εναλλάσσεται με δυναμισμό, ένταση και εσωτερικές συγκρούσεις.
Μέσα από αυτό το άλμπουμ προσκαλώ τον ακροατή να ονειρευτεί, να ταξιδέψει, να επιβραδύνει, να στοχαστεί — μια ουσιαστική υπενθύμιση ότι μπορούμε να ζούμε πιο απλά, καθαρά και ελεύθερα, ακόμη και μέσα στον θόρυβο και τους συνεχείς περισπασμούς της σύγχρονης ζωής.
2. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο; Ανάμεσα σε ποιους «θορύβους» βρισκόμαστε;
Ο τίτλος Entre Ruidos γεννήθηκε από την ανάγκη μου να δημιουργήσω έναν προσωπικό χώρο ενδοσκόπησης και αποσύνδεσης μέσα στους αδιάκοπους «θορύβους» και περισπασμούς της σύγχρονης καθημερινότητας. Αντικατοπτρίζει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στο «μέσα» — την εσωτερική μας αυθεντικότητα — και στο «έξω» — τις εξωτερικές πιέσεις ενός κόσμου που συνεχώς ζητά περισσότερα: περισσότερη ταχύτητα, περισσότερο θόρυβο, περισσότερη συμμόρφωση.
Περιβαλλόμαστε από πολλούς θορύβους, που δεν είναι μόνο κυριολεκτικοί αλλά και μεταφορικοί — και είναι διαφορετικοί για τον καθένα μας. Μπορεί να είναι οι περισπασμοί, οι υποχρεώσεις, οι κοινωνικές επιρροές, η πολυπλοκότητα της ζωής, οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες των άλλων. Σε αυτή την εποχή υπερπληροφόρησης και ταχύτητας — όπου συχνά η ποσότητα υπερισχύει της ποιότητας και του βάθους — είναι εύκολο να χάσει κανείς το κέντρο του, να απομακρυνθεί από την εσωτερική φωνή, να ξεχάσει να φροντίσει το εσωτερικό του παιδί και να αποκοπεί από τις αληθινές του επιθυμίες και τα όνειρά του.
Για μένα προσωπικά, το ίδιο το άλμπουμ αποτελεί αυτό το «ανάμεσα» — έναν χώρο σκέψης, συναισθημάτων και προβληματισμού, όπου ο ακροατής μπορεί να αφουγκραστεί τη δική του συναισθηματική αλήθεια.
Όλα αυτά τα συναισθήματα και οι σκέψεις μεταμορφώθηκαν στη δημιουργία αυτού του άλμπουμ, καθώς ένιωσα την ανάγκη να τα επικοινωνήσω. Πιστεύω βαθιά ότι, ειδικά στην εποχή που ζούμε, η μουσική μπορεί να μας επανασυνδέσει με το κέντρο μας και να μας εμπνεύσει να υπάρχουμε με πιο ουσιαστικούς και ανθρώπινους τρόπους.
3. Το άλμπουμ διαθέτει έντονη κινηματογραφική αισθητική. Θα θέλατε να ασχοληθείτε περισσότερο με τη σύνθεση για ταινίες ή παραστάσεις;
Η σύνθεση για εικόνα — είτε πρόκειται για κινηματογράφο είτε για παραστατικές τέχνες — με ενδιαφέρει πολύ και αισθάνομαι ότι συνδέεται οργανικά με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη μουσική. Μέσα από κάθε έργο μου, θέλω κι εγώ να αφηγηθώ μια ιστορία και να δημιουργήσω μουσικές εικόνες, δίνοντας στον ακροατή την ελευθερία να τις «σκηνοθετήσει» με τον τρόπο που επιθυμεί.
Έχω γράψει μουσική για ταινίες μικρού μήκους, animation films και ντοκιμαντέρ, καθώς και για θέατρο και σύγχρονο χορό. Και οι δύο κόσμοι με γοητεύουν πολύ. Ο κινηματογραφικός κόσμος με συγκινεί βαθιά· με μαγεύει το πώς η μουσική μπορεί να ζωντανέψει τον κόσμο της ταινίας, να προσθέσει μια τρίτη διάσταση στις εικόνες και τις λέξεις, να σχολιάσει την αφήγηση, να επικοινωνήσει συναισθήματα και να «πει» όσα δεν φαίνονται, λειτουργώντας συχνά σε υποσυνείδητο επίπεδο στον θεατή.
