/Ο Guardian κι οι λογοτεχνικές, και όχι μόνο, λίστες

Ο Guardian κι οι λογοτεχνικές, και όχι μόνο, λίστες

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, συγγραφέας

Κατά καιρούς ανακοινώνονται διάφορες λίστες με τα καλύτερα όλων των εποχών. Καλύτερα βιβλία, ταινίες, άλμπουμ. Όσο κι αν προσωπικά δεν ξετρελαίνομαι να τις διαβάζω, όπως όλοι μας έτσι κι εγώ σκύβω με ενδιαφέρον πάνω σε τέτοιες προσπάθειες ειδικά όταν προέρχονται από αξιοσέβαστα μέσα και αυτοί που καταρτίζουν τις λίστες διαθέτουν κάποια εχέγγυα αξιοπιστίας, γνώσης και εμπειρίας πάνω στο αντικείμενο με το οποίο ασχολούνται.

Είναι δεδομένο ότι καμιά λίστα δεν μπορεί να είναι απολύτως αντικειμενική.

Όλοι διαθέτουμε προσωπικές προτιμήσεις, που με κάποιο τρόπο επηρεάζουν την κρίση μας, όσο κι αν προσπαθούμε να χρησιμοποιούμε τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης ενός καλλιτεχνικού έργου. Ακόμη κι έτσι, διαφορετικά στοιχεία έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα για τον καθένα μας.

Π.χ. άλλος εκτιμά τη γραφή συνειδησιακής ροής του Τζέιμς Τζόυς ως πρωτοποριακή κι άλλος τη θεωρεί βαρετή κι ανερμάτιστη. Άλλος ξετρελαίνεται με τη σκηνοθετική ποιητικότητα του Ταρκόφσκι κι άλλος τη βρίσκει επιτηδευμένη. Άλλος βρίσκει μοναδική την τζαζ αισθητική του Μάιλς Ντέιβις κι άλλος γοητεύεται περισσότερο από πιο swing ρυθμούς.

Γι’ αυτό κι όποτε επιχείρησα κάτι αντίστοιχο για τo culturepoint.gr με σχετικά βίντεο στο YouTube, πάντοτε διευκρίνιζα ότι οι επιλογές εκφράζουν πρωτίστως προσωπικές προτιμήσεις και ότι κυρίως θεωρώ ότι δεν πρέπει να αναφερόμαστε τόσο στα θεωρητικά καλύτερα έργα (δηλαδή τα τεχνικά πιο άρτια), αλλά ουσιαστικά στα πιο επιδραστικά, σε αυτά που έθεσαν νέες βάσεις κι άνοιξαν δημιουργικούς ορίζοντες.

Ο Guardian, λοιπόν, μας κατέθεσε μια λίστα με τα 100 πιο σημαντικά μυθιστορήματα. Πολλά από αυτά τα έργα βρίσκονται αυτοδικαίως σε αυτή τη λίστα. Η σειρά αναφοράς δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, πέρα από πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα, όπου μορφές της λογοτεχνίας τοποθετούνται επιδεικτικά πολύ χαμηλότερα από νεότευκτες προσπάθειες.

Μάλλον κάποιο μήνυμα, όχι τόσο λογοτεχνικό, θέλουν να μας περάσουν οι δημιουργοί της λίστας.

Αυτό όμως που παρατηρεί κάποιος, και μοιάζει παράταιρο, είναι η υπερβολική συμμετοχή της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας. Αρκετοί τεράστιοι συγγραφείς από άλλες χώρες δεν παρουσιάζονται ούτε με ένα έργο τους, όταν ορισμένοι διαθέτουν πολλαπλά έργα τους στη λίστα. Ένα είδος προνομιακής μεταχείρισης που δεν συνάδει με παγκόσμια αποτίμηση αλλά με εύσχημη επιβολή της Βρετανικής αυθεντίας! Είναι δυνατόν ο Σταντάλ, ο Μπαλζάκ, ο Ουγκώ, και αρκετοί ακόμα να απουσιάζουν ή μετά βίας να καταλαμβάνουν κάποια από τις τελευταίες θέσεις.

Το “Μίντλμαρτς” της Τζορτζ Έλιοτ που τοποθετήθηκε στην κορυφή είναι ένα σημαντικό έργο αλλά κανείς ποτέ δεν τόλμησε να το αναγορεύσει σε απόλυτο μυθιστόρημα. Είναι σαν να υποτιμάς κατάφωρα την επίδραση του Ντοστογιέφσκι, του Προυστ, του Κάφκα, του Τζόυς στην εξέλιξη της λογοτεχνίας. Το ότι η Έλιοτ θέτει θέματα ταμπού για την εποχή της της δίνει μια ξεχωριστή θέση αλλά δεν της απονείμει κι αυτόματα την λογοτεχνική επιδραστικότητα και την τεχνική που διαθέτουν τα διαχρονικά έργα.

Φαντάζει σαν οι συντάκτες της να έψαχναν περισσότερο για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους αποτίμησης της αξίας, πίσω από τους καθαρά λογοτεχνικούς. Κι αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά.

Σε αντίστοιχη πρόσφατη λίστα για τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, τοποθετήθηκε στην 4η θέση το φιλμ της Σαντάλ Ακερμαν “Jeanne Dielman, 23, Quai du Commerce, 1080 Bruxelles”  Μια ιδιαίτερη ταινία με ενδιαφερόντα χαρακτηριστικά αλλά τεχνικά πολύ μακριά από την αξία δεκάδων άλλων κλασικών ταινιών και με μια προσέγγιση που δεν άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μετέπειτα σκηνοθετική ματιά, μέσα στα 50 χρόνια από τη δημιουργία της. Αρκούσε για τους δημιουργούς της λίστας η θεματολογία (αν και υπάρχουν πιο πρωτοποριακές συλλήψεις και στον φεμινιστικό κινηματογράφο) και το φύλο της δημιουργού, γιατί οι συντάκτες προσπαθούσαν να αναδείξουν την ύπαρξη ικανών και αρκετών ποσοτικά γυναικείων δημιουργημάτων.

Όμως η αξιολόγηση των έργων δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε σε εθνοτικά, ούτε σε φυλετικά στοιχεία, γιατί τότε χρησιμοποιείς τα μέσα που κατακρίνεις.

Οι γυναίκες, παρά την επίδραση της πατριαρχίας έχουν προσπαθήσει κι έχουν προσφέρει σημαντικό καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Προσωπικά στη δική μου λίστα είχα στο νο, 7 τον Φάρο της Βιρτζίνια Γούλφ, την οποία λατρεύω και πήγε την τεχνική του Τζόυς σημαντικά βήματα πικ πέρα, δημιουργώντας ένα μοναδικό δικό της στυλ.

Ομως η δημιουργικότητα δεν μπορεί να υπόκειται σε άτυπες ποσοστώσεις. Δεν μπορούμε να αγνοούμε το έργο μιας σειράς κορυφαίων δημιουργών για να τονίσουμε τη δήθεν υπεροχή της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας,, ούτε να χαρίζουμε την κορυφή με σχεδόν όρους δικαιωματισμού σε μια αξιόλογη αλλά όχι κορυφαία προσπάθεια για λόγους θεματολογίας. Ο Guardian κατάφερε ταυτόχρονα να κινηθεί και σε δικαιωματικό και σε ρατσιστικό επίπεδο.

Κι αν κάτι με τρομάζει πλέον είναι ότι καταλήγουμε να προσπαθούμε να χωρέσουμε και τη δημιουργική αξία σε σύγχρονους όρους και διαθέσεις, σαν να επιτελούμε εμμέσως έτσι μια καταδίκη για πολιτικά ή κοινωνικά ατοπήματα του παρελθόντος.

Και κάποιοι ταγοί της ενημέρωσης και της διανόησης ψάχνουν τώρα πια να βρουν για να αναδείξουν έργα που να χωρούν σε μια ιδεολογία, έργα που ούτε οι ίδιοι δεν παρουσίαζαν ως τόσο σπουδαία έως χθες. Όμως δεν είναι αυτός ο τρόπος για να λυθεί κανένα πρόβλημα. Μάλλον είναι το σίγουρο μονοπάτι για να δημιουργηθούν ακόμη περισσότερα, τονώνοντας το κλίμα αναξιοπιστίας.