Η Λένα Κορομηλά μιλά στον Κωνσταντίνο Μανίκα, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου «Βρίσκεις πάντα αυτό που δεν ψάχνεις».
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το νέο βιβλίο σας «Βρίσκεις πάντα αυτό που δεν ψάχνεις». Πώς θα το περιγράφατε συνοπτικά;
Πρόκειται για είκοσι ιστορίες –ταξίδια σε άγνωστους τόπους αλλά και σε ψυχικά τοπία, όπου η ηρωίδα με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, αναπολεί μαγικές συναντήσεις με ανθρώπους, καταστάσεις αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό. Όταν έρχεται η μεγάλη απώλεια, η φυγή, όχι μόνο ως έμφυτη περιέργεια αλλά και ως ξορκισμός, μοιάζει να λειτουργεί παρηγορητικά για την αφηγήτρια-συγγραφέα. Η καύση του νεκρού στον Γάγγη ή ενός περγαμηνού χειρόγραφου σε ένα Αβαείο, το άγγιγμα του βαρκάρη στη λίμνη Νταλ, η σαντερία στην Αβάνα, λειτουργoύν ως επίδεσμος και παράλληλα ως εφαλτήριο ελπίδας για την συνέχεια και για το «ένα βήμα» μπροστά της ζωής.
Ποια ζητήματα επιθυμείτε να θίξετε με αυτό σας το έργο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έμπνευση;
Η δίψα για γνώση και περιπέτεια, η συγκίνηση τη στιγμή που μπαίνεις σε λιμένες πρωτοϊδωμένους για να γευτείς τα ηδονικά μυρωδικά. Πληγές του εαυτού αλλά και της σύγχρονης κοινωνίας, όπως η μοναξιά, η απουσία, η απώλεια. Ακόμη, ο πλούτος από την επαφή και την παρατήρηση διαφορετικών πολιτισμών, η βαθύτερη κατανόηση, η ανοχή, ο σεβασμός και η ειρηνική συνύπαρξη με το αλλότριο. Προέκυψε, όταν αποφάσισα να καταγράψω τα ταξίδια μου βιώνοντάς τα παράλληλα με ένα βαθύ πένθος.
Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα ο αναγνώστης;
Το ταξίδι πάντα αξίζει. Και μια είδηση της τελευταίας στιγμής: Νευροεπιστήμων αποδεικνύει ότι, «Ταξίδι ίσον αντιγήρανση».
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Η εσωτερική ανάγκη, από τα παιδικά ακόμη χρόνια, να γράφω «στιχάκια» σε μια χαρτοπετσέτα ή στην παλιά μεσόπορτα του πατρικού μου. Ύστερα από αρκετά χρόνια, ένα πολύ θλιβερό γεγονός που άλλαξε τη ζωή μου, μου «υπέδειξε» τον δρόμο της μυθοπλασίας και της συστηματικής λογοτεχνικής προσπάθειας και αποτύπωσης καταστάσεων και χαρακτήρων χωρίς φυσικά να λείπουν τα αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στον ψηφιακή μας κόσμο; Πόσο επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη;
Παρά τα τεράστια οφέλη που έχουν προκύψει από την ψηφιακή επανάσταση, θεωρώ ότι, σε ό,τι αφορά το βιβλίο, ειδικά στις νεώτερες γενιές, έχει παίξει ρόλο αρνητικό, κυρίως στο θέμα της μείωσης της αναγνωσιμότητας, και είναι σχεδόν βέβαιο ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα κομίσει πολλές αλλαγές στον χώρο του βιβλίου. Από κει και πέρα όμως, καθώς, και με την ιδιότητα της παλαιογράφου, έχω βιώσει σε πολλές ιστορικές βιβλιοθήκες την ιδιαίτερη συγκίνηση που σου προσφέρει η οσμή, η επαφή με την Ύλη, θέλω να πιστεύω ότι η ηδονή του να ξεφυλλίσεις ένα βιβλίο, δεν θα αντικατασταθεί και ούτε θα απειληθεί ποτέ από οποιαδήποτε μορφή νέων τεχνολογιών.
Ποιον ορισμό θα δίνατε στην έννοια της λογοτεχνίας;
Φυσικά η τέχνη του γραπτού κυρίως λόγου, και οι ποιότητες αυτού, όπως, η αισθητική απόλαυση, η δημιουργία εικόνων, η πρόκληση συναισθημάτων μέσω της γλώσσας και του στιλ έκαστου λογοτέχνη κ. ά. Σε ό,τι με αφορά, εντυπωσιάστηκα και εν μέρει ταυτίστηκα με την επιγραφή στο άγαλμα του Χεμινγουαίη, έξω από την αρένα της Ρόντα στην Ισπανία: «Έτσι θέλω να γράφω (εννοεί τον ταυρομάχο), απλά, κλασικά και τραγικά».
Γιατί οι Έλληνες διαβάζουν λογοτεχνία λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο;
Ο μέσος Ευρωπαίος, παιδιόθεν, βλέπει τους γονείς του να διαβάζουν στο σπίτι, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, να επισκέπτονται συχνά δανειστικές βιβλιοθήκες, οι οποίες υπάρχουν και στο πιο μικρό χωριό. Εθίζεται επομένως και εκείνο στην ανάγνωση. Επίσης, πιστεύω ότι λείπει η κρατική μέριμνα και η επαρκής διδασκαλία της λογοτεχνίας στην Εκπαίδευση, αλλά και η υποχώρηση της ποιότητας έναντι της εμπορευματοποίησης, η έλλειψη χρόνου, και τέλος, η τιμή του βιβλίου, που για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού κρίνεται από υψιλή έως απαγορευτική.
Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη;
«Αιτία ελομένου, θεός αναίτιος».
Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας;
Δυσκολεύομαι να αποφασίσω. Ωστόσο, Όμηρος (Οδύσσεια),Καβάφης Σεφέρης, Φώκνερ, και άλλα πολλά… δηλαδή όλα.
Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στην εποχή μας;
Το ζητούμενο, είναι πάντα το μέτρο.