Ταυτόχρονα, στις παραστατικές τέχνες, η ζωντανή συνύπαρξη της μουσικής με το σώμα, την κίνηση και τον λόγο δημιουργεί μια μοναδική ενέργεια που γεννιέται εκείνη τη στιγμή και μοιράζεται άμεσα με το κοινό, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η τέχνη αναπνέει μπροστά σου.
Και οι δύο κόσμοι έχουν ξεχωριστή θέση μέσα μου. Είτε πρόκειται για κινηματογράφο είτε για παραστάσεις, αυτό που με ενδιαφέρει βαθιά είναι η μουσική να υποστηρίζει και να δίνει το δικό της χρώμα στην αφήγηση, μιλώντας απευθείας στην ψυχή του θεατή.
![]()
4. Ποιο θέλετε να είναι το προσωπικό σας στίγμα και πόσο ανοιχτή είστε σε διαφορετικές επιρροές;
Αυτό που με ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα είναι να διατηρώ μια αυθεντική, προσωπική φωνή — χωρίς φίλτρα και χωρίς την ανάγκη να χωρέσω σε καλούπια. Θέλω η μουσική μου να δημιουργεί έναν γνήσιο χώρο συνάντησης με τους ανθρώπους, σε ένα βαθύτερο, εσωτερικό επίπεδο· να συγκινεί, να αγγίζει και να κουβαλά την ευαισθησία, τις σιωπές, τις εντάσεις και τα βιώματά μου, παραμένοντας ειλικρινής.
Ταυτόχρονα, νιώθω βαθιά ανοιχτή σε νέες επιρροές — και αυτό είναι που με γοητεύει στη διαδικασία της σύνθεσης. Η μουσική είναι ένας ζωντανός οργανισμός που διαρκώς μεταμορφώνεται, ένας χώρος ελευθερίας όπου μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικά στυλ και αισθητικές. Σε κάθε νέα δουλειά προσπαθώ να εξερευνώ κάτι καινούργιο, να μαθαίνω, να ρισκάρω και να μετακινούμαι πέρα από το οικείο.
Ίσως γι’ αυτό δυσκολεύομαι να εντάξω τη μουσική μου σε μία μόνο κατηγορία. Το συνθετικό μου ύφος συνδυάζει στοιχεία από τον μινιμαλισμό, την νεοκλασική, την κινηματογραφική, την σύγχρονη, την τζαζ και την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Πιστεύω πως η ταυτότητα κάθε καλλιτέχνη χτίζεται μέσα από αυτή τη συνύπαρξη διαφορετικών επιρροών και εκφραστικών κόσμων.
Η μουσική είναι μια γλώσσα που δεν τελειώνει ποτέ· όσο περισσότερο βυθίζεσαι μέσα της, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι πόσο απέραντη είναι και πόσα ακόμη υπάρχουν να ανακαλύψεις. Ακριβώς αυτή η διαρκής αναζήτηση κρατά ζωντανό τον έρωτα και την αγάπη μου για την τέχνη.
5. Δίνεται στην Ελλάδα ο χώρος και η προβολή που αξίζει στην ορχηστρική μουσική;
Δυστυχώς, θεωρώ πως στην Ελλάδα δεν δίνεται ο χώρος και η προβολή που αξίζει στην ορχηστρική μουσική. Είναι κάτι που με στεναχωρεί βαθιά. Πολλές φορές νιώθω ότι παλεύω μόνη μου, μέσα σε ένα πλαίσιο και ένα περιβάλλον που δεν στηρίζει ουσιαστικά τη δημιουργία. Και πιστεύω πως αυτό το συναίσθημα το μοιράζονται πολλοί μουσικοί και συνθέτες.
Αυτός είναι και ένας λόγος που με κάνει να σκέφτομαι συχνά την επιστροφή στο εξωτερικό — σαν να είναι ένα κομμάτι μου εδώ και ένα άλλο να αναζητά αλλού τις συνθήκες που θα του επιτρέψουν να εξελιχθεί. Όχι γιατί δεν αγαπώ τον τόπο μου, αλλά γιατί αισθάνομαι ότι λείπουν οι θεσμοί, το σταθερό πλαίσιο και οι συνθήκες που θα επιτρέψουν σε αυτή τη μουσική να ανθίσει. Οι περισσότεροι δημιουργοί καλούνται να χρηματοδοτήσουν μόνοι τους τα έργα τους, χωρίς επαρκή στήριξη και χωρίς ουσιαστικές δομές προβολής.
Πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να υπάρξει μια ουσιαστική αλλαγή — μια πιο οργανωμένη και σταθερή υποστήριξη της ορχηστρικής δημιουργίας, ώστε αυτή η μουσική να μπορέσει να βρει τον χώρο της, το κοινό της και την αναγνώριση που της αξίζει και εδώ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η θέσπιση περισσότερων αναθέσεων (commissions) προς συνθέτες για τη δημιουργία νέων έργων, όπως συμβαίνει στο εξωτερικό κατά κόρον, μέσα από κρατικά προγράμματα, ορχήστρες ή ανεξάρτητα σύνολα. Με αυτόν τον τρόπο θα ενισχυόταν έμπρακτα η σύγχρονη δημιουργία και θα δίνονταν ευκαιρίες σε νέες φωνές να ακουστούν.
6. Είναι η ζωντανή εμφάνιση αυτή που καθιερώνει τελικά έναν καλλιτέχνη;
Η ζωντανή διάδραση με το κοινό παραμένει αναντικατάστατη και εξαιρετικά σημαντική· είναι εκείνη που επιτρέπει στον καλλιτέχνη και στο κοινό να νιώσει τον παλμό της στιγμής, την ενέργεια και την ανταπόκριση που μόνο η ζωντανή εμπειρία μπορεί να προσφέρει.
Ωστόσο, στον σημερινό ψηφιακό κόσμο οι τρόποι επικοινωνίας έχουν αλλάξει και διευρυνθεί. Η παρουσία ενός καλλιτέχνη χτίζεται μέσα από ένα πλέγμα πολλαπλών καναλιών, ψηφιακών και ζωντανών — από social media και διαδικτυακές πλατφόρμες μέχρι ηχογραφήσεις και βίντεο που φτάνουν παντού στον κόσμο.
Τελικά, ίσως η καθιέρωση ενός καλλιτέχνη είναι αποτέλεσμα ενός συνεχούς διαλόγου ανάμεσα στη ζωντανή εμπειρία και την ψηφιακή παρουσία — ένας χορός μεταξύ της προσωπικής επαφής με το κοινό και της ευρύτερης προβολής που προσφέρει η τεχνολογία.
7. Στην εποχή των views, πόσο σημαντικά είναι τα ολοκληρωμένα άλμπουμ;
Παρόλο που ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα views, τα likes και τα πολύ σύντομα κομμάτια — singles, EPs και γρήγορη κατανάλωση — προσωπικά θεωρώ ότι τα ολοκληρωμένα άλμπουμ παραμένουν απολύτως σημαντικά. Ένα άλμπουμ επιτρέπει μια βαθύτερη αφήγηση, τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου κόσμου, όπου τα κομμάτια συνδέονται μεταξύ τους και η μουσική αναπνέει με διαφορετικό ρυθμό.
Με το δικό μου άλμπουμ πήρα σίγουρα ένα ρίσκο: η συνολική του διάρκεια είναι περίπου μία ώρα και ένα τέταρτο, με μέση διάρκεια κομματιών γύρω στα έξι λεπτά — κάτι που απέχει από τις τάσεις της γρήγορης ακρόασης και πάει λίγο κόντρα στην εποχή. Όμως αυτό ήθελα να αφηγηθώ: να προσκαλέσω τον ακροατή σε ένα ηχητικό ταξίδι, να βιώσει την εμπειρία αυτή σαν μια ταινία με αρχή, μέση και τέλος, και να δημιουργήσω μια πραγματική συναισθηματική σύνδεση μαζί του. Για μένα ήταν ένα στοίχημα — να κρατήσω το ενδιαφέρον και την προσοχή του καθ’ όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, οδηγώντας τον βαθιά μέσα στον κόσμο που δημιούργησα.
8. Πόσο βοηθούν τα social media και πότε γίνονται παγίδα;
Τα social media αποτελούν σίγουρα ένα πολύτιμο εργαλείο προβολής και επικοινωνίας για τον καλλιτέχνη, ιδίως για έναν δημιουργό που δεν έχει πίσω του κάποια εταιρεία ή μάνατζερ για να τον αναδείξει και να προωθήσει τη δουλειά του. Μέσα από αυτά μπορείς να μοιραστείς τη μουσική σου, τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου, να δώσεις μορφή στο όραμά σου και να φτάσει σε ένα ευρύ κοινό που διαφορετικά ίσως δεν θα σε γνώριζε.
Ωστόσο, τα social media μπορούν να γίνουν παγίδα όταν η ταχύτητα, η ποσότητα και οι αριθμοί αρχίζουν να αντικαθιστούν την ουσία και το βάθος. Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει συχνά η πίεση να είσαι «προσιτός», «πρωτότυπος» ή «εμπορικός», να παράγεις συνεχώς νέα κομμάτια και περιεχόμενο. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στο να χάνεται η ειλικρίνεια πίσω από τη δημιουργία, και η βαθιά ανάγκη για αυθεντική έκφραση να υποκαθίσταται από την πίεση της συνεχούς παρουσίας και διάδρασης. Όταν η παραγωγή καθοδηγείται μόνο από την ποσότητα ή το εμπορικό, θολώνει το βάθος και η ουσία της μουσικής, και για μένα χάνεται η αληθινή πρόθεση που μας ωθεί να δημιουργούμε — ο λόγος και το νόημα της τέχνης.
9. Ποια είναι η άποψή σας για τα νέα μουσικά ρεύματα που είναι δημοφιλή στη νεολαία;
Η μουσική είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται συνεχώς, και τα νέα ρεύματα της νεολαίας είναι η πιο άμεση αντανάκλαση αυτής της αλλαγής. Κάθε εποχή φέρνει ήχους, στυλ και τρόπους έκφρασης που μιλούν στην τρέχουσα γενιά και καταγράφουν τις κοινωνικές, πολιτισμικές και προσωπικές της ανησυχίες.
Με ενδιαφέρει να βλέπω αυτά τα ρεύματα ως δημιουργικές φωνές — ανεξάρτητα αν μου αρέσουν ή όχι ως ακροάτρια. Κάποια με γοητεύουν με την ειλικρίνεια και την πρωτοτυπία τους, κάποια άλλα μπορεί να φαίνονται επιφανειακά, αλλά ακόμα κι αυτά δείχνουν πώς η μουσική προσαρμόζεται στις ανάγκες των ανθρώπων που τη ζουν.
10. Τι θα συμβουλεύατε τα νέα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με τη μουσική;
Ένα πράγμα που θα συμβούλευα τους νέους μουσικούς είναι να παραμείνουν ειλικρινείς με τον εαυτό τους και το όραμά τους. Να βρίσκουν νόημα σε ό,τι κάνουν και να μην χάσουν την ταπεινότητα, την επιμονή και την πίστη στον εαυτό τους. Δεν είναι εύκολο να είσαι μουσικός, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, και χρειάζεται γερό στομάχι, πίστη σε αυτό που κάνεις και ξεκάθαρο όραμα.
Ταυτόχρονα, θα τους συμβούλευα να καλλιεργούν συνεχώς τις γνώσεις τους και να παραμένουν μαθητές σε όλη τους τη ζωή. Να αφήνουν τη φαντασία τους ελεύθερη να τους οδηγεί, να ρισκάρουν και να μην φοβούνται να δείξουν τη μοναδικότητα που έχουν μέσα τους. Όσο πιο αυθεντικός είναι κανείς, τόσο πιο οικουμενικό γίνεται το μήνυμά του — και τόσο πιο βαθιά μπορεί να αγγίξει όσους βρίσκονται γύρω του.
11. Αν είχατε έναν μήνα «καραντίνα», ποιοι πέντε δίσκοι θα σας συντρόφευαν;
Αν είχα έναν μήνα «καραντίνα», οι πέντε δίσκοι που θα με συντρόφευαν θα ήταν: το Cinema Paradiso του Ennio Morricone, το Le Voyage de Sahar του Anouar Brahem, το Re:member του Ólafur Arnalds, το soundtrack του Schindler’s List από τον John Williams και το The Blue Notebooks του Max Richter.
Κάποιοι από αυτούς τους δίσκους με συντρόφευαν πράγματι κατά τη διάρκεια της καραντίνας το 2020 και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το άλμπουμ μου, καθώς τις πρώτες συνθέσεις άρχισα να τις γράφω ακριβώς εκείνη την περίοδο. Μέσα από αυτούς τους δίσκους οδηγήθηκα να εξερευνήσω νέους ηχητικούς κόσμους και διαφορετικές εκφραστικές κατευθύνσεις.