/Μικρό Διήγημα: Bare necessities, Mother Nature’s bare necessities (Μπακίρα)

Μικρό Διήγημα: Bare necessities, Mother Nature’s bare necessities (Μπακίρα)

Γράφει ο Μπακίρα

Για τον Μόγλη, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Σαν τα διάφανα νερά μιάς μαγικής ακργιαλιάς! Πατρίδα του είναι η ζούγκλα στην οποία μεγάλωσε. Φυλή του, η αγέλη των λύκων πού τον δέχθηκε στις αγκάλες της. Οικογένεια του, η οικογένεια των λύκων πού τον υιοθέτησε.

Σπίτι του, η φωλιά αυτών των καλών λύκων πού τον έκαναν μέλος της οικογένειας. Μητέρα, η μόνη μητέρα πού θυμάται: η μάνα λύκαινα πού θήλασε. Αδέλφια του, τα λυκάκια πού θήλασαν μαζύ του. Ολα απλά κι’αυτονόητα.

Ομως ήλθεν ώρα, όλ’ αυτά ν’αλλάξουν. Τ’αγρίμια διαπιστώνουν, ότι ο Μόγλη πρέπει να ξαναγυρίση στούς ανθρώπους! Ο ίδιος φυσικά, πικραίνεται καί δυσφορεί καί θυμώνει. Γιατί δεν τον θέλουν; Δεν καταλαβαίνει!

Απολογούμαι. Θ’αλαργέψω από το πρωτότυπο κείμενο τού σπουδαίου παραμυθά. Παρακαλώ σε, μη βιασθής να με κατακρίνης.

Τ’αγρίμια διαπιστώνουν το αυτονόητο. Ενα αυτονόητο, πού από το μυαλουδάκι τού Μόγλη δεν περνά ακόμα. Ο Μόγλη πρέπει να βρή ταίρι καί να ζευγαρώση. Αλλιώς, η ύπαρξη του δεν θα ολοκληρωθή ποτέ.

Ταίρι πρέπει να βρή μεταξύ των ομοίων του. Ομως οι όμοιοι του δεν κυκλοφορούν στην ζούγκλα. Αρα πρέπει να πάη εκείνος σ’ αυτούς!

Φυσικά,τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά δεν υπαινίσσεται στην ιστορία τού σπουδαίου παραμυθά. Γιατί; Δυό αιτίες μπορώ να πιθανολογήσω.

Πρώτον, ο παραμυθάς καταλαβαίνει ότι το παραμύθι θα το διαβάσουν καί παιδιά. Προφανώς φοβάται μη τα σκανδαλίση. Δεύτερον, πότε πρωτοεμφανίσθηκε αυτό το παραμύθι; Ποιά ήταν τα ειωθότα της εποχής;

Η εποχή σήκωνε τέτοια προσέγγιση; Αντιθέτως, αυτήν την διάσταση την υπαινίσσεται η γνωστή ταινία κινουμένων σχεδίων. Καί μάλιστα με τρόπο αξιέπαινα καλαίσθητο καί δαικριτικό. Θυμάσαι;

Ο Μπαλού καί ο Μπακίρα έχουν συνοδεύσει τον Μόγλη στο ταξείδι του ως την άκρη της ζούγκλας. Μήπως θάταν καλύτερα να πούμε επιτηρήσει ή εποπτεύσει; Καί τότε…συμβαίνει το θαύμα! Από την άλλη μεριά έρχεται κορίτσι. Να πάρη νερό, από την πηγή.

Μήπως θυμάσαι, πώς γουρλώνουν τα ματάκια τού Μόγλη; Βλεπεις, δεν έχει ξαναδεί όμοιο του καί μάλιστα γένους θηλυκού. Ως εκείνη την στιγμή θεωρεί τον εαυτό του λύκο. Η μικρή γεμίζει την καρδάρα νερό.

Την στηρίζει στο κεφαλάκι της. Ομως η καρδάρα της πέφτει καί το νερό χύνεται. Ως εκείνη την στιγμή, ο Μπαλού καί ο Μπακίρα παρακολουθούν διακριτικά. Βλέποντας την καρδάρα να πέφτη καί το νερό να χύνεται, ο Μπαλού πετά μιάν αμίμητη ατάκα:

– Επίτηδες τόκανε!

Φυσικά καί τόκανε επίτηδες! Καί πολύ καλά έκανε! Ξύπνησε τον ιππότη μέσα στον Μόγλη! Ο Μόγλη βγαίνει από τις φυλωσιές.

Ξαναγεμίζει τη καρδάρα. Αγωνίζεται να την ισορροπήση στο κεφαλάκι του. Υστερα, αγωνίζεται ν’ ακολουθήση την κοπελιά ως το χωριό χωρίς να ξαναπέση η καρδάρα καί χωρίς να ξαναχυθή το νερό.

Ο Μπαλού καί ο Μπακίρα τώρα ξέρουν πως διεκπεραίωσαν αισίως την αποστολή τους. Ξεκινούν αγκαλιασμένοι το ταξείδι της επιστροφής στην καρδιά της ζούγκλας. Στο δρόμο τραγουδούν…

Bare necessities,
Mother Nature’s bare necessities…

Δηλαδή…

Να ζής με λίγα πράγματα,
Απλά της φύσης θάματα,
Η ζούγκλα θέλει ξενοισιά…

Είμαι αδιόρθωτος; Πάλι τα κατάφερα να πλατειάσω; Κλείνω βιαστικά την παρένθεση καί ξαναπιάνω τον μίτο της αφηγήσεως.

Είπαμε πως ο Μόγλη δεν καταλαβαίνει γιατί τ’ αγρίμια θέλουν να ξαναγυρίση στούς ομοίους του. Δυσανασχετεί καί δυσφορεί. Ομως εχει δυό κολλητούς. Τον Μπαλού τον αρκούδο καί τον Μπακίρα τον μαύρο πάνθηρα. Ο Μπακίρα λοιπόν, το παίρνει πάνω του να εξηγήση στον Μόγλη.

Ετσι, μιά μέρα πού έχουν τρέξει, έχουν παίξει κι’ έχουν χαρεί κάθονται κάποια στιγμή στην σκιά ενός δένδρου να ξαποστάσουν. Λέει ο Μπακίρα:

– Μικρέ αδελφέ, ξύσε μου σε παρακαλώ τον σβέρκο. Εχω μιά φαγούρα…Ναί. Εκεί. Ετσι. Ααααχ! Είναι τέεελεια. Σ’ευχαριστώ. Νάσαι καλά. Ομως πες μου. Νοιώθεις μιά πληγή;

– Ναί. Αλήθεια. Τ’ είναι αυτό;

– Ξέρεις κάτι; Κανείς άλλος σ’ ολάκερη την ζούγκλα δεν ξέρει την ύπαρξη αυτής της πληγής. Διότι κανείς άλλος σ’ ολάκερη την ζούγκλα δεν ξέρει την ιστορία. Οτι δηλαδή, εγώ, ο τρομερός καί φοβερός Μπακίρα πού όλη η ζούγκλα με φοβάται καί με σέβεται γεννήθηκα κοντά στούς ανθρώπους. Από μητέρα πού είχε γεννηθή κοντά στούς ανθρώπους.

Πέρασα τον πρώτο καιρό της ζωής μου ως κατοικίδιο τού τάδε μαχαραγιά. Μέχρι πού συνειδητοποίησα την δύναμη μου. Εκανα έτσι με το νυχάκι μου. Εσπασα το κολάρο πού με κράταγε δεμένο. Καί ξαναγύρισα στην ζούγκλα πού ανήκω. Κι’ από εκείνη την φάση της ζωής μου έμεινε μόνον αυτή η πληγή. Κι’ όπως εγώ ξαναγύρισα στην ζούγκλα πού ανήκω, έτσι καί συ πρέπει να ξαναγυρίσης στούς ανθρώπους πού ανήκεις.

Φίλε αναγνώστη, στο προηγούμενο παραμύθι μιλήσαμε γιά κολάρα πού πρέπει να ξεκουμπώσουν αντί να μιλήσωμε γιά δεσμά πού πρέπει να λυθούν ή να σπάσουν. Σού υποσχέθηκα, να σού εξηγήσω το γιατί σ’ αυτό το παραμύθι. Σε καλύπτω με την αφήγηση τού Μπακίρα; Ομως πρέπει να προσθέσω μερικές πινελιές πριν σ’ αφήσω. Τα κολάρα, δεν είναι μόνον κυριολεκτικά. Είναι κι’ αλληγορικά.

Κι’ αυτά τα τελευταία τα φοβάμαι πολύ περισσότερο. Διότι είναι άυλα. Οπότε ο Μόγλη δεν τα βλέπει γιά να τα πιάση με τα χεράκια τουνα τα ξεκουμπώση. Ο Μπακίρα δεν τα νοιώθει πάνω του, γιά να σημαδέψη σωστά με το νυχάκι του καί να τα σπάση…