Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη
Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η αγνή ματιά ενός παιδιού στα πράγματα, η απλότητα και η απουσία δόλου και κακίας απέναντι στους άλλους, προσφέρει αισιοδοξία στην ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα που έχει χάσει το κουράγιο της.
Η Άννα της Χαράς παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα παιδικά βιβλία όλων των εποχών. Η συγγραφέας Λούσι Μοντ Μοντγκόμερι μας μεταφέρει σε μία μικρή πόλη ενός Καναδικού νησιού, σε ένα μέρος που η ζωή σου περνά από εξονυχιστικό έλεγχο από το αυστηρό μάτι και κριτική της αδιάκριτης γειτόνισσας.
Δύο ηλικιωμένα αδέλφια που μένουν μαζί, αποφασίζουν να υιοθετήσουν ένα αγόρι το οποίο θα τους βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού και θα αναλαμβάνει τις μικροδουλειές που η δική τους μεγαλύτερη ηλικία τις καθιστά πλέον αρκετά δύσκολες.
Σε ένα μπλεγμένο σενάριο της μοίρας, στο διάβα τους δε θα έρθει ένα αγόρι, αλλά ένα κοριτσάκι με κατακόκκινα μαλλιά.
Χαρακτηριστικό της γνώρισμα η μεγάλη της φαντασία που ορισμένες φορές την απομακρύνει από την πραγματικότητα, αλλά δεν την αποτρέπει από το να παραμένει αξιαγάπητη.
Ακόμα και αν οι ίδιοι δεν ενθουσιάζονται με την έλευση του κοριτσιού, η συνέχεια θα είναι διαφορετική. Το δραστήριο κορίτσι με την επαναστατική προσωπικότητα και την ροπή της στο να προσθέτει φανταστικά στοιχεία στη στεγνή καθημερινότητα, καταλήγει να ομορφαίνει τη ζωή τους, παρά τις αρχικές ενστάσεις και δυσκολία προσαρμογής στην καινούργια της οικογένεια.
Παρά το τραύμα της ορφάνιας, η ίδια διαπιστώνεται ότι είναι σπιρτόζα και έτοιμη να ανήκει ξανά σε ένα σπίτι.
Το παιδικό βιβλίο της Μοντγκόμερι επηρέασε βαθιά την παιδική λογοτεχνία και έγινε σήμα κατατεθέν της νεότερης κουλτούρας.
Το παιδί στο έργο δεν έχει τη φιλοσοφία ότι υπάρχει ως ψυχοπαίδι; γίνεται μέλος της οικογένειας, αποκτά όλες τις ευκαιρίες στη ζωή και συμμετέχει ενεργά στον κοινωνικό ιστό μέσω του σχολείου και των φιλιών που εμπλουτίζουν τη ζωή της.
Η κοινωνική παρατήρηση για το φύλο, το κορίτσι που δεν προτιμάται αλλά που στο τέλος ακόμα και πιο υπερβολικές αντιδράσεις του ζωντανεύουν ένα σπίτι, είναι κεντρικό θέμα του βιβλίου.
Παρά το παιδικό του ύφος, η Άννα της χαράς ακουμπάει με πιο απαλό τρόπο το τραύμα του αποχωρισμού, την αξία της οικογένειας που ξεπερνάει τους βιολογικούς δεσμούς και οριοθετείται και από τις σχέσεις αγάπης, την παιδική επαναστατικότητα ενός κοριτσιού που έχει κληθεί λόγω καταστάσεων να αλλάξει πολλές φορές περιβάλλον.
Παρά τις δυσκολίες που έχει ως παιδί, καταφέρνει να κερδίσει τους πάντες, αναδεικνύοντας ότι η παιδικότητα κατέχει την τέχνη της κατάκτησης δίχως ποτέ να έχει παρακολουθήσει σεμινάρια ή πολυετείς σπουδές, αφού αυτή απορρέει από την απλότητα και την ανεπιτήδευτη παιδικότητα